196/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated196/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 196 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 196/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. συζύγου Κ. Δ., το γένος Λ. Τ. και 2) Κ. Δ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ερνέστο Τσακαλία.
Του αναιρεσιβλήτου: αστικού πιστωτικού αναπτυξιακού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στις …, λειτουργεί με τη μορφή πιστωτικού ιδρύματος και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σουμέλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 6-12-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται ο αστικός πιστωτικός αναπτυξιακός συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε.", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία του (πρώην "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.").
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης ανακοπής και της ανακοπτόμενης με αυτή διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος πιστωτικός συνεταιρισμός (Τράπεζα), με την από 27-3-2013 αίτησή του προς το δικαστή του Ειρηνοδικείου Σερρών, εξέθεσε α) ότι με την πρώτη αναιρεσείουσα κατήρτισε την υπ' αριθμ. .../9-10-2008 σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την οποία εγγυήθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτης, για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της πρώτης, που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας χορήγησε στην πρώτη αναιρεσείουσα πίστωση μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, με βασικό επιτόκιο 8,25%, πλέον συντελεστή επιβαρύνσεων 3,00%, δηλαδή επιτόκιο πίστωσης 11,25%, πλέον εισφοράς 0,60% του Ν. 128/75, έχοντας το δικαίωμα, σύμφωνα με τον όρο 2β της συμβάσεως, "να μεταβάλλει (αυξάνει ή μειώνει) μονομερώς το ως άνω βασικό επιτόκιο με ανακοίνωση στον τοπικό τύπο, οπότε η μεταβολή ισχύει από την ημέρα της ανακοίνωσης....", ενώ, επί πλέον, συμφωνήθηκε ότι "οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονται με επιτόκιο που καθορίζεται σε 2,50% πάνω από το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο...", και β) ότι την πιο πάνω σύμβαση κατήγγειλε στις 12-2-2013, γνωστοποιώντας στους αναιρεσείοντες το κλείσιμο στις 6-2-2013 του τηρηθέντος, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, λογαριασμού, ο οποίος παρουσίαζε τότε χρεωστικό σε βάρος των αναιρεσειόντων υπόλοιπο ποσού 16.860,82 ευρώ, σύμφωνα με τα επισυναφθέντα στην αίτηση επικυρωμένα αποσπάσματα των εμπορικών του βιβλίων, για τα οποία, με όρο της συμβάσεως, είχε συμφωνηθεί ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαιτήσεώς του.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, προσκομίζοντας και τα αναφερόμενα στην υποβληθείσα αίτηση έγγραφα, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για την ως άνω απαίτησή του, εκδόθηκε δε σχετικά η υπ' αριθμ. 203/2013 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία διατάχθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ανωτέρω ποσό των 16.860,82 ευρώ, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, δηλαδή με το συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,50 ποσοστιαίες μονάδες, πλέον εισφοράς 0,60% του ν. 128/1975.
Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 30-4-2013 ανακοπή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 10/2015 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει αυτήν, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου ανακοπής, και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 173,47 ευρώ, ενώ απέρριψε τους λοιπούς λόγους ανακοπής, επικυρώνοντας έτσι τη διαταγή πληρωμής ως προς το υπόλοιπο ποσό των 16.687,35 ευρώ.
Οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 30/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).
Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 994/2019).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 ν. 1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 "περί ελέγχου πίστεως", καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα "τραπεζικά επιτόκια" και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της.
Έκτοτε με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα "τραπεζικά επιτόκια", τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής ειδικότερα καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήσαν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού.
Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήσαν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, δηλαδή των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και "κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου...".
Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήσαν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους.
Με την υπ' αριθ. …/1987 ΠΔ/ΤΕ, με στόχο την, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών.
Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμό …./28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής: "...
Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ' άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν".
Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη "επιτοκίων χορηγήσεων", πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα "χορηγήσεων" αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη "χορηγήσεις" υποδηλώνει σαφώς τις κατ' εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές.
Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κτλ), τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια (χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κλπ), διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια.
