Legislator Case Law & Legislation
1968/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-appealable evidence arguments in civil procedure.

Case Number 1968/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment that rejected the plaintiff's claim. The appellant argued that the court failed to consider specific documentary evidence, but the court ruled these documents were not 'facts' under the relevant procedural code. Consequently, the appeal was deemed inadmissible as it did not fit the statutory grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 560(5) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of specific documentary evidence is inadmissible if such evidence does not constitute 'facts' as defined in Article 339, since the list of appeal grounds in Article 560 is exhaustive.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal documentary evidence Code of Civil Procedure exhaustive list grounds non-consideration of facts

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1968 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1968/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Α., κατοίκου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξη Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένη Ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον 2) Π. Κ. του Λ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Βουρτζούμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2267/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8260/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.9.2018 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 21108/2018, ΕΑΚ 3534/2018) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 8260/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η από 17.10.2016 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αρ. 2267/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικάστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11.7.2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπ' αρ. 10732/2012 αγωγή του εξέθεσε ότι στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, και έχοντας στην κυριότητά και κατοχή του το αναφερόμενο δημόσιας χρήσεως αυτοκίνητο, το οποίο κατά το μήνα Ιανουάριο 2011 μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης εταιρείας, σύναψε με την τελευταία, κατά το χρονικό διάστημα από 22.11.2010 έως 31.12.2010 κατά τους αναφερομένους χρόνους, συμβάσεις μεταφοράς, δυνάμει των οποίων, ανέλαβε, κατόπιν εντολής αυτής (πρώτης εναγομένης) να μεταφέρει και παραδώσει για λογαριασμό της, εμπορεύματα με το ως άνω όχημά του προς την αναφερόμενη εταιρεία, έναντι καταβολής ναύλου- κομίστρου, ήτοι, αμοιβής του βάση των φορτωτικών που εξέδιδε.

Ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ορίστηκε στο ποσό των 0,70 λεπτών ανά χιλιόμετρο και 65 ευρώ ως πάγιο ποσό των δρομολογίων (σημαία) και ότι, παρά το γεγονός ότι εκτέλεσε με το φορτηγό όχημά του, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, τα αναφερόμενα δρομολόγια (όπως τούτα αναφέρονται στις επισυναπτόμενες στην αγωγή φορτωτικές) για τα οποία εξέδωσε τις αναλυτικά αναφερόμενες φορτωτικές, συνολικού ποσού (κομίστρου) 14.251,22 ευρώ, οι εναγόμενοι αρνούνται να του καταβάλλουν το ως άνω ποσό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 2267/2016 οριστική απόφαση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν το ανωτέρω ποσό., ενώ επί της ασκηθείσης εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων τουλάχιστον από το μήνα Ιούνιο του έτους 2009 ασκούσε το επάγγελμα του αυτοκινητιστή, έχοντας στην κυριότητά του, το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό όχημα δημοσίας χρήσης με ελκυστήρα και επικαθήμενο, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και εκτελούσε δρομολόγια, συνεργαζόμενος και με την εναγόμενη μεταφορική εταιρεία κατ' εντολήν της οποίας και για λογαριασμό της μετέφερε έναντι αμοιβής εμπορεύματα.

Ότι κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010, ο ενάγων παρουσίασε προβλήματα υγείας και του συνεστήθη η παύση του επαγγέλματός του, λόγος που τον οδήγησε στην ανεύρεση αγοραστή. λόγω του ότι συνεργαζόταν με την εναγομένη εταιρεία και συνεπώς γνώριζε και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Π. Κ., απευθύνθηκε προς τον τελευταίο προκειμένου να του προτείνει να αγοράσει το ως άνω φορτηγό όχημα του, η δε π πρόταση αυτή έγινε δεκτή.

Κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010, ο ενάγων παρουσίασε προβλήματα υγείας και του συνεστήθη η παύση του επαγγέλματός του, λόγος που τον οδήγησε στην ανεύρεση αγοραστή. Ακολούθως, το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010, οι παραπάνω (ενάγων - Π. Κ.) προσπάθησαν να ολοκληρώσουν και τυπικά τις διαδικασίες μεταβίβασης του ανωτέρω οχήματος, γεγονός που δεν στάθηκε δυνατό, για λόγους διαδικαστικούς, αναγόμενους το ότι ο ενάγων είχε αγοράσει αυτό μέσω χρηματοδοτικής μίσθωσης, και δη δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ. από την ... και απαιτούνταν επιπλέον έγγραφα για την ολοκλήρωση αυτής (διαδικασίας μεταβίβασης) το γεγονός· μάλιστα αυτό, καταθέτει και η ίδια η μάρτυρας του ενάγοντος κατά την κατάθεση της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η δε κρίση του δικαστηρίου αυτή, ουδόλως αναιρείται από την με αριθμό ...

πράξη μεταβίβασης κυριότητας αυτοκινήτου. Παρά όμως την μη ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, το ανωτέρω όχημα φερόταν μεν τυπικά στο όνομα του ενάγοντος, πλην όμως, ουσιαστικά ανήκε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έκδοσης των επίδικων φορτωτικών, στον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρείας με τον οποίο ο ενάγων συμφώνησε ότι πλέον θα το εκμεταλλεύεται αυτός (Π.

Κ.) για λογαριασμό του. Κατόπιν δε της συμφωνίας αυτής, ο Π. Κ. προσέλαβε ως οδηγό τον Κ. Χ., τον μισθό του οποίου κατέβαλε ο ίδιος, ταυτόχρονα δε κάλυπτε εξ ιδίων χρημάτων, τα έξοδα συντήρησης και κίνησης (καύσιμα) του εν λόγω φορτηγού οχήματος, καταβάλλοντας μάλιστα για τα τελευταία (καύσιμα) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έκδοσης των φορτωτικών όπως αυτές θα εκτεθούν κατωτέρω- το ποσό των 5.712 ευρώ.

Ο δε ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμεvης εταιρίας, απέδιδε στον ενάγοντα, ενόψει του ότι αυτός φερόταν ως κύριος του εν λόγου φορτηγού, αφού εισέτι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και τυπικά η διαδικασία μεταβίβασης αυτού. τον αναλογούντα ΦΠΑ. Περαιτέρω, όπως αποδεiχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα οπό 22-11-2010 μέχρι της 31-12- 2010 το ως άνω φορτηγό πραγματοποίησε, κατόπιν εντολής της πρώτης εναγόμενης, μεταφορές για λογαριασμό της εταιρείας ...

για τις οποίες εκδόθηκαν οι φορτωτικές με αριθμό........... ήτοι, συνολικής αξίας, 14.254 ευρώ, ποσό που αιτεί ο ενάγων με την αγωγή του. Με βάση όμως τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ναι μεν η μεταβίβαση του ως άνω φορτηγού ολοκληρώθηκε τυπικά στις 24-1-2011, πλην όμως, οι μεταφορές για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες φορτωτικές είχαν λάβει χώρα από τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Π.

Κ. και όχι από τον ενάγοντα, αφού, όπως προειπώθηκε, ο τελευταίος (Π. Κ.) είχε συμφωνηθεί να εκμεταλλεύεται για δικό του λογαριασμό αυτό (φορτηγό) ως αγοραστής αυτού. Το δε γεγονός αυτό δεν αναιρείται από το ότι οι ως άνω φορτωτικές, η παραπάνω πρόσληψη του προαναφερόμενου οδηγού, η αναλυτική η περιοδική δήλωση προς το ΙΚΑ και τα σχετικά τιμολόγια δελτία αποστολής του πρατηρίου καυσίμων Ε.

Σ.- Ν. Σ. φέρουν το όνομα του ενάγοντα, καθώς, ενόψει του ότι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και τυπικά η διαδικασία μεταβίβασης του φορτηγού οχήματος, μόνο τα δικά του στοιχεία θα μπορούσαν να φέρουν. Μάλιστα, και ο ίδιος ο ως άνω οδηγός Κ. Χ., κατά την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. κατέθεσε ότι προσλήφθηκε από τον Π.

Κ., τον οποίο και μόνο γνώριζε ως εργοδότη και πως είχε ενημερωθεί εξ αρχής ότι στο ΙΚΑ θα εμφανιζόταν ως εργοδότης ο ενάγων λόγω του ότι δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η διαδικασία μεταβίβασης. Ακόμη, η σχετική συμφωνία πρόσληψης του τελευταίου αναφορικά με το μισθό του και τους όρους εργασίας του έλαβαν χώρα ομοίως με τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, γεγονός που σαφώς δεν θα λάμβανε χώρα, εάν ο ενάγων ήταν αυτός που είχε συνάψει τις επίδικες συμβάσεις μεταφοράς με την εναγόμενη εταιρεία.

