Supreme Court partially allows appeal on child custody, remanding case to lower court to determine best interests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance custody ruling, finding the lower court failed to properly evaluate the child's best interests. The court noted the trial court did not investigate potential psychological harm from separation or the benefits of maintaining sibling bonds. Consequently, the custody assignment to the mother was annulled, and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 of the Civil Code: In cases of parental disagreement regarding child custody, the court must prioritize the child's overall well-being, including psychological stability and sibling relationships, and remand the case if the lower court failed to adequately assess these factors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 196 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 196/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Θ., Κ. και Ά. Μ. Τ. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Κάσπαρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, Θ., Κ. και Ά. Μ. Τ. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Πέλκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-06-2017 και 12-09-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11811/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-02-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε τη παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ όπως αυτά ίσχυαν πριν το ν. 4800/2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων....", συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Επί διαζυγίου των γονέων ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, οπότε ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.
Κατευθυντήρια γραμμή για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανήλικου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας ο νομοθέτης προέβλεψε υποχρέωση του δικαστή να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής και της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.
Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανήλικου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, καθόσον αμφότεροι οι γονείς μπορούν να διαδραματίσουν, ο καθένας με τον τρόπο του, σοβαρό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των τέκνων τους.
Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου (ΑΠ824/2018, ΑΠ104/2012, ΑΠ231/2007). Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.
Για τον σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Επίσης οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (βλ.
και ΑΠ 1422/2019, 358/2019, 882/2015, 1218/2006). Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του, εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η ανωτέρω επισημαινόμενη στον νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.
Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς τον συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανήλικου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.
Η γνώμη του τέκνου ειδικότερα συνεκτιμάται, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του αναπτύξεως, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον (ΑΠ 358/2019). Εφόσον δε το συμφέρον του τέκνου συνιστά, κατά τα προαναφερόμενα, αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ824/2018, ΑΠ 1422/2019, 1612/2017, 1132/2017, 882/2015, 952/2010).
Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1422/2019, 1976/2008, 1910/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/1998, ΑΠ 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει δηλαδή ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1388/2018, 1266/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1388/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι διάδικοι Χ. Τ. και Ε. Ρ. τέλεσαν νόμιμο γάμο στο ... στην 1-7-2007 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τρία τέκνα το Θ. που γεννήθηκε στις 21-8-2008, τον Κ.
που γεννήθηκε στις 22-6-2011 και την Ά.-Μ. που γεννήθηκε στις 23-7-2015. Αμφότεροι οι διάδικοι είναι ιατροί, ο μεν Χ. Τ. είναι μικροβιολόγος, η δε Ε. Ρ. είναι ψυχίατρος διατηρώντας για την άσκηση του επαγγέλματός τους ιδιωτικά ιατρεία, ενώ πρόσθετα η Ε. Ρ. απασχολείται ως επιστημονική διευθύντρια στο "Σύλλογο Μέριμνας Παιδιού Κατερίνης".
Η έγγαμη συμβίωση των παραπάνω δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε οριστικά με πρωτοβουλία της ενάγουσας το Φεβρουάριο του 2017. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και την αποχώρηση του Χ. Τ. από την οικογενειακή στέγη το Μάρτιο του 2017 ξεκίνησε μία περίοδος έντονων συγκρούσεων ως προς την επιμέλεια των τέκνων τους και την επικοινωνία τους με αυτά από υπαιτιότητα και των δύο συζύγων, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν με ωριμότητα και προς το συμφέρον των τέκνων τους τον γονεϊκό τους ρόλο.
Την έκρυθμη αυτή κατάσταση επέτεινε το γεγονός ότι η ενάγουσα επέβαλε σε σύντομο χρονικό διάστημα την παρουσία του νέου συντρόφου της Π. Κ. στη ζωή των τέκνων τους, ο οποίος ήδη από τον Ιούνιο του 2017 διανυκτέρευε στο ακίνητο που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων, ενώ ένα μόλις μήνα μετά η ενάγουσα μετακόμισε με τα τέκνα της στην ιδιόκτητη οικία αυτού στο ..., επί της οδού Θεσσαλονίκης αρ. 24Β, χωρίς να δοθεί στα ανήλικα επαρκής χρόνος ώστε να προετοιμαστούν για την αλλαγή αυτή που επήλθε στη ζωή τους.
