1970/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedτου υπ' αριθμ .../11-7-1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου θεσ/νίκης Σάββα Γενήτσαρη, μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης, στον τόμο 873, υπ' αριθμ ..., 2) του υπ' αριθμ .../9-4-1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Περικλέους Βαραδίνη, μεταγραφέντος στα ως άνω βιβλία, στον τόμο 1242, υπ' αριθμ ... και ότι, μετά το θάνατο της Σ. Β., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αναιρεσείοντες, ο πρώτος αποποιήθηκε την κληρονομιά της που περιήλθε έτσι, κατά το κληρονομικό του μερίδιο, στην δεύτερη αναιρεσείουσα. 'Ότι αυτή με τις υπ' αριθμούς 68/2008 και 71/2008 δηλώσεις της, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχθηκε την όλη κληρονομιά της μητέρας της και έτσι, έγινε συγκυρία του παραπάνω ακινήτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου. 'Ότι ο εν λόγω αγρός μεταβιβάστηκε στους αναιρεσείοντες και στη Σ. Β., με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, από τις Α. χήρα Γ. Σ., Θ. Χ. Κ., το γένος Γ. και Α. Σ. και Μ. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. και Α. Σ., οι οποίες τους παρέδωσαν αυτόν "αμέσως", "κατά νομήν και κατοχήν", τον οποίο αμέσως περιέφραξαν
Legislator headnote
AI generated1970/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 21/10/2013 αίτηση κατά του Δήμου Πυλαίας Χορτιάτη (νομού Θεσσαλονίκης) για αναίρεση της 1709/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Full text
Απόφαση 1970 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1970/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Β. του Α. και 2)Ε. Β. του Β., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, ανακαλώντας την από 13/1/2014 δήλωσή του και η 2η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πυλαίας Χορτιάτη, νομού Θεσσαλονίκης που εδρεύει στο Πανόραμα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Πυλαίας Χορτιάτη, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11307/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1709/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/10/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 26/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο 1ος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες.. "στ. αποφασίζει για την άσκηση όλων των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, σε όσους δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 86 παρ.1 εδ.α' του ως άνω ν. 3463/2006, "ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή". Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 103 παρ.2 του ν. 3463/2006 προκύπτει, ότι η απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως ο διορισμός δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου με δήλωση του δημάρχου με έναν από τους τρόπους που ορίζεται στο άρθρο 96 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, παρά το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ.1 στοιχ.α' του ως άνω Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 21/10/2013 αίτηση κατά του Δήμου Πυλαίας Χορτιάτη (νομού Θεσσαλονίκης) για αναίρεση της 1709/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος Δήμος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, προς τον οποίο ο Δήμαρχος του πιο πάνω Δήμου χορήγησε γενική και ειδική πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπεί, μεταξύ άλλων, και ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ.
το …/10.9.2013 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Xουρσαλά). Όμως δεν προσκομίζεται απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία να αποφασίζεται η πρόσληψη του πιο πάνω δικηγόρου, για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Έτσι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερθείσα προϋπόθεση, θεωρείται δικονομικώς απών.
Εφόσον, όμως, όπως προκύπτει από την 13948/31.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Χ., ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους παριστάμενους αντιδίκους του (αναιρεσείοντες) για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο (2/4/2014), αυτή (η συζήτηση) θα προχωρήσει παρά την απουσία του.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα λόγω αοριστίας (ποσοτικής ή νομικής) και δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας της διαφοράς (ολ ΑΠ 3/1997).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και η μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, η περιγραφή δε αυτή μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.
Σε περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου στον ενάγοντα και, μόνο αν αμφισβητείται η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Παράγωγους δε τρόπους κτήσης της κυριότητας ακινήτου αποτελούν, μεταξύ άλλων: α) η συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία (άρθρα 369, 1033, 1192 ΑΚ), οπότε ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί στην αγωγή αφενός ότι η κυριότητα του ακινήτου μεταβιβάστηκε σ' αυτόν για ορισμένη αιτία με συμφωνία που καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και αφετέρου ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, β) η κληρονομική διαδοχή, κατά την οποία ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και ότι μετέγραψε την αποδοχή ή το κληρονομητήριο (άρθρα 1193, 1198, 1846 ΑΚ).
