Legislator Case Law & Legislation
196/2007 AI generated

196/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 196/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 196 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

196/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 196 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
hearing of the child child pornography legal status of minor young people bodily harm to minor endangerment of child welfare
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 196 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 196/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) .... και 3) .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασιλακάκη.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) .... και 2) ..... , υπό την ιδιότητα των εχόντων και ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους .... και ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαργιαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6178/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους και τους από 5 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο η γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας [η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.] δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα. Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει, και γι' αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψή του. Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω υπό συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του, ή που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις εκτιμήσεις ή συμπεράσματα που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή, και έχουν σχέση με την κατάσταση της υγείας του εικονιζόμενου, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα εις βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του [εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη], και η προσβολή είναι σημαντικότερη. Αν η προβολή της εικόνας ή η αποκάλυψη στοιχείων του ιδιωτικού βίου του απεικονιζόμενου γίνεται από πρόσωπο που άμεσα συνδέεται με τη λειτουργία του τύπου, γίνεται δε κατ' αυτή τη λειτουργία, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 14 παρ. 1 και 2) είναι ελεύθερη, εφόσον ο απεικονιζόμενος δεν αποτελεί πρόσωπο που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητάς του με την αποτύπωση ή έκθεση της εικόνας και τη δημοσιοποίηση στοιχείων του ιδιωτικού βίου του αίρεται με τη ρητή ή σιωπηρή οικεία συναίνεση ή έγκρισή του ή εφόσον συντρέχουν λόγοι που θεμελιώνονται στην ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου συμφέροντος, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, επίκληση τέτοιου συμφέροντος δεν είναι δυνατή όταν πληροφορία που μεταδίδεται δια των μέσων ενημέρωσης, η οποία αφορά το κοινωνικό σύνολο, είναι μεν αληθής αλλά ελλιπής, εφόσον τα παραλειπόμενα στοιχεία είναι σημαντικά και ο εκπρόσωπος του τύπου είχε πρόσβαση σ' αυτά. Τέλος, ειδικά καθ' όσον αφορά την προβολή της εικόνας ανηλίκου μέσω της τηλεόρασης, το άρθρο 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/14/17.3.2000 "Εναρμόνιση της Ελληνικής ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας στις διατάξεις της οδηγίας 97/336/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30.6.97" [ΦΕΚ Α'98/17.3.2000] ορίζει ότι: "Η παρουσίαση ή η συμμετοχή ανήλικων μαρτύρων ή θυμάτων εγκληματικών ενεργειών ή δυστυχημάτων, καθώς και των ανήλικων που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, σε ειδησεογραφικές και άλλες ενημερωτικές εκπομπές των τηλεοπτικών σταθμών απαγορεύεται. Η παρουσίαση αυτή, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον είναι αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού και δεν προκαλεί πόνο ή βλάβη στην προσωπικότητα του ανηλίκου και μόνον ύστερα από γραπτή άδεια αυτού που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια. .....". Κατά την έννοια της άνω διάταξης σε "δύσκολη κατάσταση" βρίσκεται και ο ανήλικος που έχει προσβληθεί από σοβαρό νόσημα, έστω και αν αυτό δεν είναι εμφανές στην εικόνα του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι ανήλικοι ενάγοντες ..... και .... , τον Ιούνιο του 2000, σε ηλικία 3,5 και 2 ετών αντίστοιχα παρακολουθούσαν μαθήματα προσχολικής αγωγής στον ιδιωτικό παιδικό σταθμό ".... " στο .... Θεσσαλονίκης. Στις αρχές Ιουλίου του 2000, διαπιστώθηκε ότι