Το γεγονός αυτό πυροδότησε τις ήδη τεταμένες σχέσεις των διαδίκων καθώς και τις σχέσεις της Ε. Ρ. με τα άτομα του συγγενικού περιβάλλοντος του εν διαστάσει συζύγου της, ο οποίος αντιδρούσε έντονα τόσο στην πρόωρη παρουσία του συντρόφου της στη ζωή των τέκνων τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις τόσο μεταξύ των διαδίκων, όσο και μεταξύ του Χ.Τ.
και του Π. Κ., ο οποίος συνόδευε συστηματικά την ενάγουσα κατά την παράδοση και την παραλαβή των τέκνων από τον πατέρα τους κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με αυτά. Η παραπάνω δε κατάσταση για την οποία ευθύνονται αμφότεροι οι διάδικοι επηρέασε αρνητικά ως ήταν αναμενόμενο την ψυχολογία των ανηλίκων.
Την παραπάνω κατάσταση βίωσε εντονότερα το μεγαλύτερο τέκνο των διαδίκων, ο Θ.ς, ο οποίος, όντας απροετοίμαστος για την αλλαγή που επήλθε στη ζωή του και την καθημερινότητά του από το χωρισμό των γονέων του, την απομάκρυνση του πατέρα του από τη συζυγική οικία και τη συγκατοίκησή του με το σύντροφο της μητέρας του, άρχισε να εκδηλώνει αρνητική συμπεριφορά απέναντι στην τελευταία και να αντιδρά επιθετικά προς τα αδέλφια του.
Αντίθετα τα δύο μικρότερα τέκνα των διαδίκων Κ.ς και Ά.-Μ. προσαρμόστηκαν σταδιακά στους νέους όρους της ζωής τους, τους οποίους έχουν αποδεχθεί πλήρως απολαμβάνοντας την αγάπη και την προστασία που τους παρέχει το περιβάλλον όπου διαβιούν. Ο σύντροφος εξ άλλου της μητέρας τους, ο οποίος εργάζεται ως στέλεχος πληροφορικής στον ΟΚΑΝΑ Θεσσαλονίκης, είναι ιδιαίτερα στοργικός απέναντί τους, ενώ τόσο η ενάγουσα μητέρα τους, όσο και ο σύντροφός της έχουν διαμορφώσει ένα ευχάριστο περιβάλλον κατοικίας καταβάλλοντας διαρκώς προσπάθειες ώστε τα τέκνα να αισθάνονται άνετα και οικεία.
Κατά την προσωπική επικοινωνία της δικαστή του δικαστηρίου αυτού με τα τέκνα των διαδίκων Θ. και Κ., ο Κ.ς δήλωσε απερίφραστα την επιθυμία του να διαμένει με τη μητέρα του, με την οποία είναι ιδιαίτερα δεμένος καθώς και την επιθυμία του να επικοινωνεί συχνά με τον πατέρα του, τον οποίον υπεραγαπά. Η ανήλικη Ά.-Μ.
η οποία δεν έλαβε μέρος στην επικοινωνία αυτή είναι αυτονόητο ότι έχει λόγω της νηπιακής της ηλικίας ανάγκη της συνεχούς μητρικής παρουσίας, φροντίδας και στοργής. Τυχόν επομένως απόσπαση των δύο μικρότερων τέκνων των διαδίκων από τη μητέρα τους και μεταβολή εκ νέου των όρων και των συνθηκών διαβίωσής τους σε συνδυασμό με την πολύ μικρή ηλικία τους θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό τους.
Ως εκ τούτου αν και αμφότεροι οι διάδικοι υπεραγαπούν τα παιδιά τους και έχουν τη δυνατότητα ο καθένας ξεχωριστά να τους παρέχουν ένα περιβάλλον ασφαλούς διαβίωσης όπου θα μπορέσουν να αναπτύξουν τα ταλέντα και τις δεξιότητές τους και να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, το δικαστήριο κρίνει με γνώμονα το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων Κ.
