196/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated196/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 8 του ίδιου νόμου τα μέλη του Δ.Ε.Π. μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο στους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Δημόσιου τομέα και στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, όπως επίσης και σε Διεθνείς Οργανισμούς στα πλαίσια των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 196 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 196/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπιλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3122/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες διακρίσεις και εξαιρέσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικούς ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1258/1982 "Για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στον δημόσιο τομέα, καθώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι: 1. Απαγορεύεται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους, έμμισθους και άμισθους, πολιτικούς και στρατιωτικούς ή μισθωτούς, που απασχολούνται στο Δημόσιο και τα Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου του άρθρου 9 του νόμου 1232/1982, για την "επαναφορά σε ισχύ, τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ΝΔ 4352/1964 και άλλες διατάξεις" και άσχετα από την φύση της σχέσης που τους συνδέει με το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο, να διορισθούν ή να προσληφθούν και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση στο δημόσιο τομέα αυτό, τόσο στην ημεδαπή, όσο και στην αλλοδαπή. 2.3.
Η απαγόρευση ισχύει επίσης ... ... εφόσον οι ακαθάριστες αποδοχές όλων των παραπάνω κατηγοριών υπερβαίνουν το όριο των 3/5 των ακαθαρίστων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι είναι δυνατός ο διορισμός των παραπάνω κατηγοριών υπαλλήλων ή συνταξιούχων σε δεύτερη θέση ή απασχόληση, όταν πρόκειται για κύριο ή βοηθητικό διδακτικό προσωπικό των ανωτέρων και ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και σε άλλες αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που τάσσονται στο άρθρο αυτό.
Ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 8 του ίδιου νόμου τα μέλη του Δ.Ε.Π. μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο στους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Δημόσιου τομέα και στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, όπως επίσης και σε Διεθνείς Οργανισμούς στα πλαίσια των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο αυτό.
Με το Π.Δ. της 23/29.11.1983 ρυθμίστηκε το θέμα της πρόσθετης αμοιβής για την απασχόληση και την παροχή υπηρεσιών από τα μέλη του ΔΕΠ στο Δημόσιο, τους Φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Δημόσιου Τομέα ..κ.λ.π. με το άρθρο δε 2 αυτού ορίζονται τα εξής: "το μέλος του Δ.Ε.Π. δικαιούται κατ' επιλογήν να λαμβάνει:
ή το σύνολο των ακαθαρίστων αποδοχών που αυτό λαμβάνει ως μέλος του Δ.Ε.Π. και μέχρι τα 3/4 του συνόλου των ακαθαρίστων αποδοχών κάθε φύσεως αμοιβών του για την απασχόλησή του στις παραπάνω θέσεις ή μέχρι τα 3/4 του συνόλου των ακαθαρίστων αποδοχών του ως μέλους του Δ.Ε.Π. και το σύνολο των ακαθαρίστων κάθε φύσεως αμοιβών του για την απασχόλησή του με το παρόν διάταγμα θέσεις.
Με το άρθρο 9 της υπ. αριθμ. Β2/5305/της 7-8/8-9-1983 απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης Εθνικής Παιδείας και Οικονομικών με την οποία ρυθμίστηκαν οι προϋποθέσεις και οι ειδικοί όροι κατοχής δεύτερης θέσης από μη μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ορίζεται ότι το σύνολο των αποδοχών και από τις δύο θέσεις δεν μπορεί να υπερβεί σε καμία περίπτωση το ανώτατο όριο των απολαβών του άρθρου 6 του ν. 1256/1982, ενώ με το άρθρο 10 της ίδιας απόφασης ορίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει το σύνολο των ακαθαρίστων αποδοχών της πρώτης κατεχόμενης θέσης (ή της σύνταξης προκειμένου περί συνταξιούχων) και μέχρι τα 3/4 των αποδοχών της δεύτερης χρονικά θέσης.
Τέλος, με το ΠΔ. 129/της 10/11.4.1991 αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του ΠΔ 459/1983, που κατά τα προαναφερόμενα αφορούσαν την πρόσθετη αμοιβή για την απασχόληση και την παροχή υπηρεσιών από τα μέλη του ΔΕΠ στο Δημόσιο, τους Φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Δημόσιου Τομέα, στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς και σε Διεθνείς Οργανισμούς, ορίστηκε δε ότι το μέλος του ΔΕΠ δικαιούται, εκτός από το σύνολο των κάθε είδους ακαθαρίστων αποδοχών της οργανικής του θέσης και το σύνολο των κάθε είδους ακαθάριστων αποδοχών της θέσης για την οποία του έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 άδεια.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται στο εξής και στα μέλη του ΔΕΠ που έχουν ήδη λάβει άδειες κατοχής δεύτερης θέσης καταργουμένων των αντιθέτων ρυθμίσεων που τυχόν περιέχονται στις άδειες αυτές. Τέλος, με την Υπουργική Απόφαση Β2/5305/1983 "περί κατοχής δεύτερης θέσης, από μη μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ, με την οποία καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις και οι ειδικοί όροι κατοχής δεύτερης θέσης στο διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ, προκύπτει ότι τα μέλη του διδακτικού προσωπικού (ειδικοί επιστήμονες, υποψήφιοι διδάκτορες, επιμελητές, βοηθοί επιστημονικοί συνεργάτες και εξομοιούμενοι) μπορούν με τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση προϋποθέσεις να κατέχουν δεύτερη θέση στο Δημόσιο, ΟΤΑ, Γεωργικούς Συνεταιρισμούς και Διεθνείς Οργανισμούς.
