196/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 196 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated196/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 196 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 196 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δεδικασμένο. Αλλαγή νομοθετικού καθεστώτος και δεδικασμένο. Η αλλαγή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, ως διαφορετικό αντικείμενο δίκης που δημιουργεί δεδικασμένο από προηγούμενη σχετική αγωγή αξιώσεως για δεδουλευμένες αποδοχές, εφόσον αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτό της προηγούμενης αγωγής. Όροι αμοιβής και εργασίας νοσηλευτικού προσωπικού, συνδεόμενου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με νοσηλευτικό ίδρυμα ΝΠΔΔ
Αριθμός 196/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ν. Σ., κατοίκου ... .Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ
Του αναιρεσίβλητου- καθού η κλήση: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ),που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2334/ 2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 7130/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01-09-2003 αίτησή του η συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 14-2-2006 οπότε και ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 27-05-2008 κλήση του που προσδιορίστηκε για να δικαστεί στις 12-05-2009 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Τέλος την υπόθεση επαναφέρει και πάλι προς συζήτηση ο αναιρεσίων με την από 01-12-2009 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 20-01-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αεροπαγίτη Αναστασίου- Φιλίτα Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από την τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο , αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερη του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ( άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876 /1999), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. Περαιτέρω, οι αποδοχές του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ ρυθμίζονταν από το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ, 472/11-8-1981 και 731/14-12-1981 τευχ. Β' αντίστοιχα). Με την παρ.32 της Δ.Α. ορίσθηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων και βασικών μηνιαίων μισθών των ηλεκτροτεχνιτών των νοσηλευτικών αυτών ιδρυμάτων, ενώ με τις 73/1982 και 74/1982 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών "διά τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων κ.λ.π., του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ (μέλη των σωματείων δυνάμεως ΟΕΝΕ και ΟΣΝΙΕ αντίστοιχα)" που κηρύχθηκαν εκτελεστές με τις 17.663 και 17.664/1982 ΑΥΕ αντίστοιχα (ΦΕΚ 505 και 501 τευχ. Β'), το μεν χορηγήθηκε στους μισθωτούς που υπάγονται σ' αυτή και είναι το προσωπικό των εν λόγω ιδρυμάτων, που αμείβονται με βάση την πρώτη Δ.Α. (42/1981) διορθωτικό ποσό, το δε ορίσθηκε με την παρ. 12 ότι " Το κατώτατο όριο του βασικού μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (αριθμό 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών). Επί των εν λόγω κατωτάτου ορίου βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου θα υπολογίζονται τα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση, τα οποία θα χορηγούνται επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου", με δε την παρ. 13 της ως άνω Δ.Α. ορίσθηκε ότι, "κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της με αριθμό 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς". Το νομικό καθεστώς της ως άνω 42 /1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς μεταβλήθηκε, με την από 22 - 12 - 1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953, που είναι μέλη του σωματείου των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ (όπως είναι και το αναιρεσίβλητο), στο σύνολο του, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/ 1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ. ΑΠ 3/2003, Ολ.ΑΠ 10/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος, ότι συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής ΝΠΔΔ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι παρείχε τις ως αδειούχου ηλεκτροτεχνίτη υπηρεσίες του από την 1-9-1982 κι' εντεύθεν, ζήτησε να του καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1-6-1997 έως 31-11-1999, καθώς και διαφορές αμοιβών για την εργασία του κατά τις Κυριακές και Αργίες, τη νυκτερινή εργασία και την παροχή υπερωριακής εργασίας για το ίδιο διάστημα λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλομένων σε αυτόν αποδοχών με βάση τη ΔΑ 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ λοιπές σχετικές διατάξεις. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το νομικά δε αβάσιμο της αγωγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4708/1991 και 9548/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε προγενέστερες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες ζητούσε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-5-1997, κρίθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο για το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να λαμβάνει τα προβλεπόμενο από το νομικό καθεστώς της ως άνω 42/-1981 ΔΑ επιδόματα οικογενειακών βαρών και ανθυγιεινής εργασίας και ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος για το διάστημα αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις της πιο πάνω διαιτητικής αποφάσεως (42 /1981). Από τις αποφάσεις όμως αυτές δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού οι αξιώσεις του ενάγοντος που ασκούνται με την ένδικη αγωγή έχουν διαφορετική νομική αιτία σε σχέση με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές και συγκεκριμένα η ένδικη αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών για το από 1-6- 1997 έως 31-11-1999 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες και ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και οι οποίες συνιστούν μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τις αποδοχές αυτές σε σχέση με το νομικό καθεστώς που ίσχυε, κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, που έκριναν οι τελεσίδικες ως άνω αποφάσεις. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή και την απέρριψε για το λόγο αυτό σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, γι' αυτό είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8,14 και 16 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο (έκρινε την αγωγή ως αόριστη), δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό για ύπαρξη δεδικασμένου από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και παρά το νόμο δεν δέχθηκε το δεδικασμένο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.7130/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