Κατά συνέπεια, με σειρά πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επήλθε ουσιαστικά απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, οπότε η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293 - 295 ΑΚ.
Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ).
Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014).
Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1219/2001).
Κατά συνέπεια, με βάση την αρχή του απαραβιάστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), η σχετική συμφωνία, παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθ. 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτή" και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν, σταθερό ή κυμαινόμενο, τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια (ΑΠ 994/2018, ΑΠ 756/2015, 370/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής ισχυριζόμενοι, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο όρος της συμβάσεως, με τον οποίο συνομολογήθηκε το ανωτέρω αναφερόμενο κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο 11,85%, καθόσον αυτό υπερέβαινε το οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, που ανερχόταν κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης (9-10-2008) σε 9,25%, μειώθηκε δε σε 8% στο τέλος του 2008 και σε 6,75% στο τέλος 2009.
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρετικά προσβαλλόμενης απόφασης, έκρινε μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο εφέσεως, με την αιτιολογία ότι "οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων [ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κτλ] συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό", και, κατόπιν αυτού, απέρριψε τον παραπάνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές του άρθρου 281 ΑΚ και της υπ' αριθμ. …-7-2004 απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος τραπεζικού επιτοκίου και δεν καθίσταται ως προς αυτό καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι τούτο υπερβαίνει τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητας κατά την έννοια της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, τις οποίες, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω λόγο της ανακοπής τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 999/2019).
Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 370/2012).
Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 911/2005).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).
Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης Τράπεζας με βάση σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 105/2019, ΑΠ 753/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρο 2 παρ. 7 περ. ια' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ο προδιατυπωμένος γενικός όρος (ΓΟΣ) της ένδικης σύμβασης, που επιτρέπει στο αναιρεσίβλητο πιστωτικό συνεταιρισμό να μεταβάλλει το επιτόκιο, χωρίς ειδικά καθορισμένα και εύλογα κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, ακόμη και καθ' υπέρβαση των ανωτάτων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, αφού με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, η οποία διέπει το δίκαιο των Γ.Ο.Σ., και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον, όπως ισχυρίστηκαν, εξ αιτίας της ακυρότητας του ως άνω όρου, η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου περιλαμβάνει και παράνομους τόκους, αυτούς δηλαδή που ερείδονται στον άκυρο αυτό όρο, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτειται κατ' άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι αόριστος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται, αν ο αναιρεσίβλητος έκανε χρήση του πιο πάνω όρου και μετέβαλε κατά τη διάρκεια της σύμβασης το αρχικώς καθορισθέν επιτόκιο, δηλαδή δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά αύξησης του βασικού επιτοκίου μονομερώς από την πιστώτρια Τράπεζα, αφετέρου δε διότι η έκθεση των περιστατικών, προς θεμελίωση του ανωτέρω λόγου, δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, αφού οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες), επικαλούνται ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, αρκούμενοι σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, χωρίς ωστόσο να προβάλλουν ότι η ακυρότητα αυτή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιφέρει ταυτόχρονα ακυρότητα της όλης σύμβασης (άρθρο 181 ΑΚ) και χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για την πιο πάνω αιτία η οφειλή τους με παράνομους τόκους, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που οι αναιρεσείοντες διατάχθηκαν να πληρώσουν στον αναιρεσίβλητο πιστωτικό οργανισμό, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της (βλ.
ΑΠ 999/2019, ΑΠ 370/2012). Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι "με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994 και της ανωτέρω αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, σε συνδυασμό με τον υπ' αριθμό 2 όρο της επίδικης σύμβασης, κρίνεται ότι κατά τρόπο ορισμένο ορίζεται η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου.
Εξάλλου, η μεταβολή αυτού συνδέεται αποκλειστικά με δείκτη γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, που αναφέρεται στη σύμβαση, ενώ επιπρόσθετα προσδιορίζεται ρητά και αναλυτικά ο τρόπος προσαρμογής αυτού, ώστε να μην καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησης αυτών ως αορίστων". Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό, αλλά το αιτιολογικό της κρίνεται εσφαλμένο.
Κατά δε το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 139/2018).
