Legislator Case Law & Legislation
1971/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against registry refusal, remanding case to examine forest land status under Forestry Code.

Case Number 1971/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the registry's refusal to transfer title. The registry had denied the transfer because the property was partially classified as forest land, requiring a specific permit for subdivision under the Forestry Code. The court found the lower court erred by accepting the registry's argument that the property was forest land without verifying the specific permit history, leading to a remand for further examination of these facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 791 § 1 and § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 60 § 1 of the Forestry Code: When a registry office refuses a transfer due to doubts about the nature of the property (e.g., forest land) or lack of required permits, the court must examine whether the refusal was based on verified legal requirements rather than unverified assumptions, and if so, the decision may be overturned and the case remanded for factual clarification.

Keywords

AI generated
registry office refusal forest land classification subdivision permit requirement forestry code provisions property title transfer appeal remand procedure doubtful identity of property

Cited Legislation

AI generated
Article 791 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 791 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 13 of Presidential Decree 533/1963
Article 60 § 1 of the Forestry Code (Law 86/1969)
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1959
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1971 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1971/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Ι. Λ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Παπαγεωργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-2-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1326/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1810/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 27-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρ. 791 § 1 του ΚΠολΔ: "Όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι’ αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνησή του και τους λόγους της", ενώ σύμφωνα με την §2 του ίδιου άρθρου:

‘Ή εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του Δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 του β.δ. 533/1963 περί εκτέλεσης του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας του υποθηκοφύλακα, σχετικά με τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, όπως επίσης όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, καθώς και όταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούν τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ο Υποθηκοφύλακας πρέπει να απορρίψει την αίτηση που του υποβλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη που καταχωρίζεται πάνω στην αίτηση και να ειδοποιήσει σχετικώς τον αιτούντα για να του παραδώσει τα συνημμένα έγγραφα.

Έτσι, ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης (μεταγραπτέας κατ’ αρχήν) πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής πάντως δικαιολογείται μόνο αν δεν προσκομίζονται τ’ αναγκαιούντα σε κάθε περίπτωση έγγραφα, ή αν η ακυρότητα της πράξης είναι τυπικά εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι’ αυτή χωρίς να μπορεί να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της βασιμότητας του μεταβιβασθέντος ή αναγνωρισθέντος δικαιώματος.

Εν όψει όμως των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες (όπως και στους συμβολαιογράφους) πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις για να μην επέρχονται κατά τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το Δημόσιο (άρθρο 280 παρ. 1 του ΝΔ/τος 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ΝΔ/τος 996/1971) ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ερήμην του Δημοσίου.

Οι υποχρεώσεις αυτές καθιερώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του δασικού κώδικα (ΝΔ 86/1969) και 72 παρ. 1 έως και 6 του Ν. 998/1979, και έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή οριοθετείται εν προκειμένω από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/ 1979, όπως ίσχυε προ της τροποποίησής της με το άρθρο 1 του Νόμου 3208/2003 που ισχύει από 24-12-2003 (Φ.Ε.Κ.

Α’ αριθ. 303/24-12-2003 και άρθρο 24 του Νόμου). Ειδικότερα, με το άρθρο 60 παρ. 1 του δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969), απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κάθε πράξη από την οποία επέρχεται κατάτμηση δασικής έκτασης (ΑΠ 314/1992).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 280 § 3 του δασικού κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο, που υποχρεούται να κάνει μνεία στο συμβόλαιο, δήλωση του ν.δ. 105/1969 (και ήδη του άρθρου 8 του Νόμου 1599/1986), στην οποία να δηλώνεται ότι το δημόσιο ουδέποτε είχε διεκδικήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτή και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση ή αμφισβήτηση να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου είτε με απόφαση Διοίκησης είτε, με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων και ότι σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο με απειλή ποινικής κύρωσης, προκύπτει ότι είναι άκυρη (άρθρ. 174 ΑΚ) η μεταβίβαση δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη, δηλαδή χωρίς την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης.

