Legislator Case Law & Legislation
1970/2017 AI generated

1970/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1970/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1970/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά ανέγνωσε την από 5-8-2016 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της αίτησης.

Keywords

AI generated
duration of incapacity rest period rights and obligations of staff annual leave normal loss of working hours deficit working hours
AI generated
1130/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1476/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.
8/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1970 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1970/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Αρετή Παπαδιά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ... Α.Ε. με έδρα την …, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Καρδαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2231/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5451/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά ανέγνωσε την από 5-8-2016 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966, ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεούμενου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δεύτερου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.

Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από της 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της άδειας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν, έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού".

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. Δ/τος 3755/1957, 1 παρ.1 στοιχ. ε’ της υπ’ αριθμ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ’ έτος αδειών μετ’ αποδοχών", η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2081/1952, 7 του Π.

Δ/τος 88/1999 (ΦΕΚ Α 94) με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία στο άρθρο 7 αυτής επιτάσσει την λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για παροχή ετήσιας άδειας μετά αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων στους εργαζομένους, ρύθμιση που επαναλήφθηκε στην ταυτάριθμη διάταξη της νεώτερης με αριθμό 2003/88 οδηγίας που κωδικοποίησε τις σχετικές ρυθμίσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, και ενόψει του επιδιωκομένου από τις πιο πάνω ρυθμίσεις σκοπού να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας, προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη (άκυρη) κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας και μάλιστα με προσαύξηση κατά 100% σε περίπτωση υπαιτιότητάς του, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ’ αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και τον συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο ήδη συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν (ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 1683/2012).

Η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω Α.Ν. 539/1945, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της άδειάς του το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτήν και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψης αυτής (ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1683/2012).

Επομένως σχετικές ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κανονισμών εργασίας ή ατομικών συμβάσεων εργασίας, όπως η ρύθμιση του άρθρου 23 παρ. 5 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Προσωπικού της αρχικώς εναγομένης και εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατέστη η αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την επωνυμία "...

A.E.", ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 11.11.1977 συλλογική σύμβαση εργασίας "Περί του Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος" που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3239/1955 και δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθμό 46806/26.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 1255), με την οποία ορίζεται στο εδάφιο β ότι "Προς κατάρτισιν του ετησίου προγράμματος των αδειών, οι Προϊστάμενοι Καταστημάτων και Υπηρεσιών δέον όπως, κατά Ιανουάριον εκάστου έτους ζητούν παρά των υπαλλήλων την υποβολήν αιτήσεως περί χορηγήσεως αδείας, εν η θα καθορίζεται και ο χρόνος καθ’ όν ο υπάλληλος επιθυμεί όπως λάβη την άδειαν" αποβλέπουν αποκλειστικά στη διευκόλυνση του εργοδότη για το προγραμματισμό των αδειών του προσωπικού της επιχείρησης και δεν εμποδίζουν την πραγματική χορήγηση της αδείας, ανεξαρτήτως της υποβολής σχετικής αίτησης του μισθωτού που άλλωστε δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση αυτής, πολλώ δε μάλλον που κατά το εδάφιο α της ως άνω ρύθμισης ρητώς ορίζεται ότι "Αι ετήσιαι κανονικαί άδειαι χορηγούνται υποχρεωτικώς εις το Προσωπικόν της Τραπέζης κατά τα υπό της Εργατικής Νομοθεσίας οριζόμενα".

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β’ του Α.Ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ/τος 3755/1955 ορίζεται ότι "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".

Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 330 του ΑΚ προκύπτει ότι ναι μεν για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όμως, για τη θεμελίωση της αξίωσης του μισθωτού προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει τον χαρακτήρα αστικής ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 434/2011, ΑΠ 455/2010).