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ., αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 Κ.Πολ.Δικ.
για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, εάν δε οι ενστάσεις δεν είναι ορισμένες, η ανακοπή απορρίπτεται λόγω ακυρότητας του δικογράφου της (ΑΠ 662/2010). Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν δικονομικό χαρακτήρα (ΑΠ 1503/2008).
Κατά συνέπεια, αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας δεν ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προβληθείσα διαταγή πληρωμής, μολονότι κατά την έκδοση της εμφιλοχώρησαν παραβάσεις δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούν κατά νόμο την ακύρωσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 1305/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο εφέσεως, ακυρότητα της διαταγής πληρωμής λόγω του ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι εκκαθαρισμένη, χωρίς να παραθέσουν οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και χωρίς να επικαλεσθούν σαφείς και ορισμένους λόγους που καθιστούν την ένδικη απαίτηση ανεκκαθάριστη με την αναφορά συγκεκριμένων κονδυλίων.
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, με κύρια αιτιολογία, ως αόριστο, καθόσον περιέχει "γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της διαταγής πληρωμής, χωρίς να περιέχει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που βάλλουν κατά των κατ' ιδίαν κονδυλίων που επιδικάζονται με αυτή", και με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου είναι εκκαθαρισμένη, όπως είχε αποφανθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού ο αναιρεσίβλητος "προσκόμισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την έκδοσή της και συγκεκριμένα την υπ' αριθμό .../9-10-2008 σύμβαση χορήγησης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, τα αποσπάσματα από τα βιβλία της...
που εμφανίζουν την κίνηση του με αριθμό ... λογαριασμού της επίδικης πίστωσης, τα οποία σύμφωνα με τον με αριθμό 2.6 όρο της σύμβασης αναγνωρίζεται ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του εκάστοτε οφειλόμενου από τους ανακόπτοντες ποσού και τις με αριθμούς ...12-2-2013 και .../12-2-2013 επίδοσης της καταγγελίας της παραπάνω σύμβασης, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στους ανακόπτοντες".
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, κατ' αρχάς, η αιτίαση ότι η κατ' έφεση εκδοθείσα ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ως αόριστο και δεν κήρυξε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής λόγω ελλείψεως της προαναφερόμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως εκδόσεώς της, απορρίπτοντας έτσι τον δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος, που φέρεται με το αναιρετήριο ως λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού πράγματι ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, όπως κατά τα ανωτέρω προβλήθηκε, δηλαδή με μόνη την επίκληση του ανεκκαθαρίστου της απαίτησης της τράπεζας, είναι αόριστος και, συνεπώς, ορθά απορρίφθηκε ως τέτοιος από το Εφετείο με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο παραπάνω λόγος της ανακοπής, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι, με την επίκληση των διαλαμβανόμενων στο αναιρετήριο ισχυρισμών, που όμως δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (χωρίς μνεία συγκεκριμένης διάταξης), είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διότι ο αναιρεσίβλητος πιστωτικός συνεταιρισμός προέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως πιστώσεως σε παράνομο ανατοκισμό των ποσών που αντιστοιχούσαν στην εισφορά του ν. 128/1975, χωρίς τούτο να επιτρέπεται από το νόμο, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση της καθής ανεκκαθάριστη στο σύνολό της.
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό, που επαφέρθηκε με τον τρίτο λόγο εφέσεως, κυρίως μεν ως αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση ως μη νόμιμο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής, με τον οποίο αμφισβητείται το ύψος της απαίτησης της καθ' ης, θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον επί ανακοπής το Δικαστήριο επιλαμβάνεται μόνο αν υπάρχει σχετικός λόγος και κατά τη έκταση αυτού του λόγου, με τον λόγο δε αυτό δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού, λόγω της επικαλούμενης ως άκυρης επιβάρυνσής του με την εισφορά του ν. 128/1975 και τον ανατοκισμό αυτής, με προσδιορισμό των συνεπειών της στην εξέλιξη της οφειλής, ώστε σε περίπτωση βασιμότητας να είναι δυνατή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά αντίστοιχο μέρος, δεδομένου ότι η ύπαρξη άκυρου όρου δεν επιφέρει γενική ακυρότητα της σύμβασης, αλλά μόνον του μέρους στο οποίο επιδρά.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο ανατοκισμός της εν λόγω εισφοράς δεν είναι παράνομος, αφού η εν λόγω εισφορά νόμιμα υπολογίζεται στον καθορισμό του επιτοκίου, μέρος του οποίου αποτελεί και δεν συνιστά φόρο εισφοράς ή άλλες προμήθειες των οποίων απαγορεύεται ο ανατοκισμός...
