Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest in filing a nullity action against the lower court's default judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Lamia's decision. The appellant argued for the appeal's admissibility, but the court found the contested appellate judgment was rendered in default of the respondent, who had been properly summoned. Since the appellant failed to prove they filed a nullity action within the statutory period or that the respondent waived this right, the contested judgment remained legally effective, rendering the cassation inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 503, 524, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal against a judgment rendered in default is inadmissible if the party did not file a nullity action within the prescribed period or if the right to file such action has been waived.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1969 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1969/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΑΝΔΡΩΑ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΗ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ" που εδρεύει στην Κάτω Τιθορέα Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/11/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε+ στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 3.988/05-05-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας, Α. Π., η αναιρεσείουσα επέδωσε στο αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος της 19ης Σεπτεμβρίου 2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου Με την κρινόμενη, από 18-11-2020, αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 5/2021, Αριθ. Δικ. 356/2021) προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 91/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 19.6.2017 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 48/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η οποία δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί .
Ενόψει της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να ερευνηθεί το δικονομικό ζήτημα αν κατέστη τελεσίδικη ως προς αυτό η απόφαση, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1, 577, 309 εδ.1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τελεσίδικη είναι η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β' περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017).
Ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία ενός των διαδίκων κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε, ανεξάρτητα αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών ερημοδικίας (τεκμηρίων), καθώς και γενικότερα από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάστηκε (ΟλΑΠ 15/2001), ούτε έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του.
Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσίβλητου, το εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση σαν, να, ήταν παρόντες οι διάδικοι, απέρριψε την έφεση του εμφανισθέντος εκκαλούντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν (ΑΠ 1060/2011, ΑΠ 664/2010).
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ερήμην οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού (ΑΠ 106/2018), διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' ΚΠολΔ.
Αν παρόλα αυτά ασκηθεί αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1097/2014, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης αυτής ή με την σχετική, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1340/2017).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης, το οποίο συναρτάται προς την επέλευση ή μη δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, μπορεί να επιδράσει στην ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ή περιορισμού της βλάβης που προκαλείται από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεν κρίνεται δε γενικά και αφηρημένα ούτε εκ των προτέρων, αλλά ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης στο μέτρο και στην έκταση που αυτή θα προσβληθεί, σε σύγκριση προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοπής, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του ανακόπτοντα, ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη βλάβης του από την προσβαλλόμενη απόφαση και να αξιολογηθεί αν η ασκούμενη ανακοπή αποτελεί ικανό και αναγκαίο μέσο για την αποτροπή αυτής της βλάβης.
Από την, σύμφωνα με τα παραπάνω, έννοια και λειτουργία του έννομου συμφέροντος του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, προκύπτει ότι μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας και θα κρίνει τη βασιμότητα των λόγων αυτής, έχει την εξουσία, ερευνώντας τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής, να αποφανθεί για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντα.
Παρόμοια εξουσία, να κρίνει, δηλαδή, παρεμπιπτόντως τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης, δεν έχει ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο της κρίσης του για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης και την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 400/2019, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 1514/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του τότε εφεσίβλητου, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 12.3.2019 ενώπιον του Εφετείου, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση σαν να ήταν και αυτό παρόν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. α' KΠολΔ. Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 48/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με την οποία η από 18.11.2013 αγωγή της είχε απορριφθεί.
Συνεπώς, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στο ερήμην δικασθέν Ν.ΠΔ.Δ., ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144, ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από την αναιρεσείουσα, όπως δεν προκύπτει, ούτε και επίκληση γίνεται, και για το εάν το αναιρεσίβλητο παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, με αποτέλεσμα το τελευταίο κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι την 1.3.2021 που το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.
Επομένως, δεν κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση και συνεπώς καθίσταται απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Την ύπαρξη ή την ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εκδοθείσας ερήμην του αναιρεσιβαλλόμενου απόφασης έχει εξουσία να κρίνει μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή, όχι όμως και ο Άρειος Πάγος, ώστε κρίνοντας την έλλειψη τέτοιου εννόμου συμφέροντος να θεωρήσει ότι δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και ότι είναι τελεσίδικη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, με αυτεπάγγελτη έρευνα του ως άνω απαραδέκτου, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επισημαίνεται δύναται να ασκηθεί νέα αγωγή υπό τις προϋποθέσεις του νόμου (ΑΠ 826/2020). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος για το μη εμφανισθέντα στη δίκη αναιρεσίβλητο δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα ούτε υπέβαλε τέτοιο αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.11.2020 αίτηση της Κ. Σ., για αναίρεση της υπ' αρ. 91/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