Πέραν τούτων, ο εν λόγω οδηγός τελούσε εν γένει υπό τις εντολές του τελευταίου (Π. Κ.). Εξάλλου και Ν. Σ. που τυγχάνει πρατηριούχος υγρών καυσίμων και νόμιμος εκπρόσωπος της ... στην με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, καταθέτει ότι ό Κ. Π. ήταν αυτός που από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 έβαζε πετρέλαιο στο ως άνω φορτηγό όχημα, και ότι ο ίδιος ο ενάγων τον είχε ενημερώσει ότι στα εξής το πετρέλαιο θα το πληρώνει ο τελευταίος καθώς και ότι οι σχετικές αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του ενάγοντα για φορολογικούς λόγους και δη, επειδή τύγχανε τυπικά κύριος αυτού (φορτηγού).

Ακόμη και ο έτερος εξετασθείς με επιμέλεια της εναγόμενης μάρτυρας Χ.-Κ. στην ίδια ως ανωτέρω ένορκη βεβαίωση καταθέτει ότι ήταν ο ίδιος παρών σε συνάντηση που είχε ο ενάγων με τον Π. Κ., όπου σ δεύτερος και ενώ είχε αγοράσει το φορτηγό ήδη από το μήνα Νοέμβριο του 2010, παρέδωσε στον πρώτο (ενάγοντα) χρήματα για τον ΦΠΑ και έναν φάκελο που περιείχε φορτωτικές και τιμολόγια.

Εξάλλου, αν ο Π. Κ. έχοντας ήδη αγοράσει από τον ως άνω μήνα το φορτηγό όχημα του ενάγοντος, το οποίο και μόνο τυπικά ήταν στο όνομα του τελευταίου έως και την ανωτέρω ημερομηνία, δεν είχε συμφωνήσει με αυτόν (ενάγοντα) ότι θα το εκμεταλλεύεται ο ίδιος, τότε το ευλόγως λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να μην εμπλέκεται ούτε με την συντήρησή του, ούτε με τα σχετικά πρόσληψης οδηγού, ούτε με τα σχετικά κίνησης αυτού (αγορά πετρελαίου), ώστε να μεταφέρει στη συνέχεια τις σχετικές αποδείξεις στον ενάγοντα, όπως κατέθεσε στη μάρτυρας απόδειξης, κατάθεση που ενόψει των ήδη προαναφερομένων, δεν κρίνεται πειστική από το δικαστήριο.

Ενόψει των προαναφερομένων, ουδόλως αποδείχθηκε η σύναψη των ενδίκων συμβάσεων μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος, από μόνο το γεγονός ότι δεν είχε ολοκληρωθεί και τυπικά η διαδικασία μεταβίβασης του ως άνω φορτηγού οχήματος, την αιτούμενη από αυτόν ως άνω αμοιβή".

Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχου του αριθμού 8 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, επειδή παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ως προς το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή του ως μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο των αντιδίκων παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε τέτοιος λόγος έφεσης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/2004).

Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή όπως και το πρωτοβάθμιο διαδικασία (ΑΠ 8/1987).

Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή, (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24. 941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23. 173), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωσή της στοιχεία (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 7/2001).

Ειδικότερα, εάν νόμω αβάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της, έστω για άλλους λόγους.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, ή αν δεν περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της ή αν ασκήθηκε απαραδέκτως με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (322 ΚΠολΔ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα (536 § 1 ΚΠολΔ).

Έτσι επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη, κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κ.λπ., αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι' αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εκδικάζοντας την υπ' αρ. 473/2016 έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων: (1) εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης και νόμιμα εκπροσωπείται και (2) Κ. Π. του Λ., ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω μεταφορικής εταιρείας, κατά του Α.