Η επιβολή της εισφοράς στο δανειολήπτη (και κατά συνέπεια o ανατοκισμός της) μπορεί να ελεγχθεί μόνον από την άποψη της διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο... Στην προκείμενη δε περίπτωση, στην επίδικη σύμβαση (όρος 4.1) γίνεται αναφορά για τη χρέωση των ανακοπτόντων και με την εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί".
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως αόριστο τον τρίτο λόγο της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, διότι η καθής προέβαινε σε παράνομο ανατοκισμό των ποσών που αντιστοιχούσαν στην εισφορά του ν. 128/1975...", δεδομένου ότι το βάρος της απόδειξης της απαίτησης φέρει ο αναιρεσίβλητος που προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να διαπιστωθεί σε ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση.
Εφόσον δε, ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ανωτέρω λόγο προβάλλεται πλημμέλεια για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, η επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ανεξαρτήτως δε του ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής ως αόριστο και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμο (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 623/2011).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, πρόκειται στην πραγματικότητα για λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Διαταγή πληρωμής, κατά τα ήδη εκτεθέντα, μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος (ανοικτού) αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 872/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.
Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν.
Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).
Ενόψει αυτών, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα. Από την παράλειψη ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής (ΑΠ 1202/2018), η παραβίαση δε της ανωτέρω διάταξης ιδρύει τον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, στην αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, γινόταν μνεία, με παράλληλη παραπομπή στα προσκομισθέντα έγγραφα, του συμφωνηθέντος επιτοκίου, που συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, καθώς και του όρου ότι "οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονται με επιτόκιο που καθορίζεται σε 2,50% πάνω από το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο...".
Με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής διατάχθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 16.860,82 ευρώ, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, δηλαδή με το συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,50 ποσοστιαίες μονάδες, πλέον εισφοράς 0,60% του ν. 128/1975. Με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, η οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, και, συνακόλουθα, ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή του συμβατικού επιτοκίου υπολογισμού των τόκων που είχε συμφωνηθεί κυμαινόμενο.
Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο εφέσεως, στον οποίο, απαραδέκτως οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής και λόγω αοριστίας της αίτησης, με βάση την οποία αυτή εκδόθηκε, επειδή δεν αναφέρονταν τα κονδύλια των αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, το νόμιμο επιτόκιο και επί ποίου ποσού εκάστοτε υπολογιζόταν, ούτε και είχε επισυναφθεί σχετικός πίνακας με αυτά.
Ο πιο πάνω λόγος εφέσεως, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου της συμπλήρωσης με αυτόν της ιστορικής βάσης του προαναφερόμενου λόγου ανακοπής στην κατ' έφεση δίκη με το δικόγραφο της έφεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 640/2017), όπως και ο αντίστοιχος λόγος της ανακοπής, είναι μη νόμιμος, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος (ανοικτού) αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, όπως και το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, το οποίο επίσης δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα.
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, κρίνοντας ως μη νόμιμο τον όγδοο λόγο της ανακοπής, με την αιτιολογία ότι "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι..., απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού το ύψος του επιτοκίου βάσει του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει ευθέως από το απόσπασμα που προσκομίζεται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού τα λοιπά σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο - χρόνος) επιτρέπουν τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων, πολύ δε περισσότερο όταν στο αντίγραφο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτού που προσκομίστηκε για την έκδοση της προσβαλλόμενης, έκαστο κονδύλιο τόκων (συμβατικοί, υπερημερίας, ανατοκισμού, κλπ) παρατίθεται λεπτομερώς".