είκοσι τρία (23) παιδιά, ηλικίας 2 έως 5 ετών, που φιλοξενούνταν στο σταθμό αυτό, είχαν θετική Μantoux [λοίμωξη φυματίωσης) και ότι πηγή μόλυνσης αυτών ήταν ασκούμενη βρεφονηπιοκόμος που εργαζόταν στον εν λόγω παιδικό σταθμό. Μεταξύ των παιδιών αυτών ήταν και οι ενάγοντες, οι γονείς των οποίων, μετά από σχετικές εξετάσεις, ενημερώθηκαν, στις 5-7-2000, ότι είχαν προσβληθεί από την προαναφερόμενη λοίμωξη. Οι ανήλικοι αυτοί, αλλά και τα άλλα παιδιά, με παρακολούθηση των γιατρών της πνευμονολογικής κλινικής του Νοσοκομείου "Γ. Παπανικολάου" άρχισαν την χημειοπροφύλαξη, η οποία διήρκεσε εννέα (9) μήνες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτής, αλλά και πριν από αυτή, οι ενάγοντες, όπως και τα άλλα ανήλικα παιδιά του Σταθμού, δεν μετέδιδαν τη νόσο, διότι τα μικρά παιδιά με θετική Μantoux δεν μεταδίδουν τη νόσο της φυματίωσης, γεγονός για το οποίο οι γονείς των ανηλίκων είχαν ενημερωθεί από ειδικούς ιατρούς. Αυτοί γνωστοποίησαν μόνο στο άμεσο συγγενικό περιβάλλον ότι τα τεκνά τους είναι φορείς φυματίωσης, και τα τελευταία συνέχισαν να συναναστρέφονται με άλλα παιδιά της γειτονιάς και να επισκέπτονται τον παραπάνω παιδικό σταθμό. Με αφορμή σχετικές καταγγελίες γονέων, πολλοί ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί ενέταξαν το θέμα αυτό στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων τους. Έτσι στις 26 Ιουλίου 2000, ο τηλεοπτικός σταθμός, πανελλαδικής εμβελείας, με την επωνυμία ΜΕGΑ CΗΑΝΕLL, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης [ήδη 1ης αναιρεσείουσας], στο κεντρικό δελτίο ειδήσεών του, που προβλήθηκε στις 19.30, και του οποίου διευθυντής συντάξεως ήταν ο δεύτερος εναγόμενος [2ος αναιρεσείων], ενέταξε ρεπορτάζ της τρίτης εναγομένης δημοσιογράφου [3ης αναιρεσείουσας], με θέμα "φυματίωση σε παιδικό σταθμό", στο οποίο ενσωματώθηκαν και προβλήθηκαν εικόνες πέντε παιδιών, μεταξύ των οποίων και των ανήλικων εναγόντων, χωρίς επικάλυψη των προσώπων τους με τεχνικά μέσα (μωσαϊκό, κλπ) . Στις εικόνες αυτές, οι ανήλικοι ενάγοντες εμφανίζονται να παίζουν με άλλα τρία παιδιά, μέσα σε αίθουσα του παραπάνω παιδικού σταθμού. Πριν την προβολή του ρεπορτάζ ο παρουσιαστής των ειδήσεων Α. Λιάτσος, είπε τα εξής: "Από φυματιώδη λοίμωξη προσβλήθηκαν 23 παιδιά ηλικίας 2 έως 5 χρόνων σε παιδικό, σταθμό στο .... Θεσσαλονίκης, συμφωνά με τους γιατρούς που εξέτασαν τα παιδιά το βακτηρίδιο της φυματιώσεως μεταδόθηκε από ασκούμενη βρεφονηπιοκόμο, η οποία δεν διέθετε το απαραίτητο πιστοποιητικό υγείας. Τα παιδιά βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση, ενώ οι γονείς τους ετοιμάζονται να καταθέσουν μηνύσεις κατά της ιδιοκτήτριας του παιδικού σταθμού". Η απομαγνητοφώνηση του ρεπορτάζ, της οποίας το περιεχόμενο συνομολογείται από τους διαδίκους, έχει ως εξής: Δημοσιογράφος, τρίτη εναγόμενη "Ανάστατοι είναι οι γονείς 23 παιδιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία προσβλήθηκαν από φυματιώδη λοίμωξη. Όλα τα παιδάκια, ηλικίας 2 έως 5 χρόνων παρακολουθούσαν μαθήματα προσχολικής ηλικίας στον ιδιωτικό παιδικό σταθμό με την επωνυμία ..... , στο ... Θεσσαλονίκης". Άγνωστος πολίτης: "Ενός φίλου μου ο γιος έχει κολλήσει φυματίωση και όχι ένα παιδί, πολλά παιδιά έχουν κολλήσει". Στη συνέχεια, και αφού παρατίθενται στην απόφαση λεπτομερείς διάλογοι μεταξύ της τρίτης αναιρεσείουσας και 1] του προέδρου του ΔΣ του Νοσοκομείου Παπανικολάου, που επιβεβαίωσε την μόλυνση των παιδιών, την πηγή της, την υποβολή τους σε θεραπεία, το χρόνο διάρκειάς της, και την έρευνα που γινόταν για ενδεχόμενη μόλυνση και άλλων παιδιών που είχαν διακόψει την φοίτηση στο σταθμό, 2] φαρμακοποιού, που επισημαίνει την έλλειψη των απαιτούμενων ποσοτήτων του φαρμάκου για την καταπολέμηση του νοσήματος και 3] της ιδιοκτήτριας του σταθμού, που επίσης επιβεβαίωσε ότι είχαν παρουσιαστεί κρούσματα και είχε γίνει έλεγχος στο σταθμό από τις αρμόδιες αρχές, αναφέρεται στην απόφαση ότι, κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, παρουσιάζεται η επωνυμία του παιδικού σταθμού, καθώς και οι εικόνες του εσωτερικού και εξωτερικού του χώρου. Μεταξύ των εσωτερικών πλάνων στο παραπάνω ρεπορτάζ, εμφανίσθηκαν ευκρινώς οι ανήλικοι ενάγοντες, χωρίς να γίνεται αναφορά στα στοιχεία ταυτότητας τους και στην κατάσταση της υγείας τους. Μόνη όμως η λήψη αυτή της εικόνας των ανήλικων εναγόντων και η παρουσίαση της, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης, χωρίς τη συναίνεση των γονέων τους, αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, χωρίς να απαιτείται και προσβολή άλλης έκφανσης αυτής. Κα επειδή οι ανήλικοι ενάγοντες αντιμετώπιζαν πρόβλημα υγείας, και συγκεκριμένα ήταν σε θεραπευτική αγωγή χημειοπροφύλαξης προκειμένου να αντιμετωπισθεί η έκθεση τους στη λοίμωξη της φυματίωσης, βρίσκονταν δηλαδή σε δύσκολη κατάσταση, η παρουσίαση της εικόνας τους, εκτός του ότι παραβιάζει το απόρρητο της ιδιωτικής τους ζωής, εμπίπτει και στη σχετική απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ.1 του π.