1969/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1969/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Full text
Απόφαση 1969 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1969/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθ' ης η κλήση: Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου-καλών: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο-Τσαπαλίρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2002, 45/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 48/2005 του Εφετείου Λαμίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ήδη αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η 13/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3-7-2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 48/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση ματαιωμένη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την 20-7-2006 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθμ. ........ έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Λιβαδειάς ........, την οποία επικαλείται και προσκομίζει, ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 03.07.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), προκύπτει, ότι αντίγραφο της από 20.07.2006 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου, προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (08.10.2007), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου. Επομένως και αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της με τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδάφιο α΄ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.
Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 11/1998). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου καθώς και της υπ' αριθμ. 48/2005 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής:
Με την υπ' αριθμ.48/2005 απόφαση του Eφετείου Λαμίας (μεταβατικής έδρα Λιβαδειάς) απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 45/2003 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή ερημοδικίας αυτής κατά της υπ' αριθμ. 40/2002 συνεκκαλούμενης απόφασης του ιδίου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά της άνω υπ' αριθμ. 48/2005 ερήμην της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εκδοθείσας απόφασης του εν λόγω Εφετείου, η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου νομίμως και εμπροθέσμως την από 28.09.2005 ανακοπή ερημοδικίας. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της ανακόπτουσας, σύμφωνα με το άρθρο 507 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης του Εφετείου ζητεί με την κρινόμενη από 03.07.2006 (κατ. 8/4.7.2006) αίτησή της η ανακόπτουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, συμπροσβαλλόμενης και της άνω υπ' αριθμ. 19/2004 απόφασης του ιδίου Εφετείου, που απέρριψε την έφεσή της, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της απορριψάσης ως αβάσιμη την ανακοπή της υπ' αριθμ. 13/2006 απόφασης και δεν έχει παρέλθει τριετία από την δημοσίευση αυτής.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 ,566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 23 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης είναι να περιέχει αυτό τουλάχιστο ένα λόγο αναίρεσης, να καθορίζεται δηλαδή σ' αυτό η αποδιδόμενη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, κατά τρόπο σαφή ορισμένο και ευσύνοπτο, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη παραβίαση.
Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης δεν αρκεί η επίκληση της κατά τον αναιρεσείοντα φερομένης ως παραβιασθείσας διάταξης, ούτε εκείνης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, αλλά απαιτείται να καθορίζονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης ως άνω υπ' αριθμ.13/2006 απόφασης του Εφετείου, διότι, όπως επί λέξει αναφέρει "η αναιρεσιβαλλoμένη απόφαση όχι ορθά, μη νόμιμα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 507 και 271 ΚΠολΔ απέρριψε την κρινόμενη ανακοπή μου.
Αν είχε όμως ορθώς εφαρμόσει τις παραπάνω διατάξεις θα έπρεπε να κάνει δεκτή την ανακοπή μου αυτή". Ο μοναδικός αυτός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και για το λόγο αυτό απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει το σφάλμα το νομικό σφάλμα ταυ Εφετείου, ως προς την απόρριψη της ανακοπής της, ούτε εκθέτει τις παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες κατά την αναιρεσείουσα συντελέστηκε η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια.
Επομένως και αφού, κατόπιν αυτών, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1312006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