Αν ο θάνατος του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επήλθε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23/2/1946) θα έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 ΕισΝΑΚ, οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν.12 Πανδ. (28.7), ν.14 Πανδ (11.7), 69 Πανδ (29.2), σύμφωνα με τις οποίες οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ., πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ,ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 217/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10421/13.3.2009 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου στην αγωγή αγρού, εμβαδού 8000 τμ., περίπου "ή όσης εκτάσεως και αν είναι επιπλέον ή έλαττον" που βρίσκεται στη θέση "Ντίβα Τσεσμέ" ή της κτηματικής περιοχής Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, κατά ποσοστό 1/3 ο πρώτος και κατά ποσοστό 2/3 η δεύτερη από αυτούς. 'Ότι ο παραπάνω αγρός περιήλθε αρχικά στους ίδιους και την αποβιώσασα, στις 8-4-2006, σύζυγο του πρώτου και μητέρα της δεύτερης, Σ.
Β., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει:
1) του υπ' αριθμ .../11-7-1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου θεσ/νίκης Σάββα Γενήτσαρη, μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης, στον τόμο 873, υπ' αριθμ ..., 2) του υπ' αριθμ .../9-4-1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Περικλέους Βαραδίνη, μεταγραφέντος στα ως άνω βιβλία, στον τόμο 1242, υπ' αριθμ ... και ότι, μετά το θάνατο της Σ. Β., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αναιρεσείοντες, ο πρώτος αποποιήθηκε την κληρονομιά της που περιήλθε έτσι, κατά το κληρονομικό του μερίδιο, στην δεύτερη αναιρεσείουσα. 'Ότι αυτή με τις υπ' αριθμούς 68/2008 και 71/2008 δηλώσεις της, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχθηκε την όλη κληρονομιά της μητέρας της και έτσι, έγινε συγκυρία του παραπάνω ακινήτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου. 'Ότι ο εν λόγω αγρός μεταβιβάστηκε στους αναιρεσείοντες και στη Σ. Β., με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, από τις Α. χήρα Γ. Σ., Θ. Χ. Κ., το γένος Γ. και Α. Σ. και Μ. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. και Α. Σ., οι οποίες τους παρέδωσαν αυτόν "αμέσως", "κατά νομήν και κατοχήν", τον οποίο αμέσως περιέφραξαν
από όλες τις πλευρές του με τειχία από αλισμένο σκυρόδεμα, ύψους κατά μέσον όρο 2,50 μέτρων και εντός αυτού ανέγειραν διώροφη οικοδομή κατά τα έτη 1982 έως 1985, όπου έκτοτε κατοικούσαν συνεχώς, χρησιμοποιώντας την ως κύρια κατοικία τους. 'Ότι οι ανωτέρω πωλήτριες ήταν κυρίες του ανωτέρω αγρού, ως κληρονόμοι του Γ.
Σ., ο οποίος απέκτησεν την κυριότητά του με την υπερδεκαετή εξουσίασή αυτού (τεσσαρούφ), πριν από το 1907, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 609 και 610 φορολογικές εγγραφές των φορολογικών τουρκικών βιβλίων ΕΣΑΣ, του άλλοτε Μεταφραστικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και ήδη Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας. 'Ότι οι πιο πάνω τρεις δικαιοπάροχοι αυτών ήταν οι μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ.
Σ. του Σ., εξουσιάζοντος τον άνω αγρό χωρίς δικαστική ή ετέρα αμφισβήτηση. 'Ότι αυτές μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1916 υπεισήλθαν στην κληρονομία του, με ανάμειξή τους, καλλιεργώντας με σιτηρά τον ανωτέρω αγρό από το 1916 έως και το 1975, όπως ακριβώς και πριν από αυτές ο Γ. Σ.. 'Ότι τμήμα του παραπάνω αγρού τους, εμβαδού 1.102 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή και αποτυπώνεται στο ενσωματωμένο σ' αυτήν απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, με στοιχεία Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Κ, καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Εξοχής, με ΚΑΕΚ ..., ως ιδιοκτησία του εναγόμενου Δήμου Χορτιάτη, κατόπιν ενστάσεώς του και της "υπ' αριθμ 19036/7-18/550 αποφάσεως του Εθνικού Κτηματολογίου του ΟΤΑ Εξοχής του Δήμου Χορτιάτη".
