Legislator Case Law & Legislation
196/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on permanent employment contract characterization under Art. 11 PD 164/2004.

Case Number 196/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's finding that the plaintiff held a permanent employment contract rather than a fixed-term one. The court held that the plaintiff's continuous work for the Ministry of Culture and the specific nature of the job duties established a permanent relationship under Article 8 of Law 2112/1920. Consequently, the State's argument that the conditions for automatic conversion to a permanent contract under Article 11 of Presidential Decree 164/2004 were not met was rejected as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: A fixed-term employment contract is deemed permanent when the employee fulfills stable and continuous needs of the employer, regardless of the initial duration or form of the agreements.

Keywords

AI generated
permanent employment contract fixed-term contract conversion Presidential Decree 164/2004 Labor Law interpretation State employment relations automatic conversion criteria employment duration characterization

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Article 559, number 1a of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 196 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 196/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Οικονόμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Π. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 825/2010 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν της από 21-1-2011 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, αφού συνεκδικάσθηκαν οι δύο αγωγές, εκδόθηκε η 566/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 364/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31.10.2018 και αριθ. κατάθεσης 38/1.11.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 364/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 v. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1401/2017).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λ.π. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ 300/2019, ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 107/2017, ΑΠ 1154/2012, ΑΠ 1506/2012, ΑΠ 1574/2012, Α.Π. 123/2012, Α.Π. 16/2012, ΑΠ 15/2011, ΑΠ 1618/2011, ΑΠ 1681/2011). Επίσης, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής : "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση.". Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, "στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης.". Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (βλ.

Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 1154/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής : Στις από 16.3.2005 και 21.1.2011 και με αριθ. κατάθ. 1130/350/28.3.2005 και 308/25.1.2011, αντίστοιχα, αγωγές του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αφού εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τους αναφερόμενους σ' αυτές χρόνους, και απασχολούνταν έκτοτε σ' αυτό με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτός κάλυπτε από της αρχικής προσλήψεώς του πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου, ότι το εναγόμενο στις 31.12.2004 έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς έγγραφη καταγγελία και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ότι με την υπ' αριθ. 2324/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το εναγόμενο υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του από 7.6.2005, ότι ακολούθως απασχολήθηκε στο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρέχοντας τις ίδιες υπηρεσίες, από 1.11.2008 έως 31.10.2010, οπότε το εναγόμενο έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς έγγραφη καταγγελία και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι απασχολείται στο εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των από 1.1.2005 και 1.11.2010 καταγγελιών της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντάς του τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές.

Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 825/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποίαν ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης, και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 566/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποίαν συνεκδικάστηκαν οι ως άνω αγωγές, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η πρώτη και εν όλω ως ουσιαστικά βάσιμη η δεύτερη και αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων απασχολείται από το εναγόμενο στην ΣΤ' Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Ν.

Αχαϊας ως σχεδιαστής με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 9.10.2000, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των από 1.1.2005 και από 1.11.2010 καταγγελιών της ως άνω σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως σχεδιαστή στην ΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Ν.

Αχαϊας, καταβάλλοντας σε αυτόν τις νόμιμες αποδοχές του. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 466/10.11.2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία της.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ότι η Προϊσταμένη της ΣΤ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Ν. Αχαΐας, ως νόμιμη εκπρόσωπος του εναγομένου, εξέδωσε την Φ555/Ζ/8168//25.8.2000 ανακοίνωση, που εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, για την πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας δύο μηνών, για την κάλυψη αναγκών του προσωπικού της δημόσιας αυτής υπηρεσίας και συγκεκριμένα για την εκτέλεση εργασιών σε θέματα σωστικών αρχαιολογικών ερευνών κατά την κατασκευή τμήματος της μικρής περιμετρικής οδού της πόλης των Πατρών στη συμβολή της με την οδό Παπαδιαμαντοπούλου (περιοχή "Κρητικά"), καθώς και στη θέση συνάντησης αυτής με το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο (περιοχή "Ασύρματος").