Η διάταξη αυτή εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού της από τις προαναφερθείσες Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος και 280 παρ. 1 του Ν.Δ. 86/1969, αλλά και για την αποφυγή δημιουργίας εικονικών ερήμην δικών για ανύπαρκτα δικαιώματα επί δασών ή δασικών εκτάσεων είναι εφαρμοστέα κατά διασταλτική ερμηνεία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην μεταγραφή τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης για την κτήση δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο δασικού χαρακτήρα με έκτακτη χρησικτησία, αφού άλλωστε η τελευταία εξομοιώνεται και φορολογικά με την εκποιητική δικαιοπραξία, και απαιτείται για τη μεταγραφή της τελεσίδικης απόφασης η καταβολή προηγουμένως του αναλογούντος φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αποκτήθηκε με χρησικτησία.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τον μεταγραφοφύλακα έχει ως αναγκαία προϋπόθεση, ανεξάρτητα από το εάν περατώθηκε αμετάκλητα η ενδικοφανής διοικητική διαδικασία του αριθ. 14 του ν. 998/1979, ότι από τα υποβαλλόμενα σ’ αυτόν σχετικά έγγραφα, που συνοδεύουν την αίτηση μεταγραφής (π.χ. απόφαση ή τοπογραφικό διάγραμμα), προκύπτει σαφώς ότι το ακίνητο που αφορά η προς μεταγραφή απόφαση είναι δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 (όπως εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση), ή ότι το ίδιο ακίνητο κατά τη μία πλευρά του τουλάχιστον, κατά την περιγραφή της δικαστικής απόφασης ή του συνυποβαλλόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, συνορεύει με δάσος ή δασική έκταση.

Αλλά και στην περίπτωση που δε συντρέχουν οι προαναφερθείσες περιγραφικές τυπικές προϋποθέσεις, αλλά συντρέχει στο πρόσωπο του μεταγραφοφύλακα ουσιαστική βεβαιότητα για το δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, προερχόμενη από προσωπική του γνώση των συνθηκών της περιοχής του ακινήτου, που μπορεί να συνδυάζεται και με τη μεταγραφή από αυτόν στο παρελθόν άλλων συμβολαίων ή αποφάσεων της ίδιας περιοχής, και πάλι ο μεταγραφοφύλακας είναι υποχρεωμένος στο πλαίσιο των διαγραφομένων πιο πάνω υποχρεώσεών του να μη μεταγράψει την απόφαση χωρίς την τήρηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, δηλαδή την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης.

Εφ’ όσον δε προσκομισθεί τελικά από τον ενδιαφερόμενο για τη μεταγραφή η δήλωση αυτή, δεν μπορεί ο μεταγραφοφύλακας να αρνηθεί πλέον τη μεταγραφή, μπορεί όμως, ως περιλαμβανόμενος στις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, να ελέγξει την ακρίβεια της δήλωσης με διασταύρωσή της, με το αρχείο άλλων υπηρεσιών (π.χ.

αρμόδιων δασικών), με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Νόμου 1599/1986, ώστε το Δημόσιο να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του με τριτανακοπή κατά της τελεσίδικης απόφασης ή άσκηση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως δάσους. Από καμία όμως από τις διατάξεις του προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει ότι ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα τη μεταγραφή να του προσκομίσει από οικεία δασική αρχή πιστοποιητικό για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου, και να αρνείται τη μεταγραφή εάν δεν του προσκομίζεται από τον αιτούντα τέτοιο πιστοποιητικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, 28/1997, ΑΠ 343/2009).

Κατά δε την διάταξη του αριθ. 11β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την άρνηση του Υποθηκοφύλακα Σπάτων, να μεταγράψει το υπ’ αριθμ. .../2007 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ., λόγω του δασικού χαρακτήρα του περιλαμβανομένου σ’ αυτή ακινήτου, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Σε όλα τα προαναφερθέντα συμβόλαια, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομίας, πλην του υπ’ αριθμ. .../1949 διανεμητηρίου συμβολαίου της μείζονος έκτασης (όπου η αναφορά αγροδασόκτημα), το ένδικο ακίνητο περιγράφεται ως αγρός, ο οποίος μάλιστα συνορεύει γύρωθεν με έτερους αγρούς και από τη μία πλευρά του με ιδιωτική οδό.