δ. 100 /2000. Η τρίτη και ο δεύτερος εναγόμενος, υπαίτια αγνοούσαν τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκονταν οι ανήλικοι ενάγοντες, παρότι γνώριζαν ότι αυτοί, ως φιλοξενούμενοι στον ως άνω σταθμό, ήταν πιθανόν να είχαν εκτεθεί στη λοίμωξη. Για το λόγο αυτό όφειλαν να είναι άκρως επιμελείς και να ενημερωθούν για την κατάσταση της υγείας τους από τους γονείς τους, προκειμένου να αποφύγουν την έκθεση τους στη δημοσιότητα, η οποία θα επέφερε μετά βεβαιότητας και βλάβη αυτών. Πέραν τούτου, αυτοί όχι μόνο δεν εξασφάλισαν την απαιτούμενη από το νόμο έγγραφη συναίνεση των γονέων των ανηλίκων αλλά ούτε καν τους αναζήτησαν έστω και τηλεφωνικώς....Βέβαια, συνεχίζει το Εφετείο, είναι αλήθεια, ότι στις εικόνες εμφανίζονταν τα παιδιά να παίζουν και να συνομιλούν με ζωηρότητα, γέλια και χαρά, όπως μία συνηθισμένη ημέρα τους. Δεν απαιτείται όμως η δύσκολη κατάσταση των ανηλίκων να προκύπτει από μόνη την προβληθείσα εικόνα τους σε κατάσταση πόνου και δυσχέρειας. Από το συνδυασμό της εικόνας και της εξιστόρησης του επίμαχου θέματος, δίδεται ασφαλώς η εντύπωση ότι οι ανήλικοι ενάγοντες, φιλοξενούμενοι του παιδικού σταθμού, εκτέθηκαν στη λοίμωξη της φυματίωσης. Τόσο η τρίτη εναγομένη, όσο και ο δεύτερος, ο οποίος, ως διευθυντής ειδήσεων, ενέταξε την εικόνα των ανηλίκων στο ανωτέρω δελτίο, γνώριζαν ότι στον μέσης αντιλήψεως τηλεθεατή μπορούσε από την εικόνα και το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι ανήλικοι ενάγοντες ήταν δύο από τα 23 προσβληθέντα παιδιά, ζήτημα που αφορά την προσωπική κατάσταση του ατόμου, και συνεπώς έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην τήρηση των υποχρεώσεων επιμέλειας του δημοσιογράφου και διευθυντή συντάξεως, αντίστοιχα, που προκύπτουν από τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ενόψει μάλιστα του ότι επρόκειτο για σοβαρό πρόβλημα υγείας ανήλικων παιδιών ηλικίας 2-5 ετών. Είναι δε αυταπόδεικτο ότι τη σοβαρότητα της κατάστασης τη γνώριζαν οι εναγόμενοι και μόνο από το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό (της προσβολής των ανηλίκων από λοιμώδες νόσημα) το ενέταξαν και μάλιστα με πομπώδη τρόπο, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης. Συγκεκριμένα, η τρίτη και ο δεύτερος των εναγομένων υπαίτια παρέλειψαν να τηρήσουν το καθήκον σεβασμού της προσωπικότητας των ανήλικων εναγόντων, διότι μεταδόθηκε η εικόνα τους, χωρίς καμία παρεμβολή στο πρόσωπο τους, ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους, αφού κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, η απεικόνιση των εναγόντων στο ρεπορτάζ, συνδυαζόμενη με τη μεγάλη τηλεθέαση, μπορούσε να προκαλέσει, και προκάλεσε πράγματι, κοινολόγηση του σοβαρού τότε προβλήματος της υγείας τους, τον κοινωνικό αποκλεισμό τους, και ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητάς τους. Την προσβολή αυτή μπορούσαν ευχερώς να αποφύγουν με την κάλυψη της εικόνας των ανηλίκων με "μωσαϊκό" η με την εμφάνιση του αρνητικού της φωτογραφίας. Η προσβολή της προσωπικότητάς των ανήλικων εναγόντων υπήρξε εξαιρετικά βαριά. Και αυτό γιατί ο πανελλήνιας εμβελείας σταθμός της πρώτης εναγομένης είχε μεγάλη τηλεθέαση και το συγκεκριμένο δελτίο ειδήσεων, με την προβληθείσα σ' αυτό εικόνα των ανηλίκων, παρακολούθησε μεγάλος αριθμός τηλεθεατών, μεταξύ των οποίων και το ευρύτερο συγγενικό και κοινωνικό περιβάλλον των εναγόντων, στους οποίους δημιουργήθηκε η εντύπωση της πιθανής προσβολής τους με τη λοίμωξη της φυματίωσης. Για το λόγο αυτό συγγενείς, γείτονες και φίλοι, που αγνοούσαν μέχρι τότε το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι ανήλικοι ενάγοντες, ζήτησαν από τους γονείς τους την απομάκρυνση αυτών από τα παιδιά τους κατά το στάδιο της θεραπείας τους με χημειοπροφύλαξη, με αποτέλεσμα να επέλθει έτσι ο κοινωνικός αποκλεισμός των ανήλικων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η ίδια η προσβολή από τη νόσο οδήγησε στον αποκλεισμό τους, δεν είναι βάσιμος, γιατί ο αποκλεισμός αυτός δεν προϋπήρχε της επίμαχης προβολής της εικόνας τους. Θα μπορούσε δε αυτός να περιοριστεί αν στο σχετικό ρεπορτάζ είχε συμπεριληφθεί και η πληροφορία ότι η μετάδοση της λοίμωξης της φυματίωσης από ανήλικα παιδιά σε άλλους ανηλίκους η ενηλίκους δεν είναι δυνατή..... Και αν ακόμη δεν γνώριζαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων την πληροφορία αυτή, μπορούσαν ευχερώς να είχαν απευθυνθεί σε ειδικούς γιατρούς, οι οποίοι θα παρείχαν μέσω της τηλεόρασης τη σχετική ενημέρωση στο κοινό. Μόνη η ένταξη στο ρεπορτάζ της άνω καθησυχαστικής δήλωσης του προέδρου του Δ.