Supreme Court dismisses appeal for vagueness and failure to cite specific facts regarding statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the statute of limitations. The appellants argued that the appeal was vague and failed to specify the exact facts and arguments presented to the lower court. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not sufficiently detail the factual basis for the statute of limitations claim, violating procedural requirements for clarity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it is vague or fails to specify the essential facts and arguments relied upon by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 196 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 196/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ……" που εδρεύει στη …..και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Πατηνιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι ο "…….." συνεχίζει τη δίκη ως καθολικός και ειδικός διάδοχος του……, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Α., 2)Σ. Γ., 3)Γ. Δ., 4)Δ. Θ., 5)Ε. Ι., 6)Δ. Κ., 7)Δ. Κ., 8)Γ. Π., 9)Γ. Ρ. και 10)Β. Τ., όλων κατοίκων ……, ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τη Μ. χήρα Ν. Α. και τον Α. Α. του Ν., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 731/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον δήμος με την από 12-4-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.
Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον, τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνο, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον, που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτώς, άμεση συζήτηση της υποθέσεως.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια και με ενιαία προφορική - ρητή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (Ολ.
Α.Π. 22/2000, Α.Π. 66/2020, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 83/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στη δικάσιμο που αναφέρεται στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης αυτής (08-02-2022) η Μ. χήρα Ν. Α., το γένος Β. Α. και ο Α. Α. του Ν., όπως νομίμως παρίστανται, δήλωσαν προφορικώς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του ότι, ως μοναδικοί κληρονόμοι από ιδιόγραφη διαθήκη, νομίμως δημοσιευθείσα, του διαθέτη Ν.
Α. του Κ., αρχικού διαδίκου (ενάγοντος - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος), ο οποίος απεβίωσε την….., γνωστοποιούν τον θάνατο αυτού και εκουσίως επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα, με τον θάνατό του, δίκη. Προς τούτο, προσκομίζουν με επίκληση, στις από 18-01-2022 και 11-02-2022 νόμιμες έγγραφες προτάσεις τους (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπου επαναλαμβάνουν την ως άνω δήλωσή τους:
α) το υπ' αριθμ. πρωτ. …..Απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ν. Α. του Κ., εκδοθέν από τον Ληξίαρχο (ήδη)……, β) το με ημερομηνία …..Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, που εκδόθηκε από τον……, γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ……Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, εκδοθέν από τον…….., δ) τα υπ' αριθμ. …../17-01-2022,…./17-01-2022 και…../17-01-2022 Πιστοποιητικά των Γραμματέων του Πρωτοδικείου και Ειρηνοδικείου ……και ε) τα υπ' αριθμ.
…….2019 Πρακτικά Συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου….., μετά της από ……..ιδιόγραφης Διαθήκης του διαθέτη και ήδη θανόντος Ν. Α. του Κ.. Η γνωστοποίηση του θανάτου - επισυμβάντος μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - του αρχικού διαδίκου πρώτου αναιρεσίβλητου και απλού ομοδίκου των λοιπών αναιρεσιβλήτων (άρθρο 74 του ΚΠολΔ), καθώς και η εκούσια επανάληψη της διακοπείσας, μόνο ως προς αυτόν, δίκης, είναι νόμιμη και, ως εκ τούτου, νομίμως αυτοί παρίστανται, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο, παραδεκτώς δε ακολούθησε άμεση συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, εφόσον η γνωστοποίηση του θανάτου του και η εκούσια επανάληψη της δίκης έγιναν με προφορική ρητή δήλωση, στο ακροατήριο, από τους μοναδικούς εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμους του θανόντος (άρθρα 1710, 1711, 1712, 1721, 1846 του Α.Κ.), οι οποίοι είχαν δικαίωμα να επαναλάβουν τη δίκη, ενώ δεν υπήρξε αμφισβήτηση της πιο πάνω ιδιότητάς τους, ως κληρονόμων εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου (άρθρο 261 του ΚΠολΔ).