Ότι κατόπιν υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών, ο ενάγων προσλήφθηκε με την Φ555/Ζ/9919/11.10.2000 απόφαση της ΣΤ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας από 9.10.2000 έως 8.12.2000 για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του σχεδιαστή για την αποτύπωση αρχαιολογικών ανασκαφών και σχεδίαση αρχαιολογικών αντικειμένων, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, εντασσόμενη στην προϋπολογισμό του Δήμου Πατρέων, με πλήρες ωράριο και επί πέντε ημέρες την εβδομάδα.

Ότι, η σύμβαση αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/12649/8.12.2000 απόφαση της αυτής ως άνω Υπηρεσίας μέχρι 31.12.2000. Ότι, ακολούθησε η Φ555/Ζ/1712/14.2.2001 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας, με την οποία ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αυτή ειδικότητα στο ίδιο ως άνω έργο για χρονικό διάστημα από 13.2.2001 έως 12.4.2001, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/4281/12.4.2001 απόφαση έως 12.5.2001 και με την Φ555/Ζ/6633/12.6.2001 απόφαση μέχρι 12.7.2001.

Ότι, ακολούθησε η Φ555/Ζ/8261/16.7.2001 απόφαση, με την οποίαν ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αυτή ειδικότητα στο ίδιο έργο για το χρονικό διάστημα από 16.7.2001 έως 31.8.2001, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/9762/31.8.2001 απόφαση έως 10.9.2001.

Ότι, στη συνέχεια, με την Φ555/Ζ/11442/16.10.2001 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αυτή ειδικότητα σε έργα συντήρησης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης για το χρονικό διάστημα από 16.10.2001 έως 15.11.2001, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, εντασσόμενη στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολιτισμού (πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων 9714001).

Ότι, η σύμβαση αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/12805/15.11.2001 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας μέχρι 30.11.2001. Ότι, ακολούθως, ο ενάγων με την Φ555/Ζ/903/1.2.2002 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του σχεδιαστή για την εποπτεία των έργων της ΔΕΥΑ Πατρών για το χρονικό διάστημα από 1.2.2002 έως 30.4.2002, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, προερχόμενη από κονδύλια της ΔΕΥΑΠ, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/4703/30.4.2002 απόφαση έως 31.7.2002, με την Φ555/Ζ/8478/31.7.2002 απόφαση μέχρι 30.9.2002 και με την Φ555/Ζ/11756/1.11.2002 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αυτή ειδικότητα για την εκτέλεση έργων ανασκαφών στο Λεόντιο Αχαΐας (θέση Άγιος Ανδρέας), για το χρονικό διάστημα από 1.11.2002 έως 31.12.2002, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, προερχόμενη από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ότι, περαιτέρω, ο ενάγων με την Φ555/Ζ/2060/3.3.2003 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του σχεδιαστή για την εποπτεία των έργων της ΔΕΥΑ/Πατρών, για το χρονικό διάστημα από 3.3.2003 έως 31.5.2003, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, προερχόμενη από κονδύλια της ΔΕΥΑΠ, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/5871/2.6.2003 απόφαση μέχρι 31.8.2003 και με την Φ555/Ζ/9587/9.9.2003 απόφαση μέχρι 27.10.2003.

Ότι, ο ενάγων με την Φ555/Ζ/2381/11.3.2004 απόφαση της αυτής Υπηρεσίας προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του σχεδιαστή για την εποπτεία των έργων της ΔΕΥΑ Πατρών, για το χρονικό διάστημα από 11.3.2004 έως 10.6.2004, με ωρομίσθια αμοιβή βάσει της ισχύουσας ΣΣΕ, προερχόμενη από κονδύλια της ΔΕΥΑΠ, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε με την Φ555/Ζ/8765/10.9.2004 απόφαση μέχρι 27.11.2004 και με την Φ555/Ζ/1164 απόφαση μέχρι 31.12.2004.

