Legislator Case Law & Legislation
196/2012 AI generated

196/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 196/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 196 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

196/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 196 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 196 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 562§1). Αναίρεση για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Έννοια σχετικής διάταξης άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. [Αναιρεί Εφ. Αθ. 4064/2009].

Αριθμός 196/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούτσικο

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. θυγ. Ν. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σωτηροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7077/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 1344/2007 μη οριστική και 4064/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης οριστικής και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής απόφασης του Εφετείου, κατά παραδοχήν των δεύτερου και τέταρτου λόγων του αναιρετηρίου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4064/2009 οριστική και την συμπροσβαλλόμενη, κατά το άρθρο 553 παρ. 2 του ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 1344/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 7077/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ του άρθρου 1400 του ΑΚ (συμμετοχή στα αποκτήματα) αγωγή του πρώτου κατά της δεύτερης, πρώην συζύγου του, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και δη για το ποσό των 37.500 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη- εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτής, παραπονούμενος κατά της αντίθετης παραδοχής της εκκαλουμένης, ο τελευταίος ζήτησε όπως είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή του, να συνυπολογισθεί στην κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και η αναφερόμενη αξία της ψιλής κυριότητας της επί της οδού ...αρ. 3, στον Δήμο ..., οικοδομής, την οποία (οικοδομή) ανήγειραν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους επί οικοπέδου της αναιρεσίβλητης και της οποίας την ψιλή κυριότητα μεταβίβασε η αναιρεσίβλητη λόγω γονικής παροχής στα τέκνα των διαδίκων με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ. Μιχαηλίδη και με σκοπό να βλάψει τον αναιρεσείοντα (καταδολιευτική μεταβίβαση, άρθρ. 939 επ. του ΑΚ). Στα ανωτέρω δικόγραφα της αγωγής και της έφεσης δεν αναφέρεται, ειδικότερα, ούτε ο χρόνος διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ούτε ότι η προαναφερθείσα, καταδολιευτική κατά τον αναιρεσείοντα, μεταβίβαση τη ψιλής κυριότητας της οικοδομής της αναιρεσίβλητης, που έλαβε χώραν την 14-4-2000, στα τέκνα των διαδίκων έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων, οπότε και σύμφωνα με το άρθρο 1400 παρ. 2 του ΑΚ ο αναιρεσείων μπορούσε να ζητήσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Αντιθέτως αναφέρεται (στα ανωτέρω δικόγραφα) ως χρόνος γεννήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος εκείνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001), μεταγενέστερος του προαναφερθέντος χρόνου (14-4-2000) της γονικής παροχής της αναιρεσίβλητης, την κατά τον χρόνο δε εκείνον (1-8-2001) υπάρχουσα αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, που οφείλεται, κατά την αγωγή και την έφεση, στη συμβολή του αναιρεσείοντος, ζήτησε ο τελευταίος με τα ειρημένα δικόγραφά του. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη ως άνω μη οριστική απόφασή του, ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα της αγωγής- πρώτον λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις εφαρμοστέες ως προς το αίτημα αυτό, συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 1400, 174, 914 και 939 του ΑΚ, για τον λόγο ότι (υποστηρίζει ο αναιρεσείων) η ειρημένη, καταδολιευτική κατ' αυτόν, γονική παροχή έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας (Μάιος 1998) από την έναρξη της διάστασης των διαδίκων (Μάιος 1995), οπότε ο ίδιος είχε γεγεννημένη αξίωση στα αποκτήματα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 1400 παρ. 2 του ΑΚ), ανεξαρτήτως του ότι άσκησε την αγωγή του μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν ως άνω περιστατικά, τα οποία στηρίζουν το προβαλλόμενο αίτημα, δεν είχαν προταθεί, ως θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός, στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα προεκτεθέντα, η δε αναφορά του Εφετείου στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε από τον Μάιο του 1995 και ο γάμος τους λύθηκε αμετακλήτως την 1-8-2001, από την οποία αναφορά προκύπτει ότι η κατά την 14-4-2000 γονική παροχή της αναιρεσίβλητης έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων και την οποία (αναφορά) επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Και τούτο διότι οι χρόνοι αυτοί, που όπως προαναφέρθηκε δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή και στην έφεση, αναφέρονται ιστορικά και ως εκ περισσού στην απόφαση, αφού δεν αποτελούσαν μέρος του ιστορικού της ένδικης διαφοράς όπως αυτή εισήχθη στα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία και δεν μπορούσαν να λάβουν υπόψη (αυτεπαγγέλτως) τα περιστατικά αυτά που αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής (αλλιώς παρά τον νόμο θα ελάμβαναν υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί). Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό-λόγον εφέσεως του αναιρεσείοντος ότι για το ποσό των 102.714,60 ευρώ που ο ίδιος πλήρωσε συνολικά μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999 για την ανέγερση της ειρημένης οικοδομής στο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης δικαιούται να λάβει κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ το ποσό των 195.354,60 ευρώ, το οποίο αναλογεί κατ' αναγωγήν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, στον χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) στο ανωτέρω καταβληθέν το έτος 1991 ποσό των 102.714,60 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι και κατά την ορθή νομική παραδοχή του Εφετείου η κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συνίσταται στο δικαίωμα του συζύγου να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου που επήλθε κατά τη διάρκεια του λυθέντος ή ακυρωθέντος γάμου και το οποίο (μέρος της αύξησης) προέρχεται από τη δική του συμβολή, το κατά το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμο και ο σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου, ως αίτημα της αγωγής, ελήφθη υπόψη (κρίθηκε) από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την επιδίκαση του ειρημένου (ανωτ. υπό Ι) ποσού των 37.500 ευρώ στον αναιρεσείοντα, ως συμβολή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης (αποκτήματα) κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Επομένως ο τρίτος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, το Εφετείο, για τον υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του αναιρεσείοντος, βάσει των οποίων και σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης έκρινε το ποσοστό συμμετοχής του πρώτου στα ένδικα αποκτήματα της δεύτερης, έλαβε υπόψη και τις από 31-12-1985/ 1986/ 1987/ 1988/ 1989/ 1990/ 1991 βεβαιώσεις αποδοχών της Γ4 Δ/νσης Οικ. Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών που αφορούν τις αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τα αντίστοιχα έτη από την υπηρεσία του και τις οποίες βεβαιώσεις-δημόσια έγγραφα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων προς απόδειξη των σχετικών αγωγικών του ισχυρισμών. Από τις βεβαιώσεις αυτές προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έλαβε κατά τα ως άνω έτη αφ' ενός μεν τα αναφερόμενα στα έγγραφα αυτά και στην απόφαση ποσά για την υπηρεσία του στο εσωτερικό, και αφ' ετέρου τα ποσά των 208.941, 1.186.820, 4.996.016, 5.642.205, 6.367.736, 6.343.146 και 13.308.703 δραχμών, αντίστοιχα, για υπηρεσία του στο εξωτερικό, τα τελευταία δε αυτά ποσά, κατά ελλιπή ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, αποδίδοντας έτσι στα ειρημένα έγγραφα, στα οποία αποκλειστικά στήριξε τη σχετική κρίση του, περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό ως προς αποδεικτέον ουσιώδη ισχυρισμό και καταλήγοντας έτσι σε επιβλαβή κρίση για τον αναιρεσείοντα. Επομένως ιδρύεται εν προκειμένω ο προρρηθείς αναιρετικός λόγος της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η εξέταση του τέταρτου και τελευταίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγου ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες αποδείξεις αναλήψεως χρημάτων της Citi Bank, τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4064/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