Legislator Case Law & Legislation
1970/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for jurisdictional error regarding payment order issuance to public entities.

Case Number 1970/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the appeal court's decision which had rejected the appellant's appeal against a payment order issued to the University of Thessaly. The lower court erred by assuming the single-member court lacked jurisdiction to issue the payment order, despite the law permitting such orders for public entities under specific conditions. Consequently, the case was remitted to the original court with a different judge to correct the jurisdictional mistake.

Legislator headnote

AI generated

Articles 623 and 624 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that single-member courts retain jurisdiction to issue payment orders against public entities when statutory conditions are met, and a refusal based on assumed lack of jurisdiction constitutes a procedural error requiring remittal.

Keywords

AI generated
payment order jurisdiction public entity liability single member court jurisdictional error remittal to court civil procedure code appeal annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 623 of the Code of Civil Procedure
Article 624 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1, 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1970 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1970/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Α., κατοίκου Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/10/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 199/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 128/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22.5.2012 ανακοπή και οι από 19.2.2013 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αρ. 321/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και είχε ακυρωθεί η επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε με βάση τη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.

Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".

Περαιτέρω, στο άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος, όπως, επίσης, το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται, ότι: "5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει.

Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Ν. 3068/2002, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 20 του Ν. 3301/2004, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 94 § 4 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο Ν. 3301/2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ` - ζ` της § 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ του ΚΠολΔ εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων".

Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του, κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997, έχει δε υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 § 3 αυτού ορίζει: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση:

α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική...

αρχή... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Τέλος, το άρθρο 14 § 1 εδάφιο α` του ίδιου Συμφώνου ορίζει: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί από...

δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) - η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 - καθώς και με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.

Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητά της (Ολ.

ΑΠ 21/2001). Από τις εκτεθείσες ως άνω συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, με τις οποίες επιδικάζονται σε βάρος τους χρηματικές απαιτήσεις, στους τίτλους δε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ.

του ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, οι οποίες ναι μεν εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθ' ου η αίτηση, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφενός μεν επιλύουν διαφορές, αφετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθ' ου η αίτηση να ασκήσει ανακοπή και να προβάλλει τους ισχυρισμούς του.

Ως εκ τούτου είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων σε βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων, χωρίς να παραβιάζεται η συνταγματικά προβλεπόμενη διάκριση των δικαιοδοσιών, αφού η διαταγή πληρωμής συνιστά τίτλο εκτελεστό, για την έκδοση του οποίου ισχύουν συγκεκριμένοι όροι, διαφορετικοί από τους αντίστοιχους για την έκδοση δικαστικής απόφασης, μετά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σύμφωνα με τους κατάλληλους κανόνες δικαιοδοσίας και ουσιαστικού δικαίου.

Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής, προσφέρει και η διάταξη του άρθρου 199 § 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (του Ν. 2717/1999), σύμφωνα με το οποίο οι τελεσίδικες, ανέκκλητες και προσωρινά εκτελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του ΚΠολΔ καθώς και η § 4 του ιδίου ως άνω άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3900/2010 και ισχύει από 1.1.2011, σύμφωνα με την οποία "οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το κατά το άρθρο 274 τέλος δικαστικού ενσήμου", με το οποίο θεσπίστηκε, προς αποφυγήν περιττών δικών, για πρώτη φορά στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο η δυνατότητα μετατροπής της αναγνωριστικής απόφασης σε καταψηφιστική με μόνη την καταβολή εκ των υστέρων του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου ( ΑΠ 1330/2017, ΑΠ 751/2017, ΑΠ 432/2015, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 1825/2013) Όλα τα ανωτέρω ισχύουν μόνο για όσες διαταγές πληρωμής έχουν εκδοθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4335/2015 , καθώς με το άρθρο 1 του ως άνω νόμου τροποποιήθηκε το άρθρο 623 του ΚΠολΔ με την προσθήκη μεταξύ άλλων και της φράσης "...εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά...", επιλύοντας την μέχρι τότε υφιστάμενη νομολογιακή αμφισβήτηση περί της ύπαρξης ή όχι "δικαιοδοσίας" των δικαστών των πολιτικών δικαστηρίων να εκδίδουν διαταγές πληρωμής με υποκείμενη αιτία διαφορά δημοσίου δικαίου.

Αντίστοιχα δε, με τον προγενέστερο Ν. 4329/2015, προβλέφθηκε στο άρθρο 272Α του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ότι υφίσταται πλέον δικαιοδοσία του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου για έκδοση διαταγής πληρωμής από διοικητική σύμβαση.

Συνεπώς ο νομοθέτης, επέλεξε να δώσει τέλος στην προαναφέρομενη αμφισβήτηση, εξοπλίζοντας όμως ταυτόχρονα τους δανειστές του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. κλπ. με την ευχέρεια να ζητούν την έκδοση διαταγής πληρωμής από τα διοικητικά δικαστήρια, ώστε να ικανοποιούνται οι αξιώσεις τους εντός ευλόγου και συνταγματικά ανεκτού χρονικού διαστήματος.

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1, 3, 22 επ.

ΚΠολΔ και 94 παρ.3 Συντάγματος. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλ. αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσεως προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.

Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υποθέσεως, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου [ποινικού ή διοικητικού] ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 87/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Εάν υπάρχει η πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Με την από 22.5.2012 (αρ. καταθ. 272/2012) ανακοπή και τους από 19.2.2013 (αρ. έκθ. καταθ. 77/2014) πρόσθετους λόγους ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου το ανακόπτον ζητούσε να ακυρωθεί η με αριθμό 321/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθού το συνολικό ποσό των 132.274,74 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων ....Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του , αφού έκρινε ως παραδεκτή την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους, στην συνέχεια έκανε δεκτή την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ως κατ' ουσίαν βάσιμους, ακύρωσε την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών καθού η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της.... Με τον πρόσθετο λόγο ανακοπής το ανακόπτων επικαλέστηκε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής καθόσον η απαίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε (η διαταγή πληρωμής) προέρχονταν από διοικητικές συμβάσεις έργου που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και υπάγονταν στην δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων με συνέπεια την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστή για την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει των με αριθμό πρωτοκόλλου 5087/4-4-2008, 8147/9-6-2008, 9723/15-7-2008, 6879/28-5-2009 και 7023/1-6-2011 συμβάσεων έργου που συνήφθει μεταξύ των διαδίκων ο εκκαλών ανέλαβε την υποχρέωση της φύλαξης και καθαρισμού κτιρίων που χρησιμοποιεί το εφεσίβλητο για εκτέλεση δημοσίου σκοπού ήτοι για την λειτουργία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων που αφορούσαν οι παραπάνω συμβάσεις.

Περαιτέρω, από το κείμενο των παραπάνω συμβάσεων αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω συμβάσεις συνήφθησαν στο πλαίσιο διοικητικού νομοθετικού πλαισίου όπως ρητά προκύπτει από την παράθεση στο προοίμιο τους των : Ν.2286/1995"Προμήθειες του Δημοσίου Τομέα και" Ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", Π.Δ. 82/1996 "περί ονομαστικοποίησης των μετοχών Α.Ε.

που μετέχουν στις διαδικασίες ανάληψης προμηθειών του Δημοσίου", Ν.2522/1997 "Δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης συμβάσεων Δημοσίων Έργων, Κρατικών Προμηθειών και Υπηρεσιών σύμφωνα με την Οδηγία 89/665 Ε.Ο.Κ. ", Π.Δ. 394/1996 <<Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου", Π.Δ 346/1998 "Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου".

Π.Δ. 118/2007 "Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου", Ν. 3060/2002 "Έλεγχος νομιμότητας συμβάσεων προμηθειών παροχής υπηρεσιών δημοσίων έργων" και 60/2007 "Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις, της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών" πλαίσιο το οποίο καθιστούν υπερέχουσα τη θέση του ανακόπτοντος σε σχέση με τον καθού.

Περαιτέρω, με τις παραπάνω συμβάσεις ορίστηκε ότι η αμοιβή του καθού θα καταβάλλονταν με την έκδοση χρηματικού εντάλματος το οποίο θα θεωρούνταν από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Επίσης, στις παραπάνω συμβάσεις περιλαμβάνονταν επαχθείς ποινικές ρήτρες σε βάρος του καθού καθώς και προηγούμενη καταβολή εγγυητικών επιστολών.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω συμβάσεις αποτελούσαν διοικητικές συμβάσεις καθόσον περιέχουν όρους που δημιουργούν υπέρ του Δημοσίου εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, και ιδίως τη δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως και επιβολής κυρώσεων υπό τη μορφή της μονομερούς διακοπής της λειτουργίας της συμβάσεως.

Έτσι η υποκείμενη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτηση του εκκαλούντος (το εργολαβικό αντάλλαγμα από δημόσιο έργο σε εκτέλεση των ως άνω διοικητικών συμβάσεων) και για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι δημοσίου δικαίου.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ακυρώνοντας την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας για την έκδοσή της δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την έφεση είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με το σκεπτικό, όπως και πρωτοδίκως , ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοση τής υπ' αριθ. 321/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, καθ' όσον η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος, προς ικανοποίηση του οποίου εκδόθηκε, προέρχεται από διοικητική σύμβαση, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εν όψει των εξής δεδομένων:

α) ο ένας των συμβαλλομένων είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, που ασκεί δημόσια εξουσία, β) το αντικείμενο της συμβάσεως αφορά στην φύλαξη Δημόσιου κτιρίου , εντεύθεν εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, γ) η κατάρτιση και η εκτέλεσή της διέπεται από κανόνες διοικητικού δικαίου και περιέχει όρους που δημιουργούν υπέρ του Δημοσίου εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, και ιδίως τη δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως και επιβολής κυρώσεων υπό τη μορφή της μονομερούς διακοπής της λειτουργίας της συμβάσεως.

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή έκδοση διαταγής πληρωμής, μέχρι την 1.1.2016, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων που τάσσουν τα άρθρα 623 και 624 του ΚΠολΔ σε βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων, χωρίς να παραβιάζεται η συνταγματικά προβλεπόμενη διάκριση των δικαιοδοσιών, αφού η διαταγή πληρωμής συνιστά τίτλο εκτελεστό, για την έκδοση του οποίου ισχύουν συγκεκριμένοι όροι, διαφορετικοί από τους αντίστοιχους για την έκδοση δικαστικής απόφασης, μετά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σύμφωνα με τους κατάλληλους κανόνες δικαιοδοσίας και ουσιαστικού δικαίου.

Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου είχε δικαιοδοσία για την ενώπιον του αχθείσα διαφορά και την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής κατά την ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων. Κατ' ακολουθία, το Εφετείο, που με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, δεχόμενο, παρά το νόμο, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου στερούνταν δικαιοδοσίας να εκδώσει την επίδικη διαταγή πληρωμής, και ακυρώνοντας την τελευταία κατά παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής, λόγω του, εκ της ελλείψεως δικαιοδοσίας, απαραδέκτου της συναφούς αίτησης, υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι αυτή του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" που εδρεύει στο Βόλο, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία δεν θα επιβληθούν μειωμένα, καθότι η νομική υποστήριξη του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

στο παρόν Δικαστήριο δεν διεξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζεται στη διάτ\η του άρθρου 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957 (ΑΠ 920/2019, ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 589/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 199/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