Με το ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α' 87/07.06.2010), είχε συσταθεί, από την 01.01.2011, στο νομό…, ως πρωτοβάθμιος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο "Δήμος ….." (άρθρα 286 και 1 παρ. 2, υποπαράγραφος 43, περίπτωση Α' - υποπερίπτωση 1). Με τον μεταγενέστερο ν. 4600/2019 (ΦΕΚ Α' 43/09.03.2019), από την 01.09.2019, καταργήθηκε ο "Δήμος ….." και, από του χρόνου εκείνου (01.09.2019), έχουν συσταθεί, στο νομό….., ως πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο "Δήμος ……" και ο "Δήμος ……", που είναι διάδοχοι του "Δήμου ……".
Ειδικότερα, στα άρθρα 154 και 157 του ν. 4600/2019 ορίζονται και τα εξής: (i) Στο άρθρο 154 παρ. 5 ορίζεται ότι σε αντικατάσταση του άρθρου 1 παρ. 2, υποπαράγραφος 43, περίπτωση Α'- υποπερίπτωση 1, συνιστώνται ο Δήμος……., με έδρα την πόλη της ….."αποτελούμενος από τις δημοτικές ενότητες (α) - …..και (β) - …..", καθώς και ο Δήμος……, με έδρα το….., "αποτελούμενος από τις δημοτικές ενότητες (α) - …..και (β) - ……".Σύμφωνα δε με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 154, οι νέοι αυτοί δήμοι αρχίζουν να λειτουργούν από την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών τους, οι οποίες θα αναδειχθούν, με τις πρώτες μετά την 09.03.2019 [ έναρξη της ισχύος του ν. 4600/2019, κατ' άρθρο 278 αυτού], γενικές δημοτικές εκλογές, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 4555/2018.
Οι νέες δημοτικές και κοινοτικές αρχές τους αναλαμβάνουν καθήκοντα από 1ης Σεπτεμβρίου 2019 και η θητεία τους λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2023. Από την έναρξη λειτουργίας των νέων αυτών δήμων καταργείται ο υφιστάμενος Δήμος …….(ii) - Στο άρθρο 157 παρ. 8 ορίζεται ότι από την κατάργηση των δήμων: "Οι εκκρεμείς δίκες αυτών συνεχίζονται, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη για καθεμία από αυτές, από το Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκεται η έδρα του αντίστοιχου καταργούμενου Δήμου.
Κατ' εξαίρεση: (α) - δίκες, που αφορούν αξιώσεις, εμπράγματες ή ενοχικές, επί ακινήτων του καταργούμενου δήμου, συνεχίζονται από το Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα αυτά και (β) - δίκες, που αφορούν το πάσης φύσεως προσωπικό του καταργούμενου Δήμου, συνεχίζονται από τον Δήμο, στον Μεταβατικό ή οριστικό Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οποίου εντάσσονται οι αντίστοιχοι υπάλληλοι.
Σε κάθε περίπτωση ειδικής διαδοχής, ο συνιστώμενος Δήμος, που είναι ειδικός διάδοχος, μπορεί να ασκήσει παρέμβαση, εφαρμοζομένων των άρθρων 225 και 325 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος …..", όπως νομίμως παρίσταται, δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ότι η δίκη συνεχίζεται από τον "Δήμο ……".
Την ίδια δήλωση, το αναιρεσείον επαναλαμβάνει και στις από 09-02-2022 νόμιμες έγγραφες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ.1 του ΚΠολΔ). Η προκειμένη εκκρεμής αναιρετική δίκη, όπως έγινε δεκτό στη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, νομίμως συνεχίζεται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος ……..", που εδρεύει στην πόλη της ……, μετά την άσκηση, στις 15-04-2019 της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον έχει συσταθεί από την 01-09-2019, οπότε καταργήθηκε ο "Δήμος ……", ως πρωτοβάθμιος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως.
