Legislator Case Law & Legislation
1968/2017 AI generated

1968/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1968/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1968/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 23-11-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.

Keywords

AI generated
working time directive fixed-term work freedom to work prohibition of employment staff regulations access to a profession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1968 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1968/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Αρετή Παπαδιά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Μ., 2) Χ. Ζ. του Ε., 3) Μ. Κ. του Ε., 4) Μ. Λ. του Γ., 5) Α. Λ. του Ν., 6) Ε. Π. του Γ., 7) Μ. Π. του Ν., 8) Σ. Μ. του Μ., 9) Ι. Σ. του Γ. και 10) Γ. Λ. του Ε., κατοίκων .... Οι με α/α αναιρεσειόντων 1η, 3η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Β. και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" πρώην νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ρηγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτησή τους και τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 23-11-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση της επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος , η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 και 97 παρ.3 ΚΠολΔ γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ.

β ΚΠολΔ). Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (Α.Π. 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 28-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 2138/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και οι από 18-11-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δ. Β., κατά παραγγελία του οποίου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ. επέδωσε στο αναιρεσίβλητο αντίγραφο αυτής και κλήση του να παραστεί στη συζήτηση στη δικάσιμο της 20/12/20Ιό,κατά την οποία οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν δια του δικηγόρου Δ.

Β. ,ως πληρεξούσιο αυτών κατά τη δήλωση του και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.(βλ. το συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο αίτησης αναίρεσης με την επ’ αυτής σχετική επισημείωση δικαστικού επιμελητή). Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2η, 4η, 5η, 7η, 8η, 9ος και 10η των αναιρεσειόντων ενώ οι 1η, 3η και 6η παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δ.

Β..(βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά). Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν δώσει την απαιτούμενη από το νόμο εντολή και πληρεξουσιότητα στους πληρεξουσίους δικηγόρους των λοιπών αναιρεσειόντων Δ. Β. να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και Δ.

Β. να παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και των πρόσθετων λόγων και γι’ αυτούς, λόγω της οποίας (έλλειψης πληρεξουσιότητας), η επίσπευση για την αρχική συζήτηση 5εν είναι έγκυρη ως προς τους απολειπόμενους , η δε παράσταση τους κατά την αρχική δικάσιμο δεν είναι νόμιμη (έτσι ώστε να καλυφθεί η μη κλήτευση τους κατά την αρχική δικάσιμο) και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτήν.

Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι κλητεύθηκαν για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της ως προς αυτούς ήτοι 2η, 4η, 5η, 7η, 8η, 9οκαι 10η των αναιρεσειόντων, εφόσον δε αυτοί συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ’ αναβολή ή ματαίωση (Ολ ΑΠ 143/84) στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (Ολ ΑΠ 33/96).

Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μίας απ αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/11, ΑΠ 297/2008).Στην προκειμένη περίπτωση οι με το με αριθμ.

καταθ. ...-11-2016 δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατατέθηκαν όπως προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 18.11.2016), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20-12- 2016) δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας καθόσον οι πρώτη, τρίτη και έκτη αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν αποδεικτικό της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτού έκθεσης επίδοσης.

Συνακόλουθα, πρέπει ως προς τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσείοντες να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι κατά τα ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (Ολ ΑΠ 8, 7/2011).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ.

ΑΠ 18/2006) αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο η στον ιδιωτικό τομέα, ακόμη και αν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.

ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ολ.

ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων, τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ.

ΑΠ 7/2011). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) συνεστήθη με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του α.ν. 598/1968 (Α’ 256) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει σκοπό : α) την κατ’ αποκλειστικότητα οργάνωση και διεξαγωγή ιπποδρομιών στην Ελλάδα β).... Με το άρθρο μόνο του π.δ. 56/1999 (Α’ 59) ο ΟΔΙΕ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και εγκρίθηκε το καταστατικό του, στο άρθρο 4 του οποίου ορίσθηκε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαιρείται σε μετοχές που θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ανωτέρω Οργανισμός λειτουργεί σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του ,που έχει ισχύ νόμου(εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.1 του ιδρυτικού α.ν. 598/1968,εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 8901/1984 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Β/210/1984) και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 21 αυτού το προσωπικό του ΟΔΙΕ και της διαδόχου του αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας ήδη τελούσης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται :α) σε τακτικό προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του Κανονισμού, β) έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών και υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού, γ) σε προσωπικό ειδικών συμβάσεων συγκεκριμένου έργου, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εξειδικευμένου έργου και δ) σε προσωπικό ευκαιριακά - εποχιακά απασχολούμενων που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη αναγκών των ιπποδρομιακών συγκεντρώσεων.

Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ ΑΛ 5/18.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.

γ’ της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18.4.2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ" αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 602/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής τους, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες (1η,3η,6η) εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μιας ημέρας είχαν προσληφθεί ως πληρώτριες από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΟΔΙΕ ήδη ΟΔΙΕ ΑΕ καθολική διάδοχο του και τελούσης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ότι από την πρόσληψη τους (1.2.1990, 1.10.2000, 1.6.1987 καθεμία από αυτές) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και σταθερά εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Ότι η σύμβαση εργασίας τους δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως ισχυρίζεται η εναγομένη για το λόγο ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, και συνεχίζουν να εργάζονται στην εναγομένη ,όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι και σήμερα ,χωρίς ποτέ να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν.2112/1920 κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση που τις συνδέει με την εναγομένη ήταν αορίστου χρόνου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 45/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Οι ενάγουσες άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο ,κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες εφεσίβλητοι προσελήφθησαν ως ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των ιπποδρομιών βάσει των άρθρων 2 και 19 παρ. 4 του εσωτερικού κανονισμού του Ο.Δ.Ι.Ε.

που έχει θεσπιστεί και κυρωθεί κατά ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση και έχει ισχύ νόμου". Στη συνέχεια, κρίνοντας ότι "... και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες δεν μπορούν να θεωρηθούν οι συμβάσεις τους ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου διότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν.2112/1920 μέχρι ή μετά την έναρξη του π.δ/τος 164/2004,διότι η μετατροπή των συμβάσεων θα προσέκρουε ...., στις διατάξεις του ν.2190/94 ..., στις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος ..., στο άρθρο 6 παρ. 1 ν.2525/1997 αλλά και στην οδηγία 1999/70/Ε.Κ., όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 164/2004 ...

δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη δεν έσφαλλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18/4/2001 και μπορούσαν να προσλάβουν ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της δηλαδή και πριν την 18.4.2001 το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ο δε καθορισμός της ημερήσιας διάρκειας τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσίβλητης και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Συνεπώς, το ουσιαστικό δικαστήριο παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 ν.2112/1920, 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ,ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτη, τρίτη και έκτη των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή.(άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έβδομη ,όγδοη, ένατο και δέκατη των αναιρεσειόντων και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2015 αίτησης για αναίρεση της 2138/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και των από 18-11-2016 πρόσθετων λόγων της ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.

Απορρίπτει τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους ως προς τους λοιπούς ,πρώτη, τρίτη και έκτη των αναιρεσειόντων.

Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση ως προς τους πρώτη, τρίτη και έκτη αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση όσον αφορά τους αμέσως ανωτέρω προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