Γ. και της 2267/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο για το λόγο ότι η αγωγή αφορά σε συμβατική της χρέωση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και ότι ο δεύτερος εναγόμενος, εκπρόσωπος νομικού προσώπου, δεν έχει προσωπική ευθύνη έναντι τρίτων για τα χρέη της εταιρείας και για υποχρεώσεις που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, υποχρεώνεται μόνο το νομικό πρόσωπο το οποίο εκπροσωπεί.

Συνεπώς ο ισχυρισμός ότι λήφθηκαν υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν είναι αβάσιμος. Με το πρώτο τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και εκθέτει ότι έχοντας την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή μου του υπ' αρ. ...

φορτηγό Δ.Χ. με ελκυστήρα και επικαθήμενο, ότι με την πρώτη των αντιδίκων συνεργαζόταν από τον Ιούνιο του 2009, ότι τον Οκτώβριο του 2010 συμφώνησε με το δεύτερο των αντιδίκων να αγοράσει το εν λόγω όχημα έναντι 10.000 ευρώ, ότι αποφάσισε μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης να προσλάβει οδηγό ώστε εκείνος να εκτελεί τα δρομολόγια αντί αυτού, καταβάλλοντας αυτός ο ίδιος τον μισθό του και φυσικά να λαμβάνει από την εντολέα του, την αντίδικο του μεταφορική εταιρεία, την νόμιμη αμοιβή του, η οποία είχε συμφωνηθεί αντί του ποσού των 0,70 λεπτών του ευρώ ανά χιλιόμετρο και 65 ευρώ ως πάγιο ποσό των δρομολογίων, ότι στο χρονικό διάστημα από 22.11.2010 έως 31.12.2010 πραγματοποίησε μεταφορές και εκδόθηκαν οι φορτωτικές αποδείξεις που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή του και ότι το συγκεκριμένο ποσό επανειλημμένα ζήτησε από τους αντιδίκους του, ακόμη και κατά την κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης του οχήματος πλην όμως με διάφορες προφάσεις ποτέ δεν του το κατέβαλαν.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, οι ανωτέρω θεμελιωτικοί της αγωγής ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ` όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 425/2020, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019) και του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε δύο από τους λόγους έφεσης των αντιδίκων του.

Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα επειδή δεν εμπίπτει στα σφάλματα της απόφασης που αυτός νομιμοποιείται να προτείνει ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται επικαλούμενος ότι η αναιρεσίβλητη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι "... η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε τελείως λανθασμένα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, ότι το Νοέμβριο του 2010 έλαβε χώρα μεταβίβαση από εμένα προς τον δεύτερο των αντιδίκων του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

φορτηγού Δ.Χ., κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, αφού αποδείχθηκε ότι η πραγματική μεταβίβαση του εν λόγω οχήματος προς τον δεύτερο των αντιδίκων έγινε στις 24-1-2011". Υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, ο αναιρεσείων με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης οπότε ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, και με το άρθρο 35 Ν. 4842/13-10-2021(ΦΕΚ 190 Α) κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 575/2018), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019,ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 11 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (ΑΠ 740/2022 ΑΠ 1032/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 8260/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ των οποίων τις μετ' επικλήσεως την με ημερομηνία 23.11.2010 αναγγελία του οδηγού Κ.

Χ., τον πίνακα προσωπικού, την αναλυτική περιοδική δήλωση προς το ΙΚΑ, το μισθολόγιο, αποδείξεις πληρωμής προς το ΙΚΑ, και την με ημερομηνία 4.1.2011 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτή. Επίσης ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα τιμολόγια δελτία αποστολής του πρατηρίου καυσίμων Ε.Σ. - Ν.

Σ., και το με αριθμό ... έγγραφο από το βιβλιάριο μεταβολών του ανωτέρω φορτηγού αυτοκινήτου. Τα ανωτέρω παράπονα, για την μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του Πρωτοδικείου, συνιστούν, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 11 και όχι λόγο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, περίπτωση κατά την οποία αυτός θα ήταν απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Αφού πλήττεται δε με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, στις δε ειρηνοδικειακές υποθέσεις οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν προβλέπεται αντίστοιχος λόγος αναίρεσης με εκείνον εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, και, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική με συνέπεια να μη μπορεί να προβληθεί, πλην των ανωτέρω, οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευομένων αποφάσεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και υπό την ανωτέρω ορθή εκτίμησή του.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.9.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8260/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