1969/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1969/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 25-11-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1969 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1969/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Αρετή Παπαδιά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ζ. του Α.,2) Α. Π. του Χ., 3) Μ. Σ. του Κ., 4) Ν. Χ. του Ξ.,5) Σ. Π. του Γ., 6) Ε. Β. του Κ., 7) Μ. Δ. του Σ., 8) Μ. Κ. του Σ. 9) Κ. Μ. του Χ., 10) Δ. Μ. του Β., 11)Π. Φ. του Σ., 12) Β. Ψ. του Χ., 13) Σ. Α.-Μ. του Σ., 14) Γ. Σ. του Η., 15) Β. Α. του Α. 16) Α. Κ. του Κ., 17) Κ. Μ.-Π. του Μ., 18) Ά. Ν. του Ν., 19) Α. Ρ. του Δ. και 20) Α. Σ. του Ξ., όλων κατοίκων .... Από τους ανωτέρω οι με α/α αναιρεσειόντων 3η, 12η και 20ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" πρώην νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ρηγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2145/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτησή τους και τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 25-11-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 και 97 παρ.3 ΚΠολΔ γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ.βΚΠολΔ).
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.
Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (Α.Π. 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 28-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 2145/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και οι από 18-11-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δ. Β. κατά παραγγελία του οποίου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ. επέδωσε στο αναιρεσίβλητο αντίγραφο αυτής και κλήση του να παραστεί στη συζήτηση στη δικάσιμο της 20/12/2016,κατά την οποία οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν δια του δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ως πληρεξούσιο αυτών κατά τη δήλωσή του και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.(βλ.
το συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο αίτησης αναίρεσης με την επ’ αυτής σχετική επισημείωση δικαστικού επιμελητή). Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 1η, 2η,4η,5η , 6η,7η,8η,9η, 10η , 11η,13ος,14ος,15ος,16ος,17η,18η και19ος των αναιρεσειόντων ενώ οι 3η, 12η και 20ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βασιλείου.(βλ.
ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά). Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν δώσει την απαιτούμενη από το νόμο εντολή και πληρεξουσιότητα στους πληρεξουσίους δικηγόρους των λοιπών αναιρεσειόντων Δ. Β. να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και Δημήτριο Βασιλείου να παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και των πρόσθετων λόγων και γι’ αυτούς λόγω της οποίας (έλλειψης πληρεξουσιότητας) η επίσπευση για την αρχική συζήτηση δεν είναι έγκυρη ως προς τους απολειπόμενους, η δε παράστασή τους κατά την αρχική δικάσιμο δεν είναι νόμιμη (έτσι ώστε να καλυφθεί η μη κλήτευσή τους κατά την αρχική δικάσιμο) και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτήν.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι κλητεύθηκαν για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της ως προς αυτούς ήτοι 1η,2η,4η, 5η,6η,7η,8η,9η, 10η ,11η,13ο,14ο,15ο,16ο,17η,18η και 19ο των αναιρεσειόντων, εφόσον δε αυτοί συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους .
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ` αναβολή ή ματαίωση (Ολ ΑΠ 143/84) στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (ΟλΑΠ 33/96).
Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μίας απ` αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζομένης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/11, ΑΠ 297/2008).Στην προκειμένη περίπτωση οι με το με αριθμ.
καταθ. ...11-2016 δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατατέθηκαν όπως προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 18.11.2016), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20-12- 2016) δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας καθόσον οι τρίτη, δωδέκατη και εικοστός αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν αποδεικτικό της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτού έκθεσης επίδοσης.
Συνακόλουθα, πρέπει ως προς τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσείοντες να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι κατά τα ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΟλΑΠ 8, 7/2011).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ.ΑΠ 18/2006) αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο η στον ιδιωτικό τομέα, ακόμη και αν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου (ολ.7/2011).
Περαιτέρω, ο Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) συνεστήθη με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του α.ν. 598/1968 (Α’ 256) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει σκοπό : α) την κατ’ αποκλειστικότητα οργάνωση και διεξαγωγή ιπποδρομιών στην Ελλάδα β)....Με το άρθρο μόνο του π.δ. 56/1999 (Α’ 59) ο ΟΔΙΕ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και εγκρίθηκε το καταστατικό του, στο άρθρο 4 του οποίου ορίσθηκε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαιρείται σε μετοχές που θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
O ανωτέρω Οργανισμός λειτουργεί σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του ,που έχει ισχύ νόμου(εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.1 του ιδρυτικού α.ν. 598/1968,εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 8901/1984 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Β/210/1984 ) και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 21 αυτού το προσωπικό του ΟΔΙΕ και της διαδόχου του αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας ήδη τελούσης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται :
α) σε τακτικό προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του Κανονισμού, β) έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών και υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού, γ) σε προσωπικό ειδικών συμβάσεων συγκεκριμένου έργου, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εξειδικευμένου έργου και δ) σε προσωπικό ευκαιριακά - εποχιακά απασχολούμενων που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη αναγκών των ιπποδρομιακών συγκεντρώσεων.
Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο των οποίων εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920 , αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων, τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ.
