Legislator Case Law & Legislation
1970/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal, upholding lower court's finding of public ownership via good faith possession.

Case Number 1970/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision regarding disputed land ownership. The lower court ruled that the claimants acquired ownership through good faith possession for over 30 years, rendering the State's registration inaccurate. The Court affirmed this decision, rejecting the State's argument that the claimants' mother acted in bad faith due to a 1991 purchase request, noting such actions did not disrupt their established possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 of Law 3127/2003 and 1042 of the Civil Code; The acquisition of ownership through good faith possession is valid even if the possessor's direct provider later attempts to purchase the property, provided the possession remained uninterrupted and the provider's subsequent actions did not disturb the possession.

Keywords

AI generated
good faith possession acquisitive prescription public ownership civil code provisions land registration error state liability property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of Law 3127/2003
Article 1042 of the Civil Code
Articles 62, 73, 286, 287, 291, 292, 313 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1970 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1970 /2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου- Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) Μ. χήρας Χ. Μ. το γένος Μ. Κ., 2) Θ. χήρας Γ. Θ. το γένος Μ. Κ., 3) Σ. χήρας Ι. Ζ. το γένος Μ. Κ., κατοίκων ... Η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βαρβάρα Κατακαλίδου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ...-2024 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Σερρών, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: α) Ε. Α. του Γ. και της Θ., κάτοικος ..., β) Σ. Θ. του Γ. και της Θ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2019 αγωγή των αρχικών ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2022 αίτησή του. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 3-4-2024 και επανήλθε προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο με την από 3-4-2024 κλήση των αναιρεσιβλήτων, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την 76/04.04.2024 κλήση των αναιρεσιβλήτων η από 18.04.2022 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς αναίρεση της 444/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 03.04.2024.

Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ. α' , 287, 291, 292 και 313 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.

Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Κατ'ακολουθίαν ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 152/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχική διάδικος - δεύτερη αναιρεσίβλητη, Θ. χα Γ. Θ., απεβίωσε στις ...-2024, όπως προκύπτει από το με αριθμό ....2024 αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Σερρών. Κατά την, στην αρχή της απόφασης αναφερομένη δικάσιμο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. ....2024 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Σερρών), της αρχικής αυτής δεύτερης αναιρεσιβλήτου, τέκνα της, Ε. Α. και Σ. Θ., εμφανίσθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους και δήλωσαν αφενός μεν τον θάνατο της μητέρας τους Θ. χας Γ. Θ. και την εξ αυτού του λόγου, βιαία διακοπή της δίκης και αφετέρου ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως την δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, η δήλωση δε αυτή της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον. Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε, εκουσίως, η προκείμενη δίκη και χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Με την ανωτέρω από 18.04.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, 444/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 73/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την κτηματολογική αγωγή αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής (άρθρ. 6§2 του ν. 2664/1998) των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§3 Κ.Πολ.Δ.).

Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.." (παρ. 2).

Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων, νομέας κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Σκοπός της διάταξης, κατά την τελολογική ερμηνεία της και σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση του ν. 3127/2003, είναι να νομιμοποιήσει εξαιρετικά και μόνο την αυθαίρετη κατοχή δημοσίων κτημάτων υπέρ των εμφανιζομένων ως νομέων αυτών, για την διευκόλυνση σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου. Σκοπός δηλαδή της διάταξης δεν είναι να καταργήσει ολικά τον κανόνα του ανεπίτρεπτου της επίκλησης χρησικτησίας σε βάρος του Δημοσίου, αλλά να επιτρέψει κατ' εξαίρεση και σε ορισμένες περίπτώσεις, που προαναφέρθηκαν, την πρωτότυπη κτήση επί δημοσίου κτήματος, όπου συγκεκριμένα πληρούνται οι παραπάνω προσύποθέσεις που θέτει η διάταξη.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 1647/2022).

Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 του Α.Κ. ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:

α) γνωρίζει ή β) από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστεώς του, αντιθέτως, κατά το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, υπό εκατέρου τούτων, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ', αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 121/2022, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 187/2017).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις 19.03.2003, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003 (ΑΠ 168/2023, ΑΠ 647/2020). Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με πρωτότυπο τρόπο σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α' και β' του ίδιου νόμου (ΟλΑΠ 11/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ, α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ.6/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Οι από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι δεν ιδρύονται, όταν οι ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 410,33 αποτελεί το με αριθμό 8 οικόπεδο του Ο.Π. 627 της πολεοδομικής μελέτης της τοποθεσίας "Σφαγεία - Σαράντα Μάρτυρες" της πόλης των Σερρών και φέρει ΚΑΕΚ 441212309013/0/0 του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, στο οποίο έχει καταχωρηθεί ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αποτυπώνεται δε με τα στοιχεία Α-Β-Γ-.....-Ν-Ξ-Α στο από μηνός Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ.