και Ά.-Μ., όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες τους ότι η επιμέλεια τους πρέπει να ανατεθεί κατά την παρούσα φάση στη μητέρα τους, όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εκκαλών με την έφεσή του. Ο ανήλικος Θ.ς κατά την επικοινωνία του Δικαστηρίου με αυτόν εξέφρασε την επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει με τον πατέρα του, στον οποίο ανατέθηκε η επιμέλεια του με την πρωτόδικη απόφαση, η βούληση δε αυτή του ανηλίκου δεν προέκυψε ότι είναι προϊόν πειθαναγκασμού.
Η επιθυμία ωστόσο του Θ. να διαμένει με τον πατέρα του για τον οποίον τρέφει αναμφισβήτητα ισχυρά αισθήματα αγάπης, απορρέει πρωτίστως ως καταφάνηκε από την άρνησή του να αποδεχθεί τις αλλαγές που επήλθαν στην οικογενειακή του ζωή και το θυμό που νοιώθει απέναντι στη μητέρα του και τις επιλογές της. Χαρακτηριστικά ο ανήλικος ανέφερε πως αισθάνεται πως αδικείται από τη μητέρα του κυρίως λόγω της προσοχής που αυτή δείχνει προς τη θυγατέρα του συντρόφου της, χωρίς αναφορά άλλων σε βάρος του περιστατικών.
Η ανάθεση επομένως του Θ. στον πατέρα του στην παρούσα φάση αντί να ομαλοποιήσει τη σχέση του με τη μητέρα του θα διαιωνίσει τη μετέωρη συναισθηματική κατάσταση που βιώνει σε βάρος του ψυχισμού του, δεδομένης και της αντιπαλότητας από την οποία διακατέχονται οι γονείς του, ενώ περαιτέρω θα του στερήσει τη δυνατότητα να μεγαλώνει σε κοινό περιβάλλον με τα άλλα δύο αδέλφια του, ώστε να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο μεταξύ τους αδελφικός δεσμός που αποτελεί έναν ισχυρό δεσμό ζωής.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο που ανέθεσε την επιμέλεια του ανήλικου Θ. στον πατέρα του έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αναθέσει σ' αυτόν την επιμέλεια του μεγαλύτερου τέκνου των διαδίκων (Θ.) και στην αναιρεσίβλητη την επιμέλεια των άλλων δύο ανηλίκων τέκνων τους (Κ.
και Ά.-Μ.) και, ειδικότερα, ως προς το προσβληθέν (με την έφεση) κεφάλαιο της απόφασης που αφορούσε στην ανάθεση της επιμέλειας των δύο εκ των τριών κοινών τέκνων τους στην αναιρεσίβλητη, ενώ δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της ανάθεσης στον αναιρεσείοντα της επιμέλειας του ανηλίκου Θ., δέχθηκε κατά το μέρος τούτο την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ανέθεσε σ' αυτή (και) την επιμέλειά του εν λόγω ανηλίκου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά τα δύο μικρότερα τέκνα των διαδίκων Κ. και Ά.-Μ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, καθόσον, τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της ύπαρξης συμφέροντος στο πρόσωπο των ως άνω δύο ανηλίκων, για την εξειδίκευση της οποίας έλαβε υπόψη όλα τα επωφελή γι' αυτά στοιχεία, και συνεπώς δικαιολογούν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το συμφέρον των ως άνω ανηλίκων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου αυτών στην αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του ότι το αληθινό συμφέρον των δύο μικρότερων ανηλίκων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει να έχει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου τους η αναιρεσίβλητη μητέρα τους, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές α) ότι τα δύο μικρότερα τέκνα των διαδίκων Κ.ς και Ά.-Μ.