Χ. του Νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου δεν αρκούσε, οι δε διαβεβαιώσεις που έδωσαν στο ευρύτερο συγγενικό και κοινωνικό περιβάλλον τους οι γονείς των εναγόντων, ότι αυτοί ως ανήλικοι δεν μετέδιδαν τη νόσο, δεν θεωρήθηκαν επαρκείς, για να καλύψουν την καχυποψία όλων όσων παρακολούθησαν το επίμαχο δελτίο, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι συνετέλεσαν και αυτοί στην απομόνωσή τους. Οι ενάγοντες με την από 9.10.2000 εξώδικη δήλωσή τους, κατήγγειλαν την παράνομη μετάδοση της εικόνας τους και ζήτησαν την παράδοση της σχετικής βιντεοκασέτας. Με αφορμή δε την ίδια ως άνω καταγγελία, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, με την 154/7.3.2002 απόφασή του επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο 29.411,70 ευρώ, και ηθική κύρωση για την παραπάνω παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία ανηλίκων. Κατά την άποψη των εναγομένων η προβολή της εικόνας των εναγόντων έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συγκεκριμένα για να πληροφορηθεί το κοινό για τη μη τήρηση από την ιδιοκτήτρια του παιδικού σταθμού των όρων για την παρακολούθηση της υγείας του προσωπικού, αφού η ασκούμενη βρεφονηπιοκόμος δεν διέθετε βιβλιάριο υγείας, δεδομένου ότι και η ιατρική επιστήμη επισημαίνει την ιδιαίτερη επιδημιολογική σημασία δασκάλων, οδηγών σχολικών λεωφορείων και εργαζομένων σε νηπιαγωγεία, λόγω της μεγάλης ευπάθειας των παιδιών και προκειμένου να τεθεί το ερώτημα της παρακολούθησης των συνθηκών υγείας στους παιδικούς σταθμούς από τις αρμόδιες αρχές. Πράγματι, υπήρχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την κάλυψη των παραπάνω ζητημάτων, όμως ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων, με την παρουσίαση της εικόνας των ανήλικων εναγόντων, χωρίς την άδεια των γονέων τους, υπαίτια παραβίασαν και τις διατάζεις του άρθρου 8 παρ. 2 του π. δ. 100/2000, αφού οι ανήλικοι βρίσκονταν σε δύσκολη κατάσταση και η παρουσίασή τους αφενός προκαλούσε βλάβη της προσωπικότητάς τους, αφετέρου δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του σχετικού ενδιαφέροντος, ούτε και δικαιολογείται, διότι το ενδιαφέρον, που εσκοπείτο να ικανοποιηθεί, και το οποίο πλήρως ικανοποιούνταν και χωρίς την προβολή της εικόνας τους, δεν υπερτερούσε σε κάθε περίπτωση της επέμβασης στην προσωπικότητά τους. Το υγιές δημοσιογραφικό καθήκον δεν επέβαλε, για την πληρότητα του σχετικού θέματος, να προβληθεί ευκρινής εικόνα των ανηλίκων, πράγμα που γνώριζαν ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, η εν λόγω ενέργεια των οποίων κατέτεινε αποκλειστικά στη δημιουργία τηλεθέασης. Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, πίστευαν ότι οι ανήλικοι ενάγοντες δεν αντιμετώπιζαν σχετικό πρόβλημα υγείας, οι γενικοί κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, επέβαλαν την έρευνα της καταστάσεώς τους και την προστασία της εικόνας τους. Η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δημοσιογραφία, ασκούμενες στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του τύπου (άρθρο 14 του Συντάγματος) δεν επιτρέπεται να θίγουν την προσωπικότητα ανήλικων ιδίως ατόμων που δεν απασχολούν το κοινωνικό σύνολο, όπως συνέβη, αντιθέτως, στην προκείμενη περίπτωση. Μετά τις παραδοχές αυτές, η ένσταση των εναγομένων περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, λόγω της προκλήσεώς της από δικαιολογημένο ενδιαφέρον πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον αποδείχθηκε ότι με την προβολή της εικόνας των ανήλικων εναγόντων σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο ρεπορτάζ προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους, ότι η προσβολή αυτή ήταν παράνομη και υπαίτια και ότι προκλήθηκε από αυτήν σημαντική ηθική βλάβη