Supreme Court allows appeal against appellate court failure to apply gap-filling rules for contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling that the appellate court erred by failing to apply mandatory gap-filling rules. The appellate court had indirectly acknowledged a gap in the contract regarding agency but did not utilize the specific statutory provisions required to resolve it. Consequently, the Supreme Court found this a procedural violation and remanded the case for retrial with a new panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance identifies a gap or ambiguity in a contract but fails to apply the mandatory gap-filling rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code, it commits a procedural error requiring the application of these specific provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1969 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1969/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ MASTER HOLIDAYS Ε.Π.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο MASTER HOLIDAYS Ε.Π.Ε., που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΖΕΥΣ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." εδρεύουσας στα Λινοπεράματα Ηρακλείου, εκπροσωπούμενης νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 12/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γενιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει, όταν αυτό, για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, λαμβάνει υπόψη και άλλα αποδεικτικά μέσα, που βρίσκονται έξω από το κείμενό της (Α.Π. 1548/2003, Α.Π. 1550/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
για την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως, που περιέχονται στο έγγραφο, με το οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση μίσθωσης, μεταξύ των διαδίκων, παρά το ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβόλων σημείων στις εν λόγω δηλώσεις. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο σχετικά με τα ανωτέρω δέχτηκε τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα - καλούσα ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο ξενοδοχειακή επιχείρηση και συγκεκριμένα εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "..." Α ' κατηγορίας, δυναμικότητας 388 δωματίων και 10 διαμερισμάτων στα .... Η εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο ... επιχείρηση πρακτορείου ταξιδιών.
Με το από 10-7-1996 έγγραφο, που απέστειλε η δεύτερη στην πρώτη, το οποίο τιτλοφορείται Εγγύηση Διάθεσης RFG-Τουριστική Περίοδος 1996, καταρτίστηκε μεταξύ τους ξενοδοχειακή σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να έχει στην αποκλειστική διάθεση της δεύτερης και συγκεκριμένα στους πελάτες της Γερμανούς τουρίστες, που προμήθευε σ' αυτήν ο γερμανικός οργανισμός R.F.G...
Η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να επιβεβαιώσει με φαξ όλα τα προαναφερθέντα με σκοπό να αποσταλούν αμέσως στους συνεργάτες της στη Γερμανία R.F.G. για έγκριση. Από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, συνάγεται, ότι στην καταρτισθείσα με αυτό ξενοδοχειακή σύμβαση μισθώσεως κλινών συμβλήθηκε η εναγομένη για λογαριασμό της και όχι ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του γερμανικού οργανισμού R.F.G.
Και τούτο διότι στην αντίθετη περίπτωση, ενόψει και του ύψους του μισθώματος, θα καθιστούσε φανερό στην αντισυμβαλλόμενή της, αποτυπώνοντας στο επίμαχο έγγραφο, που η ίδια δια του αρμοδίου οργάνου της συνέταξε, ότι τα εκ της δικαιοπραξίας αυτής αποτελέσματα θα παραχθούν όχι για την ίδια αλλά για τον ανωτέρω γερμανικό οργανισμό, τον οποίο αντιπροσωπεύει.
Η κρίση ότι συμβαλλόμενη στην ανωτέρω σύμβαση ήταν η ίδια η εναγομένη και όχι ο γερμανικός οργανισμός ενισχύεται και από α) την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος αναφέρει ρητά και κατηγορηματικά ότι η εναγομένη ενήργησε για λογαριασμό της β) το περιεχόμενο της από 23-10-1996 εξωδίκου δηλώσεως της τελευταίας προς την αντίδικό της με την οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 1966 κατάρτισε σύμβαση με αυτή, η οποία (ενάγουσα) ενεργούσε δια του νομίμου εκπροσώπου της για την τουριστική περίοδο του έτους 1996 και ότι σε εκτέλεση αυτής της συμβάσεως και καθόλη τη χρονική διάρκεια, το γραφείο προέβαινε στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αποστέλλοντας στο ξενοδοχείο τους πελάτες του γερμανικού οργανισμού τον οποίο πρακτορεύει και γ) το περιεχόμενο της από 9-11-1996 επιστολής της προς την αντίδικό της, με την οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της ενάγουσας...
Ακόμη στην ανωτέρω έγγραφη σύμβαση αναφέρεται ότι αυτή ζήτησε να επιβεβαιώσει με φαξ όλα τα προαναφερθέντα με σκοπό να σταλούν αμέσως στους συνεργάτες της στη Γερμανία για έγκριση. Όμως, η έγκριση του γερμανικού οργανισμού που θα προμήθευε την εναγομένη με Γερμανούς τουρίστες, ώστε να εκπληρώσει τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις της, ήταν προφανώς αναγκαία προϋπόθεση συνάψεως της συμβάσεως και στην περίπτωση ακόμη που αυτή ενεργούσε για λογαριασμό της όπως εν προκειμένω.
Επίσης, η ενάγουσα εξέδιδε τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τα συγκεντρωτικά αυτών προτιμολόγια για τα ποσά, που πληρώθηκε από την εναγομένη στο όνομα του γερμανικού οργανισμού, γιατί της το ζήτησε η τελευταία προς διευκόλυνσή της. Τέλος η ανωτέρω κρίση δεν μπορεί να ανατραπεί από το περιεχόμενο της από 31-8-1996 επιστολής του γερμανικού οργανισμού προς την ενάγουσα, με την οποία αυτός αναφέρεται σε συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ τους και παραπονείται για τις χαμηλού επιπέδου υπηρεσίες στους πελάτες του...
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται μεν ευθέως ότι στην ως άνω έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων υπήρχε κενό και αμφιβολία ως προς το εάν η εναγομένη κατάρτισε τη σύμβαση για λογαριασμό της ή για λογαριασμό του γερμανικού οργανισμού, έμμεσα όμως προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη τέτοιου κενού και αμφιβολίας, εφόσον για να στηρίξει την κρίση του για το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων κατέφυγε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται ανωτέρω καθώς και σε επιχειρήματα.
Επομένως μετά τη διαπίστωση αυτή, έπρεπε για την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων για το κενό και αμφίβολο σημείο της συμβάσεως, που καταρτίστηκε, να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και τους θεσπιζόμενους ερμηνευτικούς κανόνες. Το Εφετείο όμως δεν εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1, που αποδίδεται με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο της αναίρεσης και πρέπει αυτός ο λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία.
Μετά την παραδοχή αυτού του λόγου, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (580 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 259/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