Ιδίως στο υπ’ αριθμ. .../1952 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. αναφέρεται ρητώς ότι στον Συνεταιρισμό Παραθεριστών περιέρχεται χέρσος αγρός (και όχι αγροδασόκτημα) κείμενος στη θέση "..." της Κοινότητας Ραφήνας (τέως Δήμου Κρωπίας) εκτάσεως 60,82 στρεμμάτων από το ευρύτερο ακίνητο της πωλήτριας Ε.

Μ.. Το δασικό χαρακτήρα επομένως, η Υποθηκοφύλακας τον συνάγει από την περιγραφή του μείζονος ακινήτου στο ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου η Ε. Μ. είχε αποκτήσει σε μείζονα έκταση αγροαδασόκτημα, αναφέρει δε στην απορριπτική της πράξη ότι το μείζον ακίνητο αποτελείται από δασώδη έκταση, αγρούς, αμπέλους και περιβόλι.

Κατά συνέπεια από την επισκόπηση των συμβολαίων -στην οποία προέβη και η Υποθηκοφύλακας προκειμένου να εδραιώσει την κρίση της- ουδόλως δημιουργείται η εδραία πεποίθηση -αναγκαία για την άρνηση της μεταγραφής- ότι το ένδικο ακίνητο είναι δασώδης έκταση, αφού στην ένδικη συμβολαιογραφική πράξη (όπως και στις προηγούμενες) γίνεται αναφορά σε τμήμα του μείζονος ακινήτου που είναι αγρός, στο δε υπ’ αριθμ. .../1949 συμβόλαιο διανομής του όλου ακινήτου αναφέρεται ρητώς, ότι αυτό αποτελείται και από αγρούς, αμπέλους και περιβόλι.

Σημειωτέον ότι η άρνηση του Υποθηκοφύλακα προϋποθέτει ότι από τα συνυποβαλλόμενα σ’ αυτόν σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση μεταγραφής, προκύπτει σαφώς ότι το ακίνητο που αφορά η συμβολαιογραφική πράξη είναι δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 3 του Ν. 998/1979 ή ότι το ίδιο ακίνητο, κατά τη μία πλευρά του τουλάχιστον, κατά την περιγραφή του συνυποβαλλομένου τοπογραφικού διαγράμματος συνορεύει με δάσος ή δασική έκταση.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις (δασικός χαρακτήρας της έκτασης που να προκύπτει με σαφήνεια από τα προσκομισθέντα στην Υποθηκοφύλακα έγγραφα, ή δασική έκταση ως σύνορο τουλάχιστον από την μία πλευρά του επιδίκου), η δε Υποθηκοφύλακας θεμελιώνει την άρνησή της, αποκλειστικά και μόνο στην περιγραφή του μείζονος ακινήτου στον απώτερο τίτλο κτήσης ως αγροδασοκτήματος.

Για τον λόγο μάλιστα αυτόν στην απορριπτική της πράξη αναφέρεται σε αμφιβολία ως προς τον χαρακτήρα του περιγραφομένου στη συμβολαιογραφική πράξη, ακινήτου και όχι σε βεβαιότητα για τον δασικό του χαρακτήρα, προερχομένη από προσωπική της γνώση των συνθηκών της περιοχής του ακινήτου, συνδυαζόμενη και με την μεταγραφή απ’ αυτήν στο παρελθόν άλλων συμβολαίων της ιδίας περιοχής, όπως όφειλε να πράξει για το σύννομο της αρνήσεώς της.

