Legislator Case Law & Legislation
1968/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance acceptance revocation due to mistake after statute of limitations expired.

Case Number 1968/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Instance Court's decision to reject the heirs' lawsuit revoking a sham acceptance of inheritance. The heirs argued they were unaware of the six-month limitation period for renunciation due to a continuing mistake, while the State contended the statute of limitations had already run. The court upheld the lower court's ruling, finding the heirs' factual admissions justified the application of the limitation period and the revocation of the acceptance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1847, 1857 para. 2 of the Civil Code; The right to renounce an inheritance acquired by mistake after the statutory period has expired is barred by the limitation period, and the court's application of this rule based on admitted facts is not subject to successful appeal.

Keywords

AI generated
inheritance acceptance revocation statute of limitations continuing mistake sham acceptance civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 para. 1 and 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 and 1856 of the Civil Code
Article 1857 para. 2 of the Civil Code
Article 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 para. 1, 3 of Law 3699/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1968 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1968/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. χήρας Κ. Ζ., 2) Η. Ζ. του Κ., 3) Ε. Ζ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτα Κουτκιά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 28-03-2023 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 14/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 15-11-2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμό 55/2018, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 30-01-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων περί ακυρώσεως, λόγω πλάνης, της εκ μέρους τους πλασματικής αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, λόγω παρόδου απράκτου της προς αποποίηση προθεσμίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.

β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή όμως από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδβ ΑΚ).

Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομιάς. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομιά επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ. 147 επ. 150 επ.), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Έτσι αν πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (Ολ.ΑΠ 858/1990) υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. (ΑΠ 827/2017, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015) Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 157 και 1857 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς που οφείλεται σε εξακολουθητική πλάνη παραγράφεται μετά εξάμηνο, το οποίο αρχίζει αφότου παρήλθε η κατάσταση αυτή, από την άρση δηλαδή της πλάνης, διακόπτεται δε η παραγραφή αυτή με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το γενικό κανόνα του άρθρου 261 εδ.

α' του ΑΚ (ΑΠ 278/2024, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015). Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ, εισάγεται απόκλιση από τις γενικές διατάξεις (άρθρο 157 ΑΚ), κατά τις οποίες το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης αποσβήνεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, ενώ στην περίπτωση που η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αρχίζει από την ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση, που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης (ΑΠ 704/2023, ΑΠ 77/2023, ΑΠ 812/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο έλεγχος του ανωτέρω λόγου αναίρεσης γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί ακύρωσης λόγω πλάνης, της εκ μέρους τους πλασματικής αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών λόγω παρόδου απράκτου της προς αποποίηση προθεσμίας: "Ο Κ.

Ζ. του Η. και της Η., κάτοικος ..., απεβίωσε στις ....2015, δίχως ν' αφήσει διαθήκη (βλ. το από ....2015 απόσπασμα της υπ' αριθμό .../2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Μακρακώμης της Δ.Ε. Σπερχειάδας και το υπ' αριθ. ....2018 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Λαμίας). Μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς του προαναφερόμενου θανόντος είναι οι ενάγοντες, εκ των οποίων η πρώτη εν διαστάσει σύζυγός του και ο δεύτερος και τρίτος ενάγοντες, ενήλικα τότε τέκνα του, γεννηθέντες τα έτη 1966, 1987 και 1996 αντίστοιχα (βλ.

το υπ' αριθ. πρωτ. ....2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Χολαργού). Οι ενάγοντες κλήθηκαν κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής στην κληρονομιά του ως αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, με τον οποίο ήδη από το έτος 2005, οι σχέσεις τους είχαν διαρρηχθεί και ζούσαν χωριστά, κατά τα ποσοστά των 1/4, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως.