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, παραλείποντας να κηρύξει άκυρη τη διαταγή πληρωμής λόγω μη αναφοράς σ' αυτή, όπως και στην αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε, του επιτοκίου υπολογισμού των τόκων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να διαπιστωθεί σε ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση.
Σε κάθε περίπτωση, και ο ανωτέρω λόγος εκτιμάται ότι διαλαμβάνει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την ένδικη διαταγή πληρωμής για τον επικαλούμενο ως άνω λόγο και, συνεπώς, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
Ανεξαρτήτως αυτού, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως μη νόμιμος και ότι δεν είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή του επιτοκίου υπολογισμού των τόκων, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καθόσον το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε, και πρέπει, συνεπώς, με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας με την ορθή ως άνω αιτιολογία, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο ανωτέρω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, η επάρκεια δε ή μη της θεμελίωσης της ανακοπής κρίνεται από τον Άρειο Πάγο. Η τελευταία πάσχει, α) νομική αοριστία, όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, β) ποιοτική αοριστία, όταν γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και γ) ποσοτική αοριστία, όταν απουσιάζει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου.
Η νομική αοριστία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ η ποιοτική και ποσοτική αοριστία εξετάζονται μέσω των λόγων από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου ως άνω άρθρου [ΟλΑΠ 112/2008]. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 104/2014, 443/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει (η αναφορά του οποίου είναι αναγκαία), ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 988/2019, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 275/2017).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 945/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τέταρτο λόγο της ανακοπής, που προεβλήθη στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, ο δεύτερος αναιρεσείων, που συμβλήθηκε ως εγγυητής στην ένδικη σύμβαση, προέβαλε ακυρότητα των όρων της συμβάσεως εγγυήσεως, με τους οποίους αυτός παραιτήθηκε από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις των άρθρων 862 μέχρι 868 ΑΚ, αφού με την παραίτησή του αυτή παρέχεται στον αναιρεσίβλητο πιστωτικό οργανισμό να απαιτήσει υπέρμετρες εγγυήσεις και παράλληλα περιορίζεται υπέρμετρα η ευθύνη του, με αποτέλεσμα την περιέλευση αυτού σε δυσμενή θέση έναντι του αναιρεσιβλήτου και τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, μαζί με άλλους, με δύο επάλληλες αιτιολογίες, ήτοι: Με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι "δεν εξειδικεύονται σε αυτούς με σαφήνεια και πληρότητα περιστατικά τα οποία διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, καθώς, για την κρίση περί καταχρηστικότητας, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου,...
θα πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης, εν προκειμένω δε, οι ανακόπτοντες επικαλούνται αόριστα αντίθεση των σχετικών όρων στις ανωτέρω διατάξεις, χωρίς όμως να αναφέρουν ειδικά σε τι έγκειται η αντίθεση αυτή και με ποιο τρόπο διαταράσσεται η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών.
Περαιτέρω, οι λόγοι αυτοί, εκτιμώμενοι ως αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης της καθ' ης, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατ' αρχήν (ακυρότητα), δεν οδηγεί σε ολική ακυρότητα αυτής (άρθρο 181 ΑΚ), θα πρέπει ν' απορριφθούν επίσης ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον επί ανακοπής το Δικαστήριο επιλαμβάνεται μόνον αν υπάρχει σχετικός λόγος και κατά την έκταση αυτού του λόγου, με τους λόγους δε αυτούς προτείνεται μία γενική και όλως ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας της απαίτησης της καθ' ης, χωρίς να προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλία του λογαριασμού, λόγω της εφαρμογής των επικαλούμενων ως άκυρων όρων της σύμβασης, ώστε σε περίπτωση βασιμότητας να είναι δυνατή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος".