ΑΠ 7/2011). Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 5/18.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ` της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18.4.2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ` αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 602/2014) Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι` αυτό απευθύνονται, κατ` ανάγκην, όχι απ` ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ολΑΠ 31/2009, 19,20/2007). Την 10.7.1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10.7.2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10.7.2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου. Τα κράτη - μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ` όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη ασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνο συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας - πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ` αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη - μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος - μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19.7.2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19.7.2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις (3) τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο ανανέωσης απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α` να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Ενώ με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α` της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης, ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του ΠΔ 164/2004 απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αν είχαν θεσπισθεί ως πάγιες διατάξεις προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου αντί των διατάξεων των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου π.δ., θα προσέκρουαν οπωσδήποτε στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ήδη ισχύουν συμπληρωθείσες με τις παραγράφους 7 και 8, οι οποίες προστέθηκαν με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής και αφ’ ενός μεν κατοχύρωσαν τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με διαγωνισμό ή επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης διοικητικής αρχής (παρ. 7), αφ’ ετέρου δε απαγόρευσαν την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα (παρ. 8).
Οι ίδιες, όμως, διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 είναι συνταγματικώς ανεκτές όλως ειδικώς, ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα ηδύναντο να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου εν όψει της καθυστέρησης της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.
Έχοντας δε τον ως άνω χαρακτήρα των, όλως ειδικώς κατ’ ανοχήν του Συντάγματος, μεταβατικών διατάξεων "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του παρελθόντος, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 συνιστούν κανόνες δημοσίου δικαίου.(ΣΤΕ 2601/2011,2584/2011,29/2008441/2007).
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10.7.2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 22/01/2007 αγωγής, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ( 3η, 12η και 20ος) εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μιας ημέρας είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες οι 3η και 12η και ως φύλακας ο 20ος από το ν.π.ι.δ με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΟΔΙΕ ήδη ΟΔΙΕ ΑΕ καθολική διάδοχό του, η οποία τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ,ότι από την πρόσληψή τους (1.10.1987, 6.6.2002, 1.3.1991 αντιστοίχως καθένας από αυτούς) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και σταθερά εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.
Ότι η σύμβαση εργασίας τους δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως ισχυρίζεται η εναγομένη για το λόγο ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους ,και συνεχίζουν να εργάζονται στην εναγομένη, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι και σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους.
Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν.2112/1920 κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση που τις συνδέει με την εναγομένη ήταν αορίστου χρόνου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1059/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο ,κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα:
« Οι ενάγοντες εφεσίβλητοι προσελήφθησαν ως ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των ιπποδρομιών βάσει των άρθρων 2 και 19 παρ. 4 του εσωτερικού κανονισμού του Ο.Δ.Ι.Ε. που έχει θεσπιστεί και κυρωθεί κατά ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση και έχει ισχύ νόμου » Στη συνέχεια, κρίνοντας ότι ‘ ¨....,και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες δεν μπορούν να θεωρηθούν οι συμβάσεις τους ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου διότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν.2112/1920 μέχρι ή μετά την έναρξη του π.δ/τος 164/2004,διότι η μετατροπή των συμβάσεων θα προσέκρουε ....στις διατάξεις του ν.2190/94...,στις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος...,στο άρθρο 6 παρ. 1 ν.2525 /1997 αλλά και στην οδηγία 1999/70/ Ε.Κ., όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 164/2004...δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη δεν έσφαλλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απέρριψε την έφεση.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι 1) όσον αφορά τους τρίτη και εικοστό των αναιρεσειόντων οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18/4/2001 και μπορούσαν να προσλάβουν ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της ήτοι και πριν τη 18.4.2001 το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ο δε καθορισμός της ημερήσιας διάρκειας τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσίβλητης και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, άρθρα 5 και 11 του ΠΔ164/2004 ,οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους και 2) όσον αφορά την δωδέκατη των αναιρεσειόντων η επίμαχη διαδοχική σχέση εργασίας κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή καταρτίστηκε την 6/6/2002,εξακολουθούσε και κατά την έναρξη ισχύος του π.δ 164/2004, (19.7.2004), είχε διανυθεί συνολικός χρόνος υπηρεσίας είκοσι τεσσάρων μηνών στην αναιρεσίβλητη για την κάλυψη πάγιων αναγκών αυτής σε καθήκοντα όμοια με την αρχική σύμβαση συνεχώς και αδιαλείπτως.
Συνεπώς, ως προς τους τρίτη και εικοστό αναιρεσείοντες, το ουσιαστικό δικαστήριο παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 ν.2112/1920,281,671 του Α.Κ. και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση και ως προς τη δωδέκατη τις διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004..Επομένως ,οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους τρίτη, δωδέκατη και εικοστό των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη,λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις. (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη ,όγδοη, ένατη, δέκατη, ενδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη και δέκατο ένατο των αναιρεσειόντων και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2015 αίτησης για αναίρεση της 2145/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και των από 18-11-2016 πρόσθετων λόγων της ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.
Απορρίπτει τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους ως προς τους λοιπούς τρίτη, δωδέκατη και εικοστό των αναιρεσειόντων.
Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση ως προς τους τρίτη, δωδέκατη και εικοστό αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τους αμέσως ανωτέρω, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