Αντιθέτως, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι στο ίδιο Υποθηκοφυλακείο οι ίδιοι αιτούντες (εφεσίβλητοι) είχαν κατά το πρόσφατο παρελθόν μεταγράψει έτερες συμβολαιογραφικές πράξεις που αφορούν στην εκ μέρους τους κτήση των υπολοίπων 6/8 εξ’ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 540,60 τ.μ. (συμβολαιογραφικές αποδοχές της κληρονομίας του πατέρα τους) καταδεικνύει ότι η προσωπική γνώση της άνω Υποθηκοφύλακα από την κατά το παρελθόν μεταγραφή παρόμοιων συμβολαίων του ιδίου ακινήτου, δεν δικαιολογεί την μεταβολή της στάσης της ως προς την ένδικη μεταγραφή και πάντως, ουδόλως δύναται να υποστηριχθεί βασίμως, υπό τις συνθήκες αυτές, ότι η προσωπική γνώση της για τις επικρατούσες στην περιοχή συνθήκες (όπως αυτή διαμορφώθηκε και από την εκ μέρους της μεταγραφή άλλων συμβολαίων της περιοχής) δικαιολογεί την, για τον προαναφερόμενο λόγο, άρνησή της.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η περιοχή "..." έχει πριν από το έτος 1973 έκδηλο οικοπεδικό χαρακτήρα και είναι οικιστική, καθότι διαθέτει όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας, δημοτική συγκοινωνία, ασφαλτοστρωμένους δρόμους, η δε οδός ... με την οποία συνορεύει σήμερα το επίδικο ακίνητο των 550,82 τ.μ.

ήδη χαρακτηρίζεται ως υφιστάμενη διανοιγμένη δημοτική οδός, ενώ από τις λοιπές πλευρές του το ίδιο ακίνητο συνορεύει με περιφραγμένες εκτάσεις με οικίες (βλ. το με αρ. πρωτ. .../22.2.2013 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης). Κατά συνέπεια η αρμόδια Υποθηκοφύλακας, έχοντας μόνον αμφιβολία και όχι βεβαιότητα για τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, δεν είχε δικαίωμα, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ν’ αρνηθεί την αιτουμένη μεταγραφή της άνω συμβολαιογραφικής αποδοχής κληρονομίας των εφεσίβλητων.

Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν, το οποίο εγείρει δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου (ως δημόσιας δασικής έκτασης) ελέγχονται ως αβάσιμα, δεδομένου και του ότι δεν προσκομίζει έγγραφα εκ των οποίων να προκύπτει ότι ηγέρθη εκ μέρους του προγενέστερη συγκεκριμένη αμφισβήτηση ή διεκδίκηση επί του επιδίκου, η οποία να κρίθηκε βάσιμη με απόφαση της διοίκησης ή των τακτικών Δικαστηρίων κατόπιν άσκησης οικείας αγωγής, ούτως ώστε βάσιμα η Υποθηκοφύλακας Σπάτων να θεωρεί προδήλως άκυρη την επίδικη μεταβίβαση, δεδομένου και του ότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι η νομική ευχέρεια του Υποθηκοφύλακα ν’ απορρίψει την αίτηση μεταγραφής με βάση τα στοιχεία που τίθενται σε γνώση του και όχι η δικαστική αναγνώριση των όποιων εμπραγμάτων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στη μεταβιβαζόμενη έκταση.

Συνεπώς, η Υποθηκοφύλακας Σπάτων μη νόμιμα αρνήθηκε να μεταγράψει το επίμαχο υπ’ αριθμ. .../6.9.2007 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ., στα απ’ αυτήν τηρούμενα βιβλία μεταγραφών, για τον προαναφερόμενο λόγο. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και διέταξε την ως άνω Υποθηκοφύλακα να μεταγράψει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων το ανωτέρω συμβόλαιο ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της...".