σ' αυτούς, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και συνεπώς δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωσή της ηθικής βλάβης που υπέστησαν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, και 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/2000. Ειδικότερα, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ δεχόμενο ότι "κατ' αρχήν μόνη η λήψη της εικόνας των ανηλίκων χωρίς τη συναίνεση των γονιών τους αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους", ούτε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/2000, δεχόμενο ότι σε "δύσκολη κατάσταση", κατά την έννοια της άνω διάταξης, βρίσκονταν και οι ανήλικοι που είχαν προσβληθεί από το βακτηρίδιο της φυματίωσης, και ακολουθούσαν θεραπευτική αγωγή, έστω και αν η κατάσταση πόνου και δυσχέρειας δεν προέκυπτε από την εικόνα τους. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στήριξε την αδικοπρακτική συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτης εκ των αναιρεσειόντων μόνο στην παράνομη προβολή της εικόνας των ανηλίκων, αλλά και στην παράνομη προσβολή και άλλων εκφάνσεων της προσωπικότητάς τους, δηλαδή στην παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής δια της δημοσιοποιήσεως του νοσήματος από το οποίο έπασχαν, ενόψει των συνθηκών που προβλήθηκε η εικόνα τους, καθώς και στην προσβολή της κοινωνικότητάς τους, δηλαδή της υπόληψής τους, που επήλθε με την απομόνωσή τους από το κοινωνικό περιβάλλον τους, ενόψει του περιεχομένου των πληροφοριών που μεταδόθηκαν και που τόνιζαν την μεγάλη μεταδοτικότητα του νοσήματος της φυματίωσης, χωρίς την σημαντική διευκρίνηση της μη μετάδοσής της από προσβληθέντες ανηλίκους. Δέχθηκε δε περαιτέρω, ότι οι άνω αναιρεσείοντες δεν πρόσβαλαν μόνο παράνομα, αλλά και υπαίτια, την προσωπικότητα των ανηλίκων, και ότι από την προσβολή αυτή που ήταν βαριά υπέστησαν ηθική βλάβη. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, και τα πραγματικά γεγονότα, που εκείνο δέχθηκε, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερθέντων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος, και δεύτερος κατά ένα μέρος λόγοι του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, με τις άνω αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από την προσβαλλομένη των άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Για τη γέννηση της εκ των άρθρων 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/2000, 57, 59, 914, 932 ΑΚ, υποχρεώσεως του αδικοπραγήσαντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απαιτείται, όπως για κάθε αξίωση προς χρηματική ικανοποίηση, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσης ηθικής βλάβης. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια, οσάκις κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας [336 παρ. 4 ΚΠολΔ] η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν ικανή [πρόσφορη] να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. δηλαδή την ηθική βλάβη. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ως συναγόμενη με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών υπό την αόριστη έννοια της αιτιώδους συναφείας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ενώ η κρίση περί του ότι πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [561 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη υπόθεση, από τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προεκτέθηκαν, η ανωτέρω συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτης αναιρεσειόντων αποτελεί, πρόσφορη, υπό την άνω έννοια, αιτία της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στους ανήλικους ενάγοντες και συνεπώς υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ηθικής τους βλάβης, Έτσι, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ως προς τις αντίθετες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, και 8 παρ. 2 του ΠΔ 100/2000, ότι "οι μεταδοθείσες εικόνες παιδιών που παίζουν δεν προκαλούν από μόνες τους πόνο στους απεικονιζόμενους ενάγοντες ή στο άμεσο περιβάλλον τους, αφού τους εμφανίζουν να παίζουν ανέμελα", "η απόκρυψη των προσώπων θα προκαλούσε μεγαλύτερο φόβο και ανησυχία, αφού η αναγνώριση από την μικρή κοινωνία, όπου ζουν τα παιδιά που αφορά το ρεπορτάζ θα ήταν ευχερής, και η αποκάλυψη των προσώπων θα επέτεινε την εντύπωση ότι όλα τα παιδιά που επισκέπτονταν τον σταθμό είχαν πρόβλημα υγείας", "η εικόνα παιδιών που παίζουν δεν αποδεικνύει την μόλυνσή