Π., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, που έχει επισυναφθεί στο σώμα της αγωγής, είναι άρτιο ως προς το εμβαδόν και μη οικοδομήσιμο ως προς το πρόσωπο και στην ανωτέρω περιοχή έχει κυρωθεί πράξη εφαρμογής, σύμφωνα με τον πίνακα της οποίας δεν έχει υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα. Από τους Κτηματολογικούς Πίνακες Αποτύπωσης των Συνοικισμών "πέριξ πόλεως" Σερρών ετών 1960-1962, προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο φέρεται με αριθμό 4831 και έκτασης 690 τ.μ" ενώ στον Κτηματολογικό αυτό Πίνακα (σελ. 372) έχουν αναγραφεί ως κάτοχοι του οικοπέδου με οικία οι Μ.

Κ. (ήδη Κ.) του Ε. και Α. Γ. του Λ. λόγω αποκατάστασης από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ). Ο Μ. Κ. του Ε., πατέρας των εναγουσών, γεννήθηκε το έτος 1894 στην Ανατολική Θράκη, όπου έζησε μέχρι το έτος 1922, κατόπιν δε από το διωγμό του από τους Τούρκους εγκαταστάθηκε στις Σέρρες και του παραχωρήθηκε από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων η νομή του ανωτέρω οικοπέδου, εντός του οποίου ανήγειρε, το έτος 1923, ισόγεια κατοικία επιφάνειας 45 τ.μ.

όπου ζούσε με την οικογένειά του, είναι δε αυτή η οικία που αναγράφεται στον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα (σελ. 372). Από την εγκατάστασή του στο ανωτέρω οικόπεδο o Μ. Κ. του Ε. ασκούσε σ' αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το θάνατό του το έτος 1980, πράξεις νομής καλόπιστα, ήτοι με την πεποίθηση κατά την κτήση της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω οικοπέδου, ειδικότερα δε το είχε οριοθετήσει, το επέβλεπε, το καθάριζε από άγρια βλάστηση, είχε ανεγείρει ισόγεια κατοικία όπου κατοικούσε με την οικογένειά του και είχε φυτέψει και καλλιεργούσε οπωροφόρα δένδρα στον ελεύθερο χώρο του.

Μετά το θάνατο του Μ. Κ. του Ε. το έτος 1980 στο επίδικο οικόπεδο ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής συνεχώς και αδιαλείπτως από κοινού οι ενάγουσες θυγατέρες του και η σύζυγός του Ε. χα Μ. Κ., η τελευταία δε μέχρι το θάνατό της το έτος 2005, όλες με την πεποίθηση ότι απέκτησαν την συγκυριότητα του οικοπέδου.

Μετά το έτος 2005, που απεβίωσε η μητέρα των εναγουσών και συννομέας του οικοπέδου, ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής καλόπιστα αποκλειστικά οι ενάγουσες, οι οποίες το έτος 2010 διέκοψαν την παροχή του ρεύματος, το έτος 2011 κατεδάφισαν την παλιά ισόγειο κατοικία και παραχώρησαν άτυπα την χρήση του στο Γ. Κ. Ουδέποτε από το έτος 1922, οπότε παραχωρήθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου στον πατέρα των εναγουσών Μ.

Κ. του Ε. από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων και καταχωρήθηκε τούτο στο όνομά του στον Κτηματολογικό Πίνακα της Αποτύπωσης Συνοικισμών Πέριξ Πόλεως Σερρών με αριθμό 4831, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003 στις 19.3.2003 αμφισβητήθηκε η νομή των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους στο εν λόγω οικόπεδο και ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλλει δικαιώματα ιδιοκτησίας επ' αυτού.

Από τα πραγματικά αυτά γεγονότα αποδεικνύεται πλήρως ότι η κυριότητα του επίδικου οικοπέδου, βρισκομένου εντός οικισμού που προϋφίσταται του έτους 1923, έχει περιέλθει στην συγκυριότητα των εναγουσών κατά ποσοστό 1 /3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, διότι από το έτος 1923. που παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο και πατέρα των εναγουσών από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων και o οποίος ασκούσε επ' αυτού καλόπιστα πράξεις νομής, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 στις 19.3.2003 είχαν συμπληρώσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών αδιατάρακτης νομής, διότι αποδείχθηκε ότι στο χρονικό αυτό διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τις ενάγουσες και τους δικαιοπαρόχους τους στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής τους ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό.