Ότι καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα από την αρχική σύμβαση πρόσληψης του ενάγοντος (9.10.2000) μέχρι τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου (31.12.2004) ο τελευταίος παρείχε τις υπηρεσίες του ως σχεδιαστής για την αποτύπωση αρχαιολογικών ανασκαφών και σχεδίαση αρχαιολογικών αντικειμένων στην ΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Ν.

Αχαϊας, καλύπτοντας με την συνεχή προσφορά της εργασίας του στο εναγόμενο για μεγάλο χρονικό διάστημα (επί 4 και πλέον έτη) πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω Υπηρεσίας, ενώ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. Φ555/Ζ/3352/17.4.2008 βεβαίωση της Προϊσταμένης της άνω ΣΤ' Εφορείας, ο ενάγων εργαζόταν στην Υπηρεσία αυτή και κατά το χρονικό διάστημα από 28.10.2003 έως 10.3.2004, το οποίο δεν καλύφθηκε από έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διότι αναμενόταν η έγκριση κονδυλίων από το Υπουργείο Πολιτισμού και στη συνέχεια ακολούθησε προεκλογική περίοδος, ασχολείτο δε με την αποτύπωση κινητών και ακινήτων ευρημάτων στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Μ.

επί της οδού Λόντου αριθ. 25 στην Πάτρα (πλήρης αποτύπωση πραγματοποιήθηκε από τον ενάγοντα με αριθμό σχεδιαστικού αρχείου 1.075). Ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντα, καταρτισθείσα πριν την ισχύ του Π.Δ. 164/2004, ήταν ενεργής κατά την έναρξη ισχύος του (19.7.2004) και καταλαμβανόταν από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, που εφαρμόζονται στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής ως αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου, όπως προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν οι επιμέρους αλλεπάλληλες συμβάσεις κατά την κατάρτιση κάθε μίας απ' αυτές, οι οποίες είναι άκυρες ως προς το χρονικό περιορισμό, που περιλαμβάνουν, συντρεχόντων όλων των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για την μετατροπή των αλλεπαλλήλων αυτών συμβάσεων σε μία σύμβαση αόριστης διάρκειας, αφού με την ίδια ειδικότητα ο ενάγων ανταποκρινόταν στις περιστάσεις και κάλυπτε τις ανάγκες του εναγομένου και δη του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως είναι οι ανάγκες συντήρησης έργων τέχνης, ως εκ του ότι αυτές είναι πάγιες και διαρκείς αλλά και άκρως απαραίτητες, και όχι έκτακτες, όπως συνάγεται από τη φύση των εργασιών που αναφέρθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια κάθε σύμβασης, δηλαδή την ανάγκη αποτύπωσης των αρχαιολογικών ευρημάτων, κατά την εκτέλεση έργων σε σταθερή βάση από διάφορους φορείς στην πόλη της Πάτρας, εργασία, η οποία εντάσσεται στις συνήθεις εργασίες των αρχαιολογικών υπηρεσιών, απαιτεί την σταθερή απασχόληση εξειδικευμένου σχεδιαστή, όπως ο ενάγων, και δεν δικαιολογεί τις επίδικες εργασιακές συμβάσεις ως ορισμένου χρόνου, η εργασία δε που παρείχε ο ενάγων εντάσσεται στις μόνιμες λειτουργικές ανάγκες της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας του εναγομένου, ενώ από την αρχική σύμβαση και σε χρονικό διάστημα 24 μηνών με περισσότερες από τρεις ανανεώσεις απασχολήθηκε πλέον των 18 μηνών, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 9.10.2000 (αρχική σύμβαση) έως 9.10.2002 με συμβάσεις που συνήφθησαν σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών μεταξύ τους απασχολήθηκε ο ενάγων για 19 μήνες και 12 ημέρες.

Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, αν και με διάφορη αιτιολογία, που αντικαταστάθηκε με την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεχόμενο ότι οι συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, που είναι συνταγματικά ανεκτό και ότι δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως αορίστου χρόνου η προέλευση των κονδυλίων για την κάλυψη της μισθοδοσίας τους ενάγοντος από διαφορετικές πηγές, αφού, σε κάθε περίπτωση, εργοδότης του ενάγοντος ήταν καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα το εναγόμενο.