τους, όταν δεν κατονομάζονται ούτε περιγράφονται ως ασθενή", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί τα παραπάνω δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας για την ερμηνεία των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Τα περαιτέρω παράπονα που περιέχονται στον ίδιο δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ότι δεν επιβεβαιώθηκε από τη σχετική ιατρική βιβλιογραφία η πληροφορία το ότι οι ανήλικοι δεν μεταδίδουν τη λοίμωξη, αλλά αντιθέτως από τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες ιατρικά συγγράμματα τούτο ελέγχεται ως εσφαλμένο, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Το άρθρο 300 ορίζει ότι "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε". Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού συνδυαζόμενες προς εκείνες του άρθρο 330 ΑΚ [πρβλ 922 ΑΚ ] συνάγεται ότι επί εξωσυμβατικής ζημίας δεν υφίσταται ο ζημιωθείς τις συνέπειες τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του νομίμου αντιπροσώπου του, διότι οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου δεν απευθύνονται στο στερούμενο βούληση πρόσωπο, αλλά στον αντιπρόσωπό του. Κατ' ακολουθία, αν αμέσως ζημιωθείς από αδικοπραξία είναι ανήλικος και με την αγωγή που εγείρεται από το νόμιμο αντιπρόσωπο στο όνομα και για λογαριασμό του ανηλίκου επιδιώκεται αποκατάσταση ζημίας του ίδιου του ανηλίκου, η ένσταση του εναγομένου για συντρέχον πταίσμα του νομίμου αντιπροσώπου δεν είναι νόμιμη. Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα προεκτεθέντα, ότι "οι διαβεβαιώσεις δε που έδωσαν στο άνω περιβάλλον [συγγενικό και κοινωνικό] οι γονείς των εναγόντων, ότι αυτοί ως ανήλικοι δεν μετέδιδαν τη νόσο, δεν θεωρήθηκαν επαρκείς, για να καλύψουν την καχυποψία όλων όσων είδαν το επίμαχο δελτίο, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι συνετέλεσαν και αυτοί [γονείς των ανηλίκων] στην απομόνωσή τους, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης των εναγομένων για συντρέχον πταίσμα των νομίμων εκπροσώπων των εναγόντων". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της επάρκειας ή μη της αιτιολογίας του, αφού η ένσταση αυτή, που οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει, περί συνυπαιτιότητας των γονιών των ανηλίκων καθ' όσον αφορά τον κοινωνικό τους αποκλεισμό διότι οι ίδιοι μετέδωσαν την πληροφορία περί προσβολής των παιδιών τους από το βακτηρίδιο της φυματίωσης, δεν ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι με την αγωγή - που ασκήθηκε από τους νομίμους αντιπροσώπους των ανηλίκων στο όνομα και για λογαριασμό των τελευταίων - επιδιώκεται η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των ίδιων των ανηλίκων. Άρα, ο τρίτος λόγος, ως προς τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Εξάλλου, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος και υπό τις αιτιάσεις από τον αριθ. 8 του αυτού άρθρου, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω περί συνυπαιτιότητας των γονιών των ανηλίκων ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του, ως προς το κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την 21441/2004 εξωστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ως προς την αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο δέχτηκε πως επήλθε κοινωνικός αποκλεισμός των ανηλίκων, χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει την 21441/2004 εξωστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από την οποία, όπως διατείνονται, αποδεικνυόταν το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του περί του ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα των ανηλίκων, εκτός άλλων, και δια της προσβολής της υπολήψεώς τους, δεδομένου ότι περιήλθε σε δημοσιότητα στοιχείο του ιδιωτικού τους βίου, δηλαδή το πρόβλημα της υγείας τους, χωρίς την σημαντική διευκρίνηση της μη μετάδοσης της φυματίωσης από προσβληθέντες ανηλίκους, και ότι τούτο είχε ως αποτέλεσμα την κοινωνική τους απομόνωση, από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του τρίτου λόγου της αναίρεσης, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Τα περαιτέρω παράπονα που περιέχονται στον ίδιο αυτό [τρίτο] λόγο αφορούν στην ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, οι δε ανεπάρκειες που αποδίδονται στην απόφαση αφορούν όχι το αποδεικτικό πόρισμα καθ' εαυτό, αλλά αναφέρονται σε ελλείψεις κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.