Με το πρώτο τμήμα κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ. 11β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του πρώτου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν, με επίκληση με τις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις (σελ. 12) αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις (σελ. 3) ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το αναιρεσείον "...δεν προσκομίζει έγγραφα εκ των οποίων να προκύπτει ότι ηγέρθη εκ μέρους του προγενέστερη συγκεκριμένη αμφισβήτηση ή διεκδίκηση επί του επιδίκου, η οποία να κρίθηκε βάσιμη με απόφαση της διοίκησης ή των τακτικών Δικαστηρίων κατόπιν άσκησης οικείας αγωγής...", τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης του υπό μεταγραφή ακινήτου μεταξύ των οποίων και το με αριθμό πρωτ. .../22.2.2013 της Δ/νσης Δασών Ανατολικής Αττικής, στο οποίο, έγγραφα προγενέστερα της ένδικης αποδοχής κληρονομίας των αναιρεσιβλήτων, το προς μεταγραφή ακίνητο περιγράφεται ως δασική έκταση και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Προσωρινούς Κτηματικούς Χάρτες και Κτηματολογικούς Πίνακες (Γ ανάρτηση 1984 - και οι οποίοι είναι σε ισχύ μέχρι την ανάρτηση των δασικών χαρτών), της τέως Κοινότητας Ραφήνας του Δήμου Κρωπίας, η εν λόγω έκταση περιλαμβάνεται: 1) Κατά το τμήμα (Α, Β, Β’, Α’.

Α) -όπως αυτό εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό του Π. Σ.- εμβαδού 85,82 τ.μ. στον Κωδικό ... για τον οποίο αναφέρεται ότι κατά το έτος σύνταξης των ως άνω Προσωρινών Κτηματικών Χαρτών και Κτηματολογικών Πινάκων τους ήταν δασική έκταση και δρόμοι. Αποτελεί δε τμήμα του ... τεμαχίου της διανομής 1930 - 1934 του Υπ. Γεωργίας του Αγροκτήματος "Ραφήνα" Αττικής και φέρεται στον πίνακα ...., ως δάσος διαχωρισθέν υπέρ ιδιοκτήτου και εμφαίνεται ως δασική έκταση στις α/φ των ετών 1937 και 1945, γι’ αυτό και χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, σύμφωνα με την αριθμ. ...20-3-81 Δ/γή του Υπ.

Γεωργίας. 2) Το υπόλοιπο της έκτασης με στοιχεία (...) -όπως αυτό εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό του Π. Σ.- εμβαδού "465,0" τ.μ. περιλαμβάνεται στον Κωδικό ... για τον οποίον στους ως άνω Προσωρινούς Κτηματικούς Χάρτες και Κτηματολογικούς Πίνακες αναφέρεται ότι, κατά το έτος σύνταξής τους εμφαίνεται ως οικοδομηθείσα έκταση.

Αποτελεί δε τμήμα του ... τεμαχίου της διανομής 1930 -1934 του Υπ. Γεωργίας του Αγροκτήματος "..." και φέρεται στον πίνακα ...., ως δάσος διαχωρισθέν υπέρ ιδιοκτήτου και τέλος, τις α/φ των ετών 1937 και 1945, στις οποίες εμφαίνεται ως δασική έκταση, γι’ αυτό και χαρακτηρίσθηκε ως Δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, στην υπ’ αριθμ. ...20.3.81 Δ/γή του Υπ.

Γεωργίας. Ο λόγος αυτός, ως προς το ανωτέρω τμήμα του, είναι βάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το άνω ζήτημα του μη δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, καταλείπεται αμφιβολία, αν έλαβε υπόψη του και το ως άνω επίμαχο έγγραφο.

Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο τμήμα του το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη άλλως αντίφαση αιτιολογιών ως προς την άρνηση της Υποθηκοφύλακος, η οποία (Υποθηκοφύλακας) επικαλούμενη τον δασικό χαρακτήρα του προς μεταγραφή ακινήτου, όπως αυτή οριοθετείται από την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και τις τυπικές υποχρεώσεις των αναιρεσιβλήτων, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 86/1969 - Δασικού Κώδικα αρνήθηκε να μεταγράψει το υπ’ αριθμ. .../2009 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Μ., με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου έκαστος του περιελθόντος σ’ αυτούς, λόγω κληρονομιάς, ακινήτου. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εκτίθενται ανωτέρω, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες προκειμένου να αιτιολογηθεί η μη σύννομη, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση άρνηση της Υποθηκοφύλακος προς μεταγραφή, λόγω του δασικού χαρακτήρα, του περιερχομένου στους αναιρεσίβλητους ακινήτου δυνάμει του προαναφερθέντος μεταγραπτέου εγγράφου αποδοχής κληρονομίας αυτών.