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες να αναγνωρισθούν συγκύριοι του παραπάνω τμήματος, εμβαδού 1.102 τ.μ., του όλου περιγραφόμενου στην αγωγή μείζονος αγρού, κατά ποσοστό 1/3 και 2/3, εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ο καθένας τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την κτήση κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο αποκλειστικά με παράγωγο τρόπο, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, επειδή, μεταξύ των άλλων, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται:
α) ότι οι κληρονόμοι του Γ. Σ. (δικαιοπάροχοι τους) μεταβίβασαν στους ίδιους (αναιρεσείοντες) και στη Σ. Β. το όλο επίδικο ακίνητο, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου, με τα .../1975 και .../1982 νομίμως μεταγεγραμμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, "χωρίς να προσδιορίζουν τι ακριβώς μεταβιβάστηκε με το κάθε συμβόλαιο, στον καθένα από αυτούς από κάθε παραπάνω κληρονόμο" και β) ότι η σύζυγος και οι θυγατέρες του Γ.
Σ. (δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων) υπεισήλθαν στην κληρονομία του με ανάμειξη, χωρίς να προσδιορίζουν στην αγωγή, αν οι θυγατέρες αυτές ήταν ανήλικες ή ενήλικες κατά το χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντος κατά το έτος 1916 συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, η κληρονομία του οποίου διέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΡΔ.
Οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και πέμπτο (επικουρικό) λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη αγωγή τους ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Εφόσον, όμως, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω απορριπτική του κρίση, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, δεν ιδρύεται η αποδιδόμενη με τους προαναφερθέντες λόγους αναιρετική πλημμέλεια, και συνεπώς οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο: α) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, ότι απέρριψε την ένδικη αγωγή χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι οι δικαιοπάρχοί τους ήταν οι μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Σ., που απεβίωσε το έτος 1916, και ότι αυτές είχαν υπεισέλθει στην κληρονομία του πατέρα και συζύγου τους με ανάμειξη, καλλιεργώντας τον επίδικο αγρό με σιτηρά από το έτος 1916 έως το έτος 1975, και ότι οι θυγατέρες του τελευταίου κατέστησαν κληρονόμοι του, ανεξαρτήτως της ηλικίας τους, όπως και η σύζυγός αυτού ως εξομοιούμενη, λόγω του γάμου της, με ενήλικα κληρονόμο κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ , β) με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ως προς την κτήση κυριότητας με κληρονομική διαδοχή των τέκνων και της συζύγου του θανόντος πριν την εισαγωγή του ΑΚ, και γ) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, και ειδικότερα, ότι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε (αμφισβήτησε) την κυριότητα των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο ακίνητο, ενώ δεν προκύπτει η προβολή τέτοιου (αρνητικού) ισχυρισμού από τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (ο αναιρεσίβλητος) στην κατ' έφεση δίκη αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι η σαφής και μη πληττόμενη επιτυχώς παραδοχή του Εφετείου ότι η πιο πάνω αγωγή είναι αόριστη, κυρίως επειδή η επικαλούμενη κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, που αποτελεί και τη μοναδική αγωγική βάση, δεν είναι ορισμένη, εξαιτίας των ελλείψεων που προαναφέρθηκαν στους επικαλούμενους δύο μεταβιβαστικούς τίτλους τους, στηρίζει (η πιο πάνω παραδοχή) αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους κατά το ΒΡΔ και της αμφισβήτησης ή μη της κυριότητάς τους (των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους) στο επίδικο ακίνητο από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, με την επισήμανση ότι σε κάθε περίπτωση ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας μη προταθέντος αρνητικού ισχυρισμού της αγωγής δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/10/2013 αίτηση των Β. Β. κλπ. για αναίρεση της 1709/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