Και με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, ως μη νόμιμο λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, διότι "ο δεύτερος ανακόπτων, ο οποίος συμβλήθηκε ως εγγυητής στην επίδικη σύμβαση δανείου, δεν διατηρεί και έννομο συμφέρον στην προβολή του δέκατου τέταρτου λόγου της ανακοπής, με τον οποίο προβάλλεται ότι ο όρος της παραίτησης του εγγυητή από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις άρθρων 862-868 ΑΚ, έγινε κατά παράβαση των άρθρων 6 και 7 του ν. 2251/1994, δεδομένου ότι, υπό τα εκτιθέμενα, περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 862-868 ΑΚ δεν συνέτρεξε ποτέ κατά την ισχύ της ως άνω σύμβασης και μάλιστα με υπαιτιότητα της πιστώτριας, με αποτέλεσμα να μην επέλθει ποτέ απαλλαγή αυτού από την ευθύνη του ως εγγυητή.
Με τον τρόπο αυτό δεν εφαρμόσθηκε ποτέ από την καθ' ης καμία από τις προσβαλλόμενες σε βάρος της ρήτρες". Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 332 ΑΚ και 2 παρ. 6 και 7 εδ. ιγ' και κστ'του ν. 2251/1994 απέρριψε τον προαναφερόμενο δέκατο τέταρτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων προέβαλε ακυρότητα των όρων της συμβάσεως εγγυήσεως, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω λόγου ανακοπής, με την προσθήκη απλώς ότι τυγχάνει και αυτός καταναλωτής κατά την έννοια του πιο πάνω νόμου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών ούτε σε ποια από τις ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις εδράζεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν εμπίπτουν στον από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως οι όλως αορίστως προβαλλόμενες αιτιάσεις, καθώς και αν οι αιτιάσεις αυτές οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Εφόσον δε ήθελε γίνει δεκτό, ότι με τον ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης ο δεύτερος αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την επάλληλη αιτιολογία της, διότι απέρριψε ως μη νόμιμο, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν ή άλλον δεν πλήττεται η κύρια αιτιολογία, με την οποία ο πιο πάνω λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος και η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι προβάλλεται και η αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως αόριστο, η κρίση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, δεν αναφέρεται στη νομική εκτίμηση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αλλά αναφέρεται σε ποσοτική και ποιοτική αοριστία του πιο πάνω λόγου της ανακοπής.
Εξέφρασε, δηλαδή, το δικαστήριο κρίση δυνάμενη να ελεγχθεί μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, η οποία, ως πλημμέλεια, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, δικαζόντων ως δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, με αποτέλεσμα τυχόν αποδοχή του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, ως προς την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, να μην επηρεάζει το διατακτικό αυτής, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη δυνάμενη να προσβληθεί με την αναίρεση κύρια (πρώτη επάλληλη) αιτιολογία.
Περαιτέρω, κατά ανωτέρω εκτεθέντα, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με επιμέλεια Τράπεζας με βάση σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 753/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, παραπονέθηκαν κατά της πρωτόδικης απόφασης, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, παρά το γεγονός ότι έκανε δεκτό τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, ακύρωσε εν μέρει τη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 173,47 ευρώ, που αφορούσε ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 633 ΚΠολΔ, να την ακυρώσει στο σύνολό της.
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης ως μη νόμιμο κρίνοντας ότι "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε εκ του νόμου υποχρέωση να ακυρώσει ολόκληρη τη διαταγή πληρωμής και ορθά την ακύρωσε εν μέρει, κατά το μέρος της απαίτησης που αφορούσε τον λόγο της ανακοπής που έγινε δεκτός".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 633 ΚΠολΔ (στο μέτρο που αυτή είναι ουσιαστικού δικαίου) (βλ. ΑΠ 105/2019) και, συνεπώς, ο έκτος, από το άρθρο 560 αρ. ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου" απέρριψε τον παραπάνω (έκτο) λόγο της έφεσής τους, ισχυριζόμενοι ότι μετά την εν μέρει παραδοχή της ανακοπής και την ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το προαναφερόμενο ποσό καθίσταται ανεκκαθάριστη η ένδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου στο σύνολό της, αφού δεν προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής το ακριβές ποσό της οφειλόμενης παροχής ούτε και με υπολογισμό αυτού με αριθμητικές, λογιστικές ή άλλες τεχνικές πράξεις, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2017 αίτηση των 1) Π. συζ. Κ. Δ. και 2) Κ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