Με την κρινόμενη από 12-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3774/323/15-04-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 360/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 - 676 του ΚΠολΔ), με αριθμό 184/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 22-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7907/23-12-2015 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 731/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 05-05-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 107877/3244/10-06-2010 αγωγή τους, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και, στη συνέχεια, κατά παραδοχή του μόνου λόγου της ένδικης έφεσης, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν κρίνοντας την αγωγή επαρκώς ορισμένη και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν, ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε." - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος ….." - ήδη "Δήμος ……", ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 15-04-2019 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-01-2019, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφό της τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 413/2017 Α.Π. 792/2014, Α.Π. 492/2011). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 108/2020, Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1864/2011, Α.Π. 329/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του, για τη νομική επάρκεια της αγωγής, κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία ή διάφορα από αυτά, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) - (Ολ. Α.Π. 18/1998, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 413/2017, Α.Π. 515/2016, Α.Π. 491/2015). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά, με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.
Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 108/2020, Α.Π. 1152/2017, Α.Π. 1321/2015, Α.Π. 180/2016, Α.Π. 34/2015). Τέλος οι δικονομικές ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθμός 14 του αυτού Κώδικα. Αν το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της, σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 458/2017).
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 05-05-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 107877/3244/10-06-2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι προσελήφθησαν, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, που συνήψαν με την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε." (Ε.Ε.ΤΑ.Α.
Α.Ε.), - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - και το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Δήμος ….." (ήδη "Δήμος ……"), σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, η οποία συγκροτήθηκε βάσει των αναφερομένων προγραμματικών συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του "Ο.Α.Ε.Δ.", της "Κ.Ε.Δ.Κ.Ε." και της "Ε.Ε.ΤΑ.Α.
Α.Ε.", προκειμένου να απασχοληθούν, ως φύλακες, στα σχολικά συγκροτήματα του δεύτερου εναγομένου. Ότι οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες επιγράφονται ως "Συμφωνητικά Συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" ορισμένου χρόνου και προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα η φύση και οι συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους, είχαν από την αρχή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ανανεώθηκαν διαδοχικά, κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα, που αναφέρονται στην αγωγή, μέχρι και την ……..
Ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σε αυτούς τον έλεγχο και την εποπτεία, σχετικά με την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους. Στη συνέχεια οι ενάγοντες εξέθεταν ότι, μετά την εκ μέρους τους υποβολή σχετικών αιτήσεων, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004 και την έκδοση σχετικής απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), με την οποία κρίθηκε ότι πληρούσαν τις οριζόμενες στο εν λόγω π.δ/μα προϋποθέσεις, οι συμβάσεις τους αυτές μετατράπηκαν σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας σχολικού φύλακα και από την ……εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου.
Ότι, κατά το επίδικο από ……έως τις …….χρονικό διάστημα, παρείχαν την εργασία τους στα σχολεία της περιφέρειας του ως άνω Δήμου, αμειβόμενοι με ημερομίσθιο, ύψους τριάντα πέντε ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (35,22) και απασχολούμενοι επί είκοσι δύο (22) ημέρες μηνιαίως και οκτώ (8) ώρες ημερησίως, όχι μόνο καθημερινές, αλλά και κατά Κυριακές και αργίες, χωρίς να τους καταβάλλονται οι νόμιμες προσαυξήσεις, ενώ πραγματοποίησαν και υπερωριακή εργασία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι απασχολήθηκαν σε τρεις κυλιόμενες φυλακές (βάρδιες), η πρώτη από τις οποίες διαρκούσε από τις 07.00' έως τις 15.00', η δεύτερη από 15.00' έως 23.00' και η τρίτη από 23.00' έως 07.00'. Ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν για παράνομες υπερωρίες, εργασία Κυριακών και αργιών, νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου και επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2006, τα χρηματικά ποσά που αναλυτικά αναφέρονται για τον καθένα από αυτούς στην ένδικη αγωγή.
Ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 21-12-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2774/2007 αγωγής τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, για το πέραν του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο αυτών, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών, για τις ως άνω αιτίες, τα αναγραφόμενα, για έκαστο εξ αυτών, επιμέρους χρηματικά ποσά και επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, να τους καταβάλλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους χρηματικό ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 - 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015, εκδόθηκε η με αριθμό 731/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 22-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7907/23-12-2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της ως άνω απόφασης, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η τότε εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 184/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ και, κατά παραδοχή του μόνου λόγου της έφεσης, δέχθηκε αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.", ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος ….." (ήδη "Δήμος ……."), ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού πρώτου αναιρετικού λόγου, ήταν αρκούντως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία.
Συγκεκριμένα, στην αγωγή αυτή εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την θεμελίωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ανέφεραν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους προς τα ως άνω νομικά πρόσωπα, χωρίς να υφίσταται αοριστία, ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, όπως αβάσιμα αιτιάται το αναιρεσείον, λαμβανομένου υπόψη ότι αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του φορέα της εργασιακής σχέσης των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, έχουν περισσότεροι του ενός ή αν φορέας αυτού είναι μόνο ένας (σχετ.
Α.Π. 1770/2017, Α.Π. 1006/2017, Α.Π. 352/2016). Εξάλλου, προσδιορίζεται το είδος της συνδέουσας τα διάδικα μέρη εργασιακής σχέσης, η ιδιότητα με την οποία είχαν προσληφθεί και το ύψος του καταβαλλομένου ημερομισθίου τους, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρεται στην αγωγή αν το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αντιστοιχεί σε καθαρές ή μικτές αποδοχές, καθώς, σε περίπτωση παραδοχής της σχετικής αξίωσης, αποδοτέες από το δικαστήριο είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές (Α.Π. 346/2019, Α.Π. 2126/2007), ούτε και απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς στο δικόγραφο της αγωγής, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους.
Επίσης, ανέφεραν τους όρους παροχής της εργασίας τους και παρέθεταν τα επίδικα χρονικά διαστήματα απασχόλησής τους τις ημέρες εργασίας και το ωράριό τους, τις ώρες των παράνομων υπερωριών, που έκαστος αυτών πραγματοποίησε, τις φυλακές (βάρδιες) κατά τις οποίες έκαστος αυτών απασχολήθηκε, τις ώρες νυκτερινής εργασίας, που έκαστος αυτών πραγματοποίησε και οι ώρες εργασίας, κατά τις Κυριακές και αργίες, χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή αποδοχών για παρασχεθείσα, κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός αυτών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο αριθμός ωρών εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος, κατά το κρίσιμο στην υπόθεση χρονικό διάστημα, σε ημέρες Κυριακών και αργιών (Α.Π. 1643/2017, Α.Π. 1261/2009, Α.Π. 184/2007).
Επιπλέον, αναφέρεται η οικογενειακή κατάσταση εκάστου των εναγόντων (έγγαμοι, πλην των εβδόμου και ενάτου των εναγόντων) και τέλος, παρατίθεται, με αναλυτικούς πίνακες, τα επιμέρους δικαιούμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στα αναφερόμενα επιδόματα (νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακών και αργιών, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου, επίδομα Πάσχα έτους 2006).
Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων, στους δε εναγόμενους να αμυνθούν ικανοποιητικώς.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως ορισμένη, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, σε σχέση με τα ανωτέρω κεφάλαιά της, με το σκεπτικό ότι: "... προσδιορίζονται επαρκώς τα επίδικα χρονικά διαστήματα απασχόλησης των εναγόντων, οι ημέρες εργασίας και το ωράριό τους, οι τρεις βάρδιες, κατά τις οποίες απασχολήθηκαν, οι ώρες νυκτερινής εργασίας, που ο καθένας πραγματοποίησε κάθε μήνα, ανάλογα με τις βάρδιες που εργάστηκαν, οι ώρες εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες [...].