Ότι, μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης (31.12.2004) το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβαση εργασίας του και ότι, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος την 1.1.2005 ήταν άκυρη, το δε εναγόμενο, μη αποδεχόμενο τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία δανειστή.

Ότι, περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθ. 2324/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και έκρινε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 9.10.2000 έως 31.12.2004 με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το εναγόμενο υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, καταβάλλοντας σ' αυτόν τις νόμιμες αποδοχές του, σε συμμόρφωση δε προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης το εναγόμενο απασχόλησε τον ενάγοντα στην ΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων μέχρι 31.10.2008.

Ότι στις 4.6.2009 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων (εκπροσωπούμενου του εναγομένου από την Προϊσταμένη της ΣΤ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων) σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ισχύ αναδρομικά από 1.11.2008 και διάρκειας ενός έτους (μέχρι 31.10.2009), η οποία παρατάθηκε για ένα επιπλέον έτος, δηλαδή μέχρι τις 31.10.2010, με επίκληση εφαρμογής του άρθρου 14.

Ν. 3758/2009, το οποίο όριζε στην παράγραφο 1 αυτού "Οι υπηρετούντες από την 1η Νοεμβρίου 2008 στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης και στους υπόλοιπους αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, που είχαν συμπληρώσει κατά την ημερομηνία εκείνη υπηρεσία είκοσι τεσσάρων μηνών ύστερα από πρόσληψή τους από το Υπουργείο Πολιτισμού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μπορούν από την παραπάνω ημερομηνία να παραμείνουν στις ίδιες θέσεις με όμοια σύμβαση ετήσιας διάρκειας και δυνατότητα παράτασης για ένα επιπλέον έτος, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση της αναγνωρίσεων των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου".

Ότι ο ενάγων παραιτήθηκε από την εκτέλεση της υπ' αριθ. 2324/2005 προαναφερθείσας απόφασης περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων και απασχολήθηκε στην ΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία ακύρως καταγγέλθηκε την 1.1.2005, το δε εναγόμενο εξακολούθησε να απασχολεί τον ενάγοντα στα πλαίσια της σύμβασης αυτής μέχρι τις 31.10.2010, ανεξαρτήτως της σύναψης της από 4.6.2009 σύμβασης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 Ν. 3758/2009, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου ούτως ή άλλως ο ενάγων δεν ενέπιπτε, αφού αυτό κάνει λόγο για υπηρετούντες την 1.11.2008 σε αρχαιολογικούς χώρους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και όχι αορίστου χρόνου, όπως ο ενάγων, η υπογραφή δε της από 4.6.2009 σύμβασης δεν αλλοίωσε τον πραγματικό χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας του ως αορίστου χρόνου.

Ότι, επομένως, η άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος μετά την 1.11.2010 ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία όμως είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε τα ίδια, δεν έσφαλε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που καταρτίστηκε πριν την ισχύ του Π.Δ. 164/2004, ήταν ενεργής κατά την έναρξη ισχύος του την 19.7.2004 και καταλαμβανόταν από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό αυτής ως αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, όπως προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν οι επιμέρους αλλεπάλληλες συμβάσεις, συντρεχουσών όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για τη μετατροπή τους σε μία αόριστης διάρκειας, αφού ο αναιρεσίβλητος με την ίδια ειδικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ από την αρχική σύμβαση και για χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ήτοι από 9.10.2000 (αρχική σύμβαση) έως 9.10.2002 απασχολήθηκε με συμβάσεις εργασίας που συνάφθηκαν σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών μεταξύ τους, για 19 μήνες και 12 ημέρες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, που υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β'/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.10.2018 και αριθ. κατάθεσης 38/1.11.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 364/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των τριακοσίων ευρώ (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