προσαρμόστηκαν σταδιακά στους νέους όρους της ζωής τους, τους οποίους έχουν αποδεχθεί πλήρως απολαμβάνοντας την αγάπη και την προστασία που τους παρέχει το περιβάλλον όπου διαβιούν, β) ότι η μητέρα τους και ο σύντροφός της έχουν διαμορφώσει ένα ευχάριστο περιβάλλον κατοικίας καταβάλλοντας διαρκώς προσπάθειες ώστε τα τέκνα να αισθάνονται άνετα και οικεία, γ) ότι κατά την προσωπική επικοινωνία της δικαστή του δικαστηρίου με τον ανήλικο Κ., αυτός δήλωσε απερίφραστα την επιθυμία του να διαμένει με τη μητέρα του, με την οποία είναι ιδιαίτερα δεμένος καθώς και την επιθυμία του να επικοινωνεί συχνά με τον πατέρα του, τον οποίον υπεραγαπά, δ) ότι η ανήλικη Ά.-Μ.
η οποία δεν έλαβε μέρος στην επικοινωνία αυτή έχει λόγω της νηπιακής της ηλικίας ανάγκη της συνεχούς μητρικής παρουσίας, φροντίδας και στοργής, και ε) ότι τυχόν απόσπαση των δύο μικρότερων τέκνων των διαδίκων από τη μητέρα τους και μεταβολή εκ νέου των όρων και των συνθηκών διαβίωσής τους σε συνδυασμό με την πολύ μικρή ηλικία τους θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό τους.
Συνεπώς, οι δεύτερος, από τον αρ. 1, και πρώτος και τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την έννοια του "καλώς εννοούμενου συμφέροντος" των ανωτέρω ανηλίκων (Κ.υ και Άννας- Μαρίας), αφετέρου ότι διέλαβε ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί του κρίσιμου αυτού ζητήματος που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Με τις λοιπές δε αιτιάσεις του πρώτου λόγου, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την αξιολόγηση εκάστου γονέως από πλευράς συνθηκών εργασίας, διάθεσης ελεύθερου χρόνου, συνθηκών διάσπασης της έγγαμης σχέσης και συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει κατά τούτο απαράδεκτος.
Όσον αφορά, όμως, την επιμέλεια του μεγαλύτερου τέκνων των διαδίκων Θ., με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού του συμφέροντος του εν λόγω ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της επιμέλειάς του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1510 παρ.1 εδ.β', 1511, 1512, 1514 ΑΚ τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται α) ότι ο ανήλικος Θ.ς τρέφει αναμφισβήτητα ισχυρά αισθήματα αγάπης για τον πατέρα του και κατά την προσωπική του επικοινωνία με το Δικαστή εξέφρασε την επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει μαζί του, η βούλησή του δε αυτή δεν προέκυψε ότι είναι προϊόν πειθαναγκασμού, ήτοι δέχεται, κατά τη νοηματική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου αυτού με τον πατέρα του και ότι ο δεσμός αυτός έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου και, συνακόλουθα, ότι αυτός, εφόσον δεν διαλαμβάνονται αντίθετες παραδοχές, έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως και συνακόλουθα ικανότητα αντίληψης του πραγματικού του συμφέροντος, εν όψει της μνημονευόμενης ηλικίας του και της πνευματικής του αναπτύξεως, β) ότι ο εν λόγω ανήλικος ως μεγαλύτερος βίωσε εντονότερα τη διάσταση των γονέων, όντας απροετοίμαστος για την αλλαγή που επήλθε στη ζωή του και την καθημερινότητά του από το χωρισμό τους, την απομάκρυνση του πατέρα του από τη συζυγική οικία και τη συγκατοίκησή του με το σύντροφο της μητέρας του, εκδηλώνοντας αρνητική συμπεριφορά απέναντι στην τελευταία και στα αδέλφια του, γ) ότι αυτός διακατέχεται από θυμό απέναντι στη μητέρα του για τις αναφερόμενες επιλογές της, ήτοι να επιβάλλει στα τέκνα της το νέο σύντροφο μετακομίζοντας άμεσα στην κατοικία του χωρίς να προηγηθεί χρόνος προσαρμογής στην αλλαγή που επήλθε στη ζωή του, αλλά και από αίσθημα αδικίας εκ μέρους της λόγω της προσοχής που δείχνει προς τη θυγατέρα του συντρόφου της από προηγούμενο γάμο και δ) ότι βρίσκεται σε μετέωρη