Η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ ΑΠ 32/2005). Επομένως στη περίπτωση αγωγής, της οποίας το αντικείμενο είναι η επιδίκαση αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100%, λόγω μη χορήγησης της ετήσιας αδείας εντός του έτους κατά το οποίο αυτή έπρεπε να χορηγηθεί από υπαιτιότητα του εργοδότη, αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου για παράβαση ουσιαστικού νόμου ή έλλειψη νόμιμης βάσης κατά τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1995, ΟλΑΠ 57/1990).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ,από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ,επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο ,κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ,δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη , αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους :O ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου το έτος 1976 και με την ιδιότητά του αυτή εργάστηκε έκτοτε σε διάφορες θέσεις της εναγομένης. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../25-2-2012 επιστολή του Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου της εναγομένης των ετών 2005 έως και 2008 προκύπτει ότι ο ενάγων κατά τα έτη αυτά δεν έλαβε κάθε έτος ολόκληρη την κανονική του άδεια ,αλλά ένα μέρος αυτής και συγκεκριμένα: α) το έτος 2005 δικαιούταν να λάβει άδεια 25 ημερών και έλαβε μέσα στο έτος αυτό άδεια μόνο 14 ημερών... β) το έτος 2006 δικαιούταν να λάβει άδεια 25 ημερών και έλαβε μέσα στο έτος αυτό άδεια 34 ημερών και συνεπώς δεν δικαιούται αποδοχών αδείας, γ) το έτος 2007 δικαιούταν να λάβει άδεια 25 ημερών και έλαβε μέσα στο έτος αυτό άδεια μόνο 20 ημερών, δ) το έτος 2008 δικαιούταν να λάβει άδεια 25 ημερών και έλαβε μέσα στο έτος αυτό άδεια μόνο 16 ημερών.

Συνεπώς το αίτημα του ενάγοντος για επίδειξη εγγράφων πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον το Δικαστήριο δύναται να σχηματίσει δικανική πεποίθηση από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα... Συνακόλουθα, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εναγομένη Τράπεζα, ως εργοδότρια δεν χορήγησε στον ενάγοντα τις άνω ημέρες αδείας, που αυτός εδικαιούτο για τα έτη 2005, 2007, 2008 είναι υποχρεωμένη κατ’ εφαρμογή των διατάξεων.. .να καταβάλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας του... Επίσης, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και την προσαύξηση ποσοστού 100% στις εν λόγω αποδοχές διότι αποδείχθηκε ότι η μη χορήγηση των παραπάνω ημερών αδείας οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτής, η οποία ήταν υποχρεωμένη πριν από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους να παράσχει την κανονική άδεια... Η κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης απαιτούμενη αίτηση...σκοπεί μόνο στον προγραμματισμό των αδειών και προσδιορισμό των χρονικών ορίων εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωση για τη χορήγηση της αδείας...

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τα εξής χρηματικά ποσά: Α) για το έτος 2005 το ποσό των ευρώ 1.282,93...Β) για το έτος 2007το ποσό των 707,48 ευρώ, και Γ) για το έτος 2008: το ποσό των ευρώ 1.832,04... δηλαδή οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 3.822,45 (1.282,93 + 707,48 + 1.832,04) ευρώ για αποδοχές αδείας και το ποσό των 3.822,45 ευρώ για προσαύξηση κατά 100% στις αποδοχές αδείας, ήτοι συνολικά το ποσό των 7,644,90 ευρώ...Επίσης...

μόνη η καθυστέρηση καταβολής εκ μέρους του εργοδότη των αποδοχών του εργαζομένου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται την προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη καθυστερεί να καταβάλει στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά...

Ο ενάγων, πέραν των οχλήσεων για την καταβολή αυτών, δεν επικαλείται αλλά ούτε και αποδείχθηκαν οποιαδήποτε άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκαν σε βάρος αυτού, από υπαιτιότητα της εναγομένης, συνθήκες ηθικής μείωσης της προσωπικότητας του. Κατόπιν αυτού, εφόσον δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, από την οποία εθίγη η προσωπικότητα του ενάγοντος μόνη η καθυστέρηση απ’ αυτή να του καταβάλει τις πιο πάνω απαιτήσεις του δεν επέφερε...προσβολή της προσωπικότητας και συνεπώς ηθική βλάβη αυτού και επομένως ο τελευταίος δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά συνέπεια το αίτημα της αγωγής καταβολής στον ενάγοντα του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσία..." Με βάση τα ανωτέρω δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως και κατ’ ουσία βάσιμη.

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, μετά παράθεση αυτούσιου ολοκλήρου του περιεχομένου της προσβαλλομένης και του περιεχόμενου της "προς αντίκρουση των προβαλλομένων ισχυρισμών του αντιδίκου...

προσθήκης - αντίκρουσης του", ότι, το Εφετείο "παραλείψαν να υπαγάγει στους ορθούς κανόνες και ειδικότερα στα ...αναφερόμενα άρθρα του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της Εμπορικής Τράπεζας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 23 και 5 αυτού, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664, 680, 679 ΑΚ, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, ν. 4694/1930, άρθρ. 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1936, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 25 παρ. 2 ν. 3239/1955, άρθρ. 11 α.ν. 547/1937...

τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, καθώς επίσης τις διατάξεις των άρθρ. 20 παρ. 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ. 1, 17 αρ. 1, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της παρ. 1 άρθρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ...υπέπεσε στη ψευδή εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων των προαναφερομένων άρθρων, των ειδικών νόμων , του Συντάγματος , του ΑΚ και των υπερεθνικού δικαίου διατάξεων...και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του κατά το άρθρο 559 αρ. 1, αλλά και του αρ. 19 ίδιου άρθρου, ήτοι ως στερούμενης νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως λόγω των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών...".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ρηθείς αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Τούτο δε διότι: α) δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή διάταξης ή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου από εκείνες που κατά τα ήδη στην προηγούμενη σκέψη προεκτεθέντα τυγχάνουν εφαρμογής επί αγωγής διωκούσης την καταβολή αποδοχών αδείας αυξημένων κατά 100%,λόγω μη παροχής στο μισθωτό της δικαιουμένης από αυτόν ετήσιας άδειας από υπαιτιότητα του εργοδότη .Επί πλέον τυγχάνει αλυσιτελής κατά το μέρος που αναφέρεται στις λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που διαλαμβάνονται σ’ αυτόν ,οι οποίες δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε δίκες με το πιο πάνω αντικείμενο και β) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη,ώστε να προκύπτει η νομική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο.

Σημειώνεται ότι αλυσιτελώς ο αναιρεσείων επιχειρεί να υπαγάγει τις αυτές ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου στις από την ίδια επικαλούμενες πλημμέλειες, με περαιτέρω λόγους αναίρεσης εκ των αριθμών 8,11 γ,12 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος εκ νέου τις ίδιες διατάξεις σε κάθε προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, αφού οι πλημμέλειες που ιδρύουν τους αναιρετικούς αυτούς λόγους αφορούν παραβάσεις κανόνων του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου.

Ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτού με το οποίο, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα "Το επικυρωμένο αντίγραφο από το βιβλίο των κανονικών αδειών των ετών 2005, 2006 2007 και 2008...τα αναλυτικά εκκαθαριστικά μισθοδοσίας του, των ίδιων ετών, για τις καταβληθείσες αποδοχές αδείας του, άλλως το ένταλμα πληρωμής κανονικής άδειας των ίδιων ετών..,.-" που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και των οποίων είχε ζητήσει με δήλωση και με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων του, την επίδειξη τους, κατ’ άρθρο 450 Κ.ΠολΔ.

για απόδειξη των ισχυρισμών του και το οποίο αίτημα το Δικαστήριο απέρριψε με την προρρηθείσα αιτιολογία ως αβάσιμο, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, για την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως προσαπαιτείται το δικαστήριο να μην έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι όχι μόνον επικαλέσθηκαν αλλά και προσκόμισαν, προϋπόθεση την οποία ο αναιρεσείων με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν επικαλείται, καθόσον αφορά το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ουσίας δεν έλαβε υπόψη τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος για παροχή ετήσιας άδειας είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις και ",..τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά, είτε για τη συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, με βάση τις παραδοχές της οποίας έγινε δεκτή υπαιτιότητα της εναγομένης και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα η ρηθείσα προσαύξηση (100%) των αποδοχών αδείας δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν εν λόγω αποδεικτικό υλικό.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και με τον τέταρτο, κατά το σχετικό μέρος αυτών , προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης..." και ειδικότερα τον πέμπτο λόγο έφεσης, με τον οποίο ζήτησε κατ’ άρθρο 450 Κ.Πολ.Δ την επίδειξη των κάτωθι εγγράφων 1)επικυρωμένου αντιγράφου από το βιβλίο κανονικών αδειών της εναγομένης των ετών 2005,2006,2007 και 2008 και 2)εκκαθαριστικών μισθοδοσίας των ετών 2005,2006,2007 και 2008.

Οι λόγοι αυτοί, κατά το ως άνω μέρος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, έλαβε υπόψη το εν λόγω αίτημα, το οποίο απέρριψε κατ’ ουσία. Ο ίδιος τρίτος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το εν λόγω αίτημα παραβίασε "ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού..." είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, η εν λόγω διάταξη είναι δικονομική και δεν ιδρύεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση της εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλομένη για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως και με τον έκτο λόγο, κατά το σχετικό μέρος αυτών ίδια πλημμέλεια.