Ειδικότερα την κρίση του ως προς τον μη δασικό χαρακτήρα του προς μεταγραφή ακινήτου την στηρίζει στα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα αποδοχής κληρονομίας, στο υπ’ αριθμ. ...1966 συμβόλαιο δωρεάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Λ. και στο υπ’ αριθμ. ...10.1952 παραχωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Κ., χωρίς, ωστόσο να αντικρούει τον απώτερο τίτλο κτήσης και συγκεκριμένα το υπ’ αριθμ. .../1949 διανεμητήριο έγγραφο της μείζονος έκτασης, όπου γίνεται αναφορά για αγροδασόκτημα αλλά και τα διαλαμβανόμενα στο προαναφερθέν με αριθμό πρωτ. .../22.2.2013 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ανατολικής Αττικής, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 60 παρ. 1 του Ν. 86/1969 - Δασικού Κώδικα, ενόψει:

α) της περιεχόμενης στην από 6-11-2008 έγγραφη άρνηση της Υποθηκοφύλακος αιτίασης, ότι η συγκεκριμένη μεγαλύτερη έκταση διά κατατμήσεως της οποίας προήλθε το προς πώληση τμήμα περιγράφεται σύμφωνα με τους απώτερους τίτλους κτήσης κατά το μεγαλύτερο τμήμα της ως αγροδασόκτημα και για την κατάτμηση αυτής απαιτείται άδεια από το Υπουργείο Γεωργίας, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 ΝΔ 86/1969 - Δασικού Κώδικα και β) του σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, στον οποίο αναφέρεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 60 του Ν. 86/1969 αλλά και ο ισχυρισμός ότι η δοθείσα από το Υπουργείο Γεωργίας υπ’ αριθμ. ...21-6-1949 άδεια κατάτμησης αφορούσε μόνο την κατάτμηση εκτάσεως 2200 στρεμμάτων σε δύο τμήματα, και όχι την ένδικη κατάτμηση που αφορούσε μερικότερη έκταση.

Επιπρόσθετα, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 6.11.2008 έγγραφης άρνησης της Υποθηκοφύλακος Σπάτων για μεταγραφή του ένδικου με αριθμό .../2007 συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας της Συμβ/φου Αθηνών Μ. Μ. προκύπτει ότι η Υποθηκοφύλακας αρνήθηκε την εν λόγω μεταγραφή λόγω τυπικής έλλειψης και συγκεκριμένα διότι από τον συσχετισμό του τίτλου κτήσεως του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και του προς μεταγραφή συμβολαίου προκύπτει αμφιβολία-ασάφεια για την ταυτότητα του ακινήτου (άρθρα 33 του β.δ. 533/1963 και 10 του ν.δ. 4201/1961) και όχι διότι η Υποθηκοφύλακας είχε αμφιβολία και όχι βεβαιότητα για τον δασικό χαρακτήρα του υπό μεταγραφή ακινήτου, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το ανωτέρω δεύτερο τμήμα του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια, του κατά τα ανωτέρω δεκτού γεννώμενου και ως προς τα δύο μέρη του, αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση του δευτέρου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου τούτο να ερευνήσει εάν συνέτρεχαν σύμφωνα με τα παραπάνω οι απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις αναφορικά με τον δασικό χαρακτήρα της αιτηθείσας μεταγραφής όπως αυτές διαλαμβάνονται στην εν αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη, στην από 6-11-2008 έγγραφη άρνηση της Υποθηκοφύλακος αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1959 και άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1810/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος κατά την εκούσια δικαιοδοσία.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