Οι τελευταίοι αμέσως, δήλωσαν το θάνατο του παραπάνω συγγενούς τους στο τμήμα μητρώου της αρμόδιας ΔΟΥ Λαμίας για να διαγραφεί το ΑΦΜ του, συνυποβάλλοντας τα αναγκαία δικαιολογητικά. Πρέπει ν' αναφερθεί ότι σε περίπτωση θανάτου φυσικού προσώπου μη επιτηδευματία, όπως ήταν ο κληρονομούμενος, η δήλωση μεταβολής στο τμήμα μητρώου υποβάλλεται από έναν τουλάχιστον εκ των κληρονόμων ή εγγυτέρων συγγενών του θανόντος συνυποβάλλοντας ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης, δήλωση αλλαγής στοιχείων (έντυπο Μ1) στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία του θανόντος και δήλωση σχέσεων φορολογουμένων (έντυπο Μ7) στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία των δηλούντων, τα οποία συνυποβλήθηκαν από τους ενάγοντες.

Μόνη η παραπάνω ενέργεια των εναγόντων δεν εκδηλώνει την πρόθεσή τους ν' αποκτήσουν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά οριστικά, όπως θα συνέβαινε π.χ. αν είχαν προβεί σε υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς και συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, μέχρι τότε οι ενάγοντες δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ με τα ανωτέρω ζητήματα της κληρονομικής διαδοχής, ούτε γνώριζαν ότι υπήρχε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, για να προβούν σε αποποίηση της κληρονομιάς της. Επίσης, δεν γνώριζαν τις νομικές συνέπειες που επέρχονται, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των τεσσάρων μηνών προς αποποίηση της κληρονομιάς θανόντος προσώπου.

Άλλωστε η πρώτη ενάγουσα η οποία είναι απόφοιτη γυμνασίου και εργάζεται ως καθαρίστρια σε φαρμακευτική βιομηχανία όπως και οι υπόλοιποι ενάγοντες δεν έχουν γνώσεις νομικής επιστήμης. Επομένως οι ενάγοντες έχουν πλήρη άγνοια ως προς τις νομικές διατάξεις για την αποποίηση της κληρονομιάς και την προθεσμία που ισχύει για την έγκαιρη και έγκυρη αποποίηση της κληρονομιάς και τις συνέπειες που επέρχονται από τη μη έγκαιρη αποποίηση της κληρονομιάς.

Επίσης, λόγω της έλλειψης επικοινωνίας με τον θανόντα όσο ζούσε, οδήγησε τους ενάγοντες σε πλήρη αδράνεια ως προς την αναζήτηση πληροφοριών και νομικών συμβουλών για τα ζητήματα της κληρονομικής διαδοχής, αφού οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα κίνητρο, προκειμένου να αποδεχθούν ή να αποποιηθούν την (ανύπαρκτη) κληρονομιά του θανόντος.

Ενόψει των ανωτέρω, η μη αποποίηση της κληρονομιάς του ως άνω κληρονομούμενου από τους ενάγοντες αποδεικνύεται ότι οφείλεται στην πλάνη τους περί το δίκαιο. Άλλωστε, η πρώτη ενάγουσα προέβη αμέσως, μόλις πληροφορήθηκε από γνωστή της ότι εφόσον δεν προβούν σε αποποίηση θεωρείται ότι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, στις υπ' αριθ. 63 και 64/18.02.2016 δηλώσεις αποποίησης ενώπιον του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Λαμίας ως δικαστηρίου της κληρονομιάς, ενεργώντας τόσο για τον εαυτό της όσο και ως αντιπρόσωπος των ως άνω τέκνων της, δυνάμει ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, χωρίς να ενημερωθεί από το γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαμίας ότι αυτές ήταν εκπρόθεσμες και επομένως, άνευ εννόμων συνεπειών, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να θεωρούν ότι έχει ματαιωθεί η επαγωγή της κληρονομιάς τους ίδιους, αγνοώντας ότι μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ είχαν καταστεί οριστικά και αμετάκλητα κληρονόμοι και ότι η αποποίηση αυτή δεν έχει έννομες συνέπειες.