Και τούτο διότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη την οποία έχουν εκ του Νόμου, ενώ δεν δέχθηκε δικαστική ομολογία της ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία επικαλείται ο ήδη αναιρεσείων θεμελιούμενη στο περιεχόμενο της .../2010 επιστολής της Διεύθυνσης Αμοιβών και Παροχών και των λοιπών μνημονευομένων (ως:

μηχανογραφικών αποσπασμάτων των επιδίκων ετών) τα οποία εκείνη προσεκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών της και των οποίων έλαβε γνώση και ομοίως επικαλέσθηκε και ο ενάγων. Μετά απ’ αυτά, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος αυτών, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη ότι: "δεν κάνει καθόλου μνεία των άνω εγγράφων...τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...ούτε σκέψη ή μνεία για τη βασιμότητα τους..." επί των οποίων επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού τα ανωτέρω δεν θεμελιώνουν τη ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλομένη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι: "η εναγομένη καθυστερεί να καταβάλει στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά...

Πέραν των οχλήσεων για την καταβολή αυτών, δεν... αποδείχθηκαν οποιαδήποτε άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκαν σε βάρος αυτού, από υπαιτιότητα της εναγομένης, συνθήκες ηθικής μείωσης της προσωπικότητας του, (ούτε) αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, από την οποία εθίγη η προσωπικότητα του ενάγοντος.

Μόνη η καθυστέρηση να του καταβάλει τις πιο πάνω απαιτήσεις του δεν επέφερε...προσβολή της προσωπικότητας και συνεπώς ηθική βλάβη αυτού και επομένως ο τελευταίος δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης", προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ.

τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως. Συνακόλουθα ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτού, με τον οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).

Στην κρινομένη υπόθεση, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στο Εφετείο την, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../25-2-2012 επιστολής του Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας των ετών 2005 - 2008.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και μάλιστα αυτολεξεί, αλλά διαλαμβάνεται μόνον η περί του περιεχόμενου αυτού παραδοχή της προσβαλλομένης, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τον αναιρεσείοντα και εκείνου που προσέδωσε σ’ αυτό το Εφετείο, συγκρινομένων μεταξύ τους, να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, κατά το στάδιο αυτό, δεν προσκομίσθηκε το έγγραφο αυτό. Ο αναιρεσείων, όμως που προβάλλει τον άνω λόγο αναιρέσεως, έχει υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, το περιεχόμενο του για τη διαπίστωση της βασιμότητας του προβαλλόμενου από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.ΠολΔ αναιρετικού σφάλματος.

Αν ο αναιρεσείων δεν προσκομίσει στο Ακυρωτικό το έγγραφο αυτό που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.ΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις όπως " η υπ’ αριθμ .../25-2-2012 επιστολή...η οποία δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε σε σχέση με το γεγονός ότι πράγματι χορήγησε τις ημέρες των κανονικών αδειών που αναφέρει αναποδείκτως σ’ αυτή ...επομένως αυταποδείκτως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν απέδειξε με κανένα αποδεικτικό της στοιχείο, πολλώ δε μάλλον με την προαναφερόμενη επιστολή..." και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλομένη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σλ αυτούς" Ειδικότερα τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από τη παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε να γίνει μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών η υπαγωγή σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για τη, με βάση αυτά ανεύρεση της αληθινής εννοίας κανόνα του δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1330/2011, 24/2005, 276/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη η εκ του άρθρου 559 αρ. Ιβ’ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι: "από την .../25-2-2012 επιστολή του Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου της εναγομένης των ετών 2005 έως και 2008 προκύπτει ότι ο ενάγων κατά τα έτη αυτά δεν έλαβε κάθε έτος ολόκληρη την κανονική του άδεια, αλλά ένα μέρος αυτής..." παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας διότι "δεν αξιολόγησε ορθά την προσκομιδή και από τους δύο διαδίκους της .../25-2-2012 επιστολής του Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου της εναγομένης Τράπεζας σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης..." κατά τα διαλαμβανόμενα στο λόγο αυτό.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος ,διότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από τυχόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά υπό την επίκληση αυτών ο αναιρεσείων, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-07-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμ.5451/2013απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