συναισθηματική κατάσταση με επιβάρυνση του ψυχισμού του, παρ' όλα αυτά, ακολούθως, αναθέτει την επιμέλεια του άνω ανηλίκου στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, κρίνοντας ότι η ανάθεση της επιμέλειας αυτού στον πατέρα του δεν θα ομαλοποιήσει τη σχέση του με τη μητέρα του και θα διαιωνίσει τη μετέωρη συναισθηματική κατάσταση, που αυτό βιώνει, σε βάρος του ψυχισμού του, δεδομένης και της αντιπαλότητας από την οποία διακατέχονται οι γονείς του, χωρίς όμως να εξηγεί επαρκώς, με αντίστοιχες παραδοχές, γιατί προέχει, για το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου, η ομαλοποίηση των σχέσεων με τη μητέρα του, την οποία αναγάγει σε κυρίαρχο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος αυτού, παρά τις προηγηθείσες παραδοχές για επιλογές της που έχουν επιδράσει δυσμενώς στον ψυχισμό του άνω ανηλίκου, και όχι ο ιδιαίτερος συναισθηματικός δεσμός αυτού με τον πατέρα του, όπως εκφράστηκε και με τη σαφή επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει μαζί του, και για ποιους ειδικότερους λόγους ο ως άνω δεσμός δεν παρέχει στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου.
Επί πλέον, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ κατά τα ανωτέρω δέχεται ότι η συναισθηματική κατάσταση που βιώνει ο ανήλικος οφείλεται και στην αντιπαλότητα από την οποία διακατέχονται οι γονείς του, δεν διαλαμβάνει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι με την ανάθεση της επιμέλειας αυτού στη μητέρα του θα αρθεί η αντιπαλότητα αυτή προς όφελος του ψυχισμού του ανηλίκου, ενώ, παράλληλα, ουδόλως ερεύνησε το ενδεχόμενο πρόκλησης ή μη ψυχολογικού κλονισμού στον ανήλικο, λόγω της απομάκρυνσής από τον αναιρεσείοντα πατέρα του, και τις αναμενόμενες, σε καταφατική περίπτωση, συνέπειες στην ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη.
Tέλος, δέχεται ότι η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου στον πατέρα του θα του στερήσει τη δυνατότητα να μεγαλώνει σε κοινό περιβάλλον με τα άλλα δύο αδέλφια του, ώστε να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο μεταξύ τους αδελφικός δεσμός που αποτελεί έναν ισχυρό δεσμό ζωής, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές περί διάρρηξης, και για ποιο συγκεκριμένο λόγο, του εν λόγω δεσμού λόγω της διαβίωσής του με τον πατέρα του και, επίσης, αν η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου στη μητέρα του θα οδηγήσει σε άρση της επιθετικής αντίδρασής του προς τα αδέλφια του, την οποία η προσβαλλόμενη δέχεται ως εκδηλωθείσα από τον ανωτέρω ανήλικο.
Συνεπώς οι συναφείς, πρώτος και τρίτος, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά το κεφάλαιο που το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εν συνεχεία την αγωγή της και ανέθεσε σ' αυτή την επιμέλεια του μεγαλύτερου τέκνου των διαδίκων Θ., είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει και τον δεύτερο εξ αυτών, κατά το αντίστοιχο μέρος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Θ. στη μητέρα του, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ, να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στον αναιρεσείοντα που δεν είχε υποχρέωση καταβολής ενόψει του ότι η ερευνώμενη υπόθεση εξαιρείται της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 592 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατ' ανάλογο της ήττας της μέρος (άρθρο 178, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 220/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο της ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Θ. στη μητέρα του.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα ένα μέρος των δικαστικών του εξόδων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