Αν πράγματι, είχε αρθεί η προαναφερόμενη πλάνη των εναγόντων στις 18.02.2016, όπως ισχυρίζεται αβασίμως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τότε η ενάγουσα δεν θα προέβαινε στις ως άνω δηλώσεις, για τις οποίες χρειάστηκε μάλιστα να μεταβεί από την Αθήνα στη Λαμία. Η πλάνη αυτή των εναγόντων εξακολούθησε έως τις 11.9.2017, οπότε η πρώτη ενάγουσα μετέβη στη ΔΟΥ Χολαργού για προσωπική φορολογική της υπόθεση και πληροφορήθηκε με έκπληξη ότι, παρά την προαναφερόμενη εκ μέρους της αποποίηση, είχαν βεβαιωθεί στο όνομα της ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ύψους 5.372,19 ευρώ, του κληρονομουμένου προς το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τυγχάνει δανειστής της κληρονομιάς.

Στην συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα προέβη στην σχετική ενημέρωση και των λοιπών, για τα ανωτέρω, εναγόντων. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται και από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 11.09.2017 κατάσταση χρεών του δικαστικού τμήματος της ΔΟΥ Χολαργού, που δόθηκε στην ενάγουσα εκείνη την ημέρα προς ενημέρωσή της και αφετέρου από την ένορκη βεβαίωση της Δ.

Π. του Σ., η οποία με σαφήνεια καταθέτει ότι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας της τηλεφώνησε η πρώτη ενάγουσα έντρομη και απελπισμένη και την ενημέρωσε για το συμβάν. Ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ειδοποιηθεί υπηρεσιακά έως τις 12.04.2018 για τα χρέη της κληρονομιάς δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα, καθώς, η πρώτη ενάγουσα και ακολούθως και τα τέκνα της είχαν ήδη κατά τα ως άνω αναφερόμενα ενημερωθεί σχετικά.

Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι παρήλθε μεν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου, από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης και μέχρι την άσκηση της αγωγής, πλην όμως επειδή η πλάνη των εναγόντων εξακολούθησε και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης και ειδικότερα μέχρι τις 11.09.2017, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, το εξάμηνο της παραγραφής της διάταξης του άρθρου 1857 εδαφ, β' ΑΚ, άρχισε από τις 11.09.2017 και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 07.02.2018 και 09.02.2017 (βλ.

τις υπ' αριθ. 10824, ....2018, ..., ....2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Λ.). Κατόπιν τούτων, η αγωγή δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και πρέπει η σχετική ένσταση του τρίτου εναγομένου ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, οι ενάγοντες τελούσαν, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, σε ουσιώδη πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής και της αποποίησης της κληρονομιάς, αφού η πλάνη τους αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δε θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η σχετική τετράμηνη προθεσμία αποποίησης της κληρονομιάς.

Ενόψει τούτων, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η ακυρώσιμη εκ μέρους τους πλασματική αποδοχή της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς.".. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Λαμίας δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, δεχθέν την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ που είχε προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του ότι οι αναιρεσίβλητοι, κληρονόμοι του θανόντος στις ....2015 εν διαστάσει συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, δεν γνώριζαν την ύπαρξη της προθεσμίας του άρθρου 1847 Α.Κ. προς αποποίηση της κληρονομιάς και τη νομική σημασία της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης, η δε πλάνη τους αυτή εξακολούθησε έως τις 11.09.2017, (ήτοι και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης), με αποτέλεσμα η αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 7 και 9.02.2018 να μην έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 1857 εδ.

β' εξάμηνη παραγραφή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής που είχε προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1857 παρ. 2, που αφορούν στην παραγραφή της αξιώσεως για ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας λόγω ουσιώδους πλάνης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς που οφείλεται σε εξακολουθητική πλάνη μετά παρέλευση εξαμήνου, το οποίο αρχίζει αφότου παρήλθε η κατάσταση αυτή, από την άρση δηλαδή της πλάνης.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άλλως 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183, Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1,3 του Ν.3699/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52α, 18 ΕισΝ Κ. Πολ.Δ., 51 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-03-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 14/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