Εξάλλου, αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν την ιδιότητα των εναγομένων, ως εργοδοτών, με τα οποία προσδιορίζεται η ιδιότητα αυτή και οι υποχρεώσεις τους ...", δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης, λόγω αοριστίας της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, όπως είχε προτείνει με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και νόμιμα επανέφερε με τις προτάσεις του, ενώπιον του Εφετείου, παραθέτοντας, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, το περιεχόμενο της ως άνω ένστασής του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 11/2017, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 183/2020, Α.Π. 19/2020) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. Α.Π. 27/1998, Ολ. Α.Π. 32/1996) ούτε και με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από, στις ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Άλλωστε και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 241/2022, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019).
Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε παραδεκτώς, κατά τα ανωτέρω, τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 148/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου, ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης, πριν την 01.01.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015: "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Α.Π. 205/2021, Α.Π. 74/2020, Α.Π. 364/2018, Α.Π. 1306/2009).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξίωσης, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 90 παρ. 3 και 94 εδαφ. γ' του ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος Δαπανών" (ΦΕΚ Α' 247), τα οποία ορίζουν, ότι ο χρόνος παραγραφής των αποδοχών ή κάθε άλλης φύσεως απολαβών των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου είναι δύο ετών από τη γένεσή τους, έστω και εάν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ότι η εν λόγω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (Α.Π. 241/2022, Α.Π. 120/2007, Α.Π. 2075/2007).
Η κατά τα άνω διετής παραγραφή ισχύει και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (άρθρα 3 του ν.δ/τος 31/1968 (ΦΕΚ Α' 281), 304 του π.δ/τος 410/1995 (ΦΕΚ Α' 231), 276 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114), οι οποίοι έχουν εξαιρεθεί της εφαρμογής του ν.δ/τος 496/1974 (ΦΕΚ Α' 204) από 01-01-1977 (άρθρο 56 παρ. 1 και 62 του ν.δ/τος 496/1974). Επισημαίνεται, τέλος, ότι ο κανόνας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού από αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές, αν και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, κατά την έννοια της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 Α.Κ., 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνουσα τους κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στην Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ.
Α.Π. 4/2012, Ολ. Α.Π. 15/2000), αλλά αφορά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του νομικού προσώπου και των υπαλλήλων τούτου (Α.Π. 670/2016, Α.Π. 1321/2015, Α.Π. 596/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο και τελευταίο, από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αριθμός 1 λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, διαλαμβάνει, επί λέξει, τα εξής: "Η προσβαλλόμενη λανθασμένα απέρριψε την νόμιμα υποβληθείσα και βάσιμη κατά περιεχόμενο ένστασή μας περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων ..." και ακολούθως αναφέρει ότι την ως άνω ένσταση παραγραφής πρόβαλε νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραθέτοντας, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, το περιεχόμενό της.
Στη συνέχεια, δε, αναφέρει επί λέξει, ότι: ".... Την ένσταση αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ την δέχθηκε για το χρονικό διάστημα πριν την….., λανθασμένα την απέρριψε για το χρονικό διάστημα από …..έως……, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω". Τέλος, υποστηρίζει, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι, σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως ότι το σύνολο των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, είχε υποπέσει στην εν επιδικία παραγραφή, κατ' άρθρο 261 του Α.Κ., διότι από την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης (01-04-2013) έως την άσκηση της έφεσης (23-12-2015), ήτοι χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών, δεν μεσολάβησε καμία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που να διέκοψε την βραχυχρόνια (διετή) παραγραφή του άρθρου 52 του ν.δ/τος 496/1974.
Με αυτό το περιεχόμενο, ο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, όπως ορθώς επισημαίνουν με τις κατατεθείσες προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον, μολονότι η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο και μάλιστα αποσπασματικά μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο χωρίς, ωστόσο, να παραθέτει στο αναιρετήριο δικόγραφο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του περί μη παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων για το από …..έως …….χρονικό διάστημα, ούτως ώστε να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και συνακόλουθα να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ομοίως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, καθόσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι την ως άνω ένσταση περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, είχε προτείνει, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτώς, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσής τους, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, οπότε και μόνο θα ήταν παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβολή του παραπάνω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικού αναιρετικού λόγου, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3774/323/15-04-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 360/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 184/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