Κατά το άρθρο 10 δε της απόφασης αυτής ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει το σύνολο των ακαθαρίστων αποδοχών της πρώτης κατεχόμενης θέσης (ή της σύνταξης προκειμένου περί συνταξιούχων) και μέχρι τα 3/4 των ακαθαρίστων αποδοχών της δεύτερης χρονικά θέσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής:
Η αναιρεσείουσα είναι δικηγόρος από 29-1-1976 από δε τις 23-9-1993 είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο. Με την από 9-2-1994 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ., προσλήφθηκε από αυτό ως νομικός σύμβουλος με σχέση έμμισθης εντολής από την ημερομηνία δε αυτή προσφέρει συνεχώς τις νομικές της Υπηρεσίες στο αναιρεσίβλητο με πάγια αντιμισθία.
Η κατά τα άνω πρόσληψη της αναιρεσείουσας έγινε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. Β 2/3374/0/31-8-1994 απόφασης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία της παρασχέθηκε άδεια να κατέχει και τη θέση της νομικής συμβούλου του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 και 5 του ν. 1268/1982 και την ΥΑ Β2/5305 της 7-8/8-9-1983 (προϋποθέσεις και ειδικοί όροι κατοχής από μη μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ), δεδομένου ότι η ενάγουσα κατείχε από το έτος 1981 και εξακολουθεί να κατέχει τη θέση της επιστημονικής συνεργάτιδας στο τομέα του Δημοσίου δικαίου του Νομικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η ενάγουσα, η οποία ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα από 29-1-1976, είναι κάτοχος δύο διπλωμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων. Με βάση τα ελάχιστα όρια αμοιβών, όπως αυτά καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 92 Α του Κώδικα δικηγόρων σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 2022210/2776.002/1997 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης και το άρθρο 10 του ν. 2608/1998 η αμοιβή της καθορίζεται α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1997 στο ποσό των 412.600 δρχ.
ανά μήνα ... και β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-1998 το ποσό των 421.960 δρχ. ανά μήνα ... ποσά που υπερβαίνουν την συμφωνηθείσα ως μηνιαία αντιμισθία όπως είχε προσδιοριστεί με απόφαση της Συγκλήτου κατά τη συνεδρίαση της 19-5-1994, η οποία αντιμισθία με τις αυξήσεις που επακολούθησαν ανερχόταν στο ποσό των 398.195 δρχ.
το μήνα για το έτος 1997 και στο ποσό των 419.169 δρχ. για το έτος 1998. Από την προαναφερόμενη αμοιβή η αναιρεσείουσα δικαιούται τα 3/4 των ακαθαρίστων ως άνω αποδοχών σύμφωνα με την ΥΑ Β2/5305/1983, οι διατάξεις της οποίας δεν είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθόσον ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο η αμοιβή για την ίδια εργασία των μελών του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού (ΔΕΠ) των ΑΕΙ, στα οποία δεν ανήκει η αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου αφορά διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων με εργασιακό αντικείμενο διαφορετικό και διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αμοιβή της ενάγουσας πρέπει να υπολογιστεί στα 3/4 της νόμιμης αμοιβής της, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, επιδίκασε στην ενάγουσα μικρότερο ποσό, υπολογίζοντας την αμοιβή της ως ανωτέρω. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του άρθρου 1 του ΠΔ 459/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 129/1991, ορθώς δε εφάρμοσε την Υ.Α.
Β2/5305/7-9-1983, οι διατάξεις της οποίας δεν είναι αντίθετες προς την, απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, αφού η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ΠΔ 459/1983 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ΠΔ 129/1991 εφαρμόζεται μόνο για τα μέλη του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού της Πανεπιστημιακής Κοινότητας και όχι και για τους επιστημονικούς Συνεργάτες των Πανεπιστημίων που κατέχουν δεύτερη θέση στο Δημόσιο τομέα, το εργασιακό αντικείμενο των οποίων είναι διαφορετικό εκείνου του μέλους ΔΕΠ και ως εκ τούτου η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δεν συνιστά άνιση μεταχείριση όμοιων καταστάσεων.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3122/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