Το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν αναιρεί το γεγονός ότι η μητέρα και δικαιοπάροχος των εναγουσών το έτος 1991 υπέβαλε αίτηση εξαγοράς του οικοπέδου, διότι τότε τόσο αυτή όσο και οι ενάγουσες είχαν καταστεί συγκύριες εξ αδιαιρέτου αυτού, ήτοι είχαν συμπληρώσει συνεχώς και αδιαλείπτως καλόπιστη νομή μεγαλύτερη των τριάντα (30) ετών, συνυπολογίζοντας στον ίδιο χρόνο της συννομής τους και το χρόνο της καλόπιστης νομής του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Μ.

Κ. του Ε. από το έτος 1922, οπότε του παραχωρήθηκε το οικόπεδο από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, το ίδιο δε αποτέλεσμα έχει και το γεγονός ότι o Μ. Κ. του Ε. δεν αναφέρεται στα αρχεία της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής ΠΕ Σερρών, Τμήμα Πολιτικής Γης, ότι αποκαταστάθηκε ως παλαιός κληρούχος σε γεωργικό κλήρο κατά την Οριστική Διανομή έτους 1936 αγροκτήματος Σερρών.

Στο πλαίσια της κτηματογράφησης για τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Σερρών με ΚΑΕΚ 441212309013/0/0 ότι ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου πλην όμως η καταχώρηση αυτή είναι εσφαλμένη, διότι, όπως προαναφέρθηκε το ακίνητο αυτό ανήκει ενάγουσες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 410,33 τ.μ., που βρίσκεται εντός οικισμού προϋφιστάμενου του έτους 1923, νεμόταν με καλή πίστη, αρχικά ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών Μ. Κ. από το έτος 1922 στο οποίο εγκαταστάθηκε μετά από παραχώρηση από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων έως το θάνατό του το έτος 1980 και στη συνέχεια οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες θυγατέρες του και η μητέρα τους, σύζυγός του, Ε.

χα Μ. Κ. η τελευταία μέχρι το θάνατό της το έτος 2005 και στη συνέχεια οι ενάγουσες θυγατέρες του αποκλειστικά , οι οποίοι όλοι (άμεσος δικαιοπάροχος και ενάγουσες), ασκούσαν σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως τις αναφερόμενες ανωτέρω, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής έως τις 19/03/2003, έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, χωρίς να διαταραχθούν στη νομή του (αδιαταράκτως) από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Επίσης, δέχθηκε ότι, οι ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες έγιναν (συγ)κυρίες τούτου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά (συγ)κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 α' και 2 του ν. 3127/2003. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, που προεκτέθηκε και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τις ενάγουσες της (συγ)κυριότητας, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εκάστης, επί του επιδίκου, με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρ. 4 παρ.1 του ν. 3127/2003, (πρωτότυπο τρόπο), από τον άμεσο δικαιοπάροχο πατέρα τους Μ.

Κ., και την μητέρα τους Ε. Κ. στη νομή του οποίου τους διαδέχθηκαν, οι οποίοι νεμήθηκαν τούτο καλόπιστα και αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών, από το έτος 1922 έως τις 17/03/2003 (έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003), και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Σερρών, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Όσον αφορά ειδικά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, επειδή έκρινε ότι η δικαιοπάροχος μητέρα των εναγουσών Ε. Κ. ήταν καλόπιστη νομέας καίτοι το έτος 1991 προέβη σε υποβολή αίτησης εξαγοράς του επιδίκου ακινήτου, που αποδεικνύει, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, την κακή πίστη της, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες διότι η ενέργεια αυτή της δικαιοπαρόχου των εναγουσών δεν συνδέεται περαιτέρω με καμία, διαταρακτική της νομής των τελευταίων, πράξη ή παράλειψη του αναιρεσείοντος εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος συμπλήρωσης της ειδικής χρησικτησίας στο πρόσωπο των εναγουσών (μέχρι την 19.03.2003), καμία δε επιρροή δεν ασκεί εν προκειμένω όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο καθόσον η καλή πίστη του νομέα ήτοι της Ε.

Κ., έπρεπε να υφίσταται, όπως και υφίστατο, κατά την κτήση της νομής, δηλαδή το έτος 1980 κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της Μ. Κ. τον οποίο διαδέχθηκε σε αυτή, ούσα αδιάφορη η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη αυτής. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που οι τελευταίοι, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους και στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.04.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 444/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