VΙ. Το άρθρο 14 παρ. 5 του αναθεωρηθέντος Συντάγματος ορίζει ότι "καθένας ο οποίος θίγεται από ανακριβές δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης. Καθένας ο οποίος θίγεται από υβριστικό ή δυσφημιστικό δημοσίευμα ή εκπομπή έχει, επίσης, δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση άμεσης δημοσίευσης ή μετάδοσης της απάντησης....". Οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν δικαιώματα του θιγόμενου από δημοσίευμα ή εκπομπή που αποσκοπούν στην προστασία της προσωπικότητας και στην επανόρθωση των συνεπειών της προσβολής, τα οποία είναι ανεξάρτητα και δεν περιορίζουν το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος στον θιγόμενο για την απόκρουση προσβολών της προσωπικότητας με την άσκηση αγωγής άρσεως της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ή εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, με την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως.

Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση ασκήσεως των άνω αγωγών η προηγούμενη υποβολή αίτησης επανόρθωσης και η μη προσήκουσα από το μέσον ικανοποίηση της αίτησης. Τούτο ρητώς ορίζεται, άλλωστε, καθ' όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές που ενδιαφέρουν εν προκείμενω, στο άρθρο 9 του ΠΔ 100/2000. Με αυτό προβλέπεται δικαίωμα κάθε προσώπου του οποίου η προσωπικότητα ή η τιμή ή η υπόληψη ή ο ιδιωτικός και οικογενειακός βίος ή η επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφής δραστηριότητα προσβάλλεται από τηλεοπτική [ή ραδιοφωνική] εκπομπή να ζητήσει, επανόρθωση από τον σταθμό που μετέδωσε την επίμαχη εκπομπή, και ρυθμίζεται ειδικότερα η άσκηση του δικαιώματος τούτου. Ορίζεται δε συναφώς [παρ. 6] ότι "το δικαίωμα του θιγομένου για επανόρθωση και η αντίστοιχη υποχρέωση του σταθμού είναι ανεξάρτητα από την ύπαρξη τυχόν αστικής ή ποινικής ευθύνης". Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητας των προαναφερόμενων ανηλίκων ένδικη αγωγή ήταν βάσιμη αν και δεν είχε υποβληθεί αίτηση περί επανορθώσεως δεν παραβίασε με την κρίση του αυτή τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 του Συντάγματος, και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 599 παρ. 1 πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτος του μέρος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VIΙ. Με τον ίδιο [πέμπτο] κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα τον περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που οι τελευταίοι πρόβαλαν με τις ενώπιον αυτού προτάσεις τους, εγκείμενο στο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε χωρίς να προηγηθεί απάντηση ή υποβολή αιτήματος επανόρθωσης, περιστατικά που αν είχαν λάβει χώρα θα είχε προστατευθεί ικανοποιητικά η προσωπικότητα των ανηλίκων και θα παρείλκε η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, παρέκαμψαν δε οι γονείς τους τη διαδικασία αυτή χωρίς βάσιμο λόγο, αλλά προκειμένου να επιτύχουν την επιδίκαση μεγάλης χρηματικής ικανοποίησης, δια της μεγεθύνσεως των δήθεν συνεπειών της εκπομπής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, και επομένως δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, τα επικαλούμενα περιστατικά δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν την επί του άρθρου 281 ΑΚ στηριζόμενη ένσταση.

VI

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981 ''περί αστικής ευθύνης του τύπου'', ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, για την παράνομη περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 γνώση ή υπαίτια άγνοια, συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Περαιτέρω με την παρ. 2, καθορίζονται κατώτατα όρια χρηματικής ικανοποίησης, αναλόγως του τόπου εκδόσεως του εντύπου (κέντρο ή επαρχία). Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995 "Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...", ορίσθηκε ότι στο άρθρο μόνο του ν. 1178/1981 (όπως έχει τροποποιηθεί), υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και στα κατά το άρθρο αυτό ''δημοσιεύματα'', περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου δε για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως ''εκδότης'' νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως ''διευθυντής'', ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές, ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως ''συντάκτης'' δε του δημοσιεύματος, ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της, και ότι, το κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου (1178/1981), ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης, καθορίζεται, προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας σε 100.000.000 δρχ., και για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας σε 30.000.000, εκτός αν ζητείται μικρότερο ποσό. Ο καθορισμός από το νόμο ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, σε βάρος αδιακρίτως όλων των προαναφερόμενων προσώπων (ΑΠ 1183/06, 1365/2003), σκοπό έχει να διασφαλίσει μία ελάχιστη προστασία των πολιτών, από ιδιαίτερα έντονες, εκ της μεγάλης δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους και είναι σύμφωνος, με την εκ του άρθρου 2 παρ. 1 επιταγή του Συντάγματος, που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Δεν έρχεται δε σε αντίθεση με τα άρθρα του Συντάγματος, 5 Α που κατοχυρώνει την ελευθερία των πολιτών στην πληροφόρηση, και 14 παρ. 1 και 2 που κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης και διάδοσης των στοχασμών και την ελευθεροτυπία, αλλά αποτελεί άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, εξουσίας του νομοθέτη, δικαιούμενου κατά την ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό κυρώσεων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια ή και τα δύο μαζί, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, μέσα στα οποία υποχρεούται να κινηθεί ο δικαστής, κατά την εξειδίκευση του κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς τούτο να συνιστά ανεπίτρεπτη, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, επέμβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή. Κατά την άσκηση δηλαδή της εξουσίας αυτής, ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει, τόσο τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, εξαιτίας αστικού ή ποινικού αδικήματος, όσο και τη μορφή τους, καθώς και ελάχιστο, στην περίπτωση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, με τον καθορισμό πλαισίου των στερητικών της ελευθερίας και των χρηματικών ποινών. Το δικαστήριο πάντως οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το νόμο ελάχιστης χρηματικής ικανοποιήσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί, στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Α.Π. 1183/06, 955/06, 1020/04, 899 & 1043/2001, Α.Π. 287/2000]. Επομένως το Εφετείο, που θεώρησε τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 10 Ν. 2328/95 ως εναρμονιζόμενες προς το Σύνταγμα, δεν παραβίασε τους κανόνες αυτούς του ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. ΙΧ. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων με τους οποίους πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε παραβιάσει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, διότι τα ποσά που αναγνώρισε ότι όφειλαν ήταν υπερμέτρως ασυνήθη σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, και ζητούσαν την περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της ίδιας αρχής, μείωση τούτων. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας τη βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, που πρόσβαλαν πράγματι την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση για παραβίαση της άνω αρχής, επανεκτίμησε το σύνολο των προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη, για καθένα εκ των αναιρεσειόντων χωριστά, τα προσδιοριστικά του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία [τις εκφάνσεις της προσωπικότητας που προσβλήθηκαν, τη δημοσιότητα και τις λοιπές συνθήκες επελεύσεως της προσβολής, τη βαρύτητά της, το βαθμό της υπαιτιότητας των 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών], έκρινε ότι κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης καθενός εκ των αναιρεσιβλήτων, ανέρχεται, ως προς τους δεύτερο και τρίτη αναιρεσείοντες στα ποσά των 23.000 και 8000 ευρώ, αντιστοίχως, καταβλητέα εις ολόκληρο μεταξύ τους και μετά της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, αυτής δε στο ποσό των 105.000 ευρώ [έλασσον του αιτηθέντος 293.470,28 ευρώ, εις ολόκληρο, για κάθε ανήλικο], όπως είχε κρίνει και το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Επομένως, το Εφετείο εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσία τον άνω προβληθέντα με τους λόγους εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, γι' αυτό και ο πρόσθετος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΧΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 Α.Κ. αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Εξάλλου, το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους........ Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας", επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (Ολ. ΑΠ 43/2005].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι με το να επιδικάσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας των παραπάνω ανηλίκων, παραβίασε, ευθέως, και εκ πλαγίου, την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 Α.Κ. Τίθεται επομένως το ζήτημα αν η αναλογικότητα, ως υπερνομοθετική αρχή που καθιερώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ ώστε να ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εύλογο ή όχι του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε ή η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου. Και επομένως δεν ιδρύεται μ΄ αυτή λόγος αναιρέσεως αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση κανόνος δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί εάν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού παραβιάστηκε και η αρχή της αναλογικότητας. Το ζήτημα αυτό είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, γενικότερου ενδιαφέροντος, αρμοδιότητας της Ολομέλειας [άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ] στην οποία πρέπει να παραπεμφεί ο άνω 1ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο του δικογράφου των προσθέτων της ανωτέρω αναίρεσης για κρίση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Και

Απορρίπτει τους λοιπούς λόγους της αναίρεσης, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο αιτιολογικό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