Legislator Case Law & Legislation
1968/2009 AI generated

1968/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1968/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 378/2003 και 448/2004 μη οριστικές και 410/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/11/2006 αίτησή του και τους από 21/9/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1968/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του Α.Κ., αν το μίσθιο έχει πραγματικά ελάττωμα ή λείπει μια συμφωνημένη ιδιότητα, ο μισθωτός δικαιούται ή να μην καταβάλει το μίσθωμα ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος ή να ζητήσει αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές είναι διαζευκτικές και η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των υπολοίπων.

Keywords

AI generated
failure to keep accounts commercial accounting fiscal purposes lack of economic substance changed financial circumstances tax evasion proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1968 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1968/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 378/2003 και 448/2004 μη οριστικές και 410/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/11/2006 αίτησή του και τους από 21/9/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 8/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και του πέμπτου λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 20 και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή εξωτερικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του Α.Κ., αν το μίσθιο έχει πραγματικά ελάττωμα ή λείπει μια συμφωνημένη ιδιότητα, ο μισθωτός δικαιούται ή να μην καταβάλει το μίσθωμα ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος ή να ζητήσει αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές είναι διαζευκτικές και η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των υπολοίπων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει του από 18-6-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι ενάγοντες μίσθωσαν από τον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην οδό ... στην πόλη των .... για να χρησιμοποιηθεί ως καφενείο - ουζερί καφετέρια. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε δώδεκα έτη αρχόμενη την 1-7-1999 και λήγουσα την 1-7-2011...

Με τον 14ο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση πρόωρης λήξης της μίσθωσης οι ενάγοντες υποχρεούνται να καταβάλουν στον εκμισθωτή ποσό ίσο με έξι μηνιαία μισθώματα. Πριν από την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως λειτουργούσε στο μίσθιο επιχείρηση στο όνομα της συζύγου του εναγομένου, ομοειδής με εκείνη που θα ασκούσαν οι ενάγοντες, προϋπόθεση δε κατά το άρθρο 36 του Κ.Φ.Σ., για να μπορέσουν οι ενάγοντες να κάνουν έναρξη ασκήσεως επαγγέλματος στο μίσθιο, ήταν να διακόψει η σύζυγος του εναγομένου τη λειτουργία της επιχείρησής της.

Συνέπεια της ως άνω παράλειψης της συζύγου του εναγομένου ήταν η αρμόδια Α' ΔΟΥ Χανίων να αρνείται τη χορήγηση στους ενάγοντες Α.Φ.Μ. και τη θεώρηση των βιβλίων στοιχείων απαραιτήτων για την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης των εναγόντων. Οι τελευταίοι με την από 25-8-1999 εξώδικη δήλωσή τους η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 31-8-1999 διαμαρτυρήθηκαν στον εναγόμενο και του κατέστησαν γνωστό ότι η ως άνω υπηρεσία τους αρνήθηκε να τους επιτρέψει τη λειτουργία της επιχείρησής τους στο μίσθιο, του ζήτησαν δεν να πράξει ό,τι ήταν αναγκαίο για την άρση αυτού του ελαττώματος του μισθίου.

Στις 19-8-1999 η σύζυγος του εναγομένου είχε υποβάλλει στη Δ.Ο.Υ. Χανίων με την ίδια χρονολογία δήλωση υπεραξίας του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν.2938/1994 για τη μεταβίβαση της επιχείρησής της στον .... Με βάση αυτήν ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. υπελόγισε τον φόρο της υπεραξίας στο ποσόν των 500.000 δρχ. το οποίο καταβλήθηκε από αυτήν την ίδια ημέρα.

Όμως η καταβολή αυτή δεν αρκούσε για την άρση του ελαττώματος και γι' αυτό η Δ.Ο.Υ. δεν δέχτηκε να χορηγήσει Α.Φ.Μ. στους μισθωτές, ούτε να θεωρήσει τα βιβλία και στοιχεία προκειμένου να λειτουργήσει η επιχείρησή τους και τούτο γιατί εμφανιζόταν στα βιβλία της ότι λειτουργούσε ακόμη η επιχείρηση της συζύγου του εναγομένου.

Επομένως, κατά το χρόνο της παράδοσης στους μισθωτές του μισθίου, τούτο είχε πραγματικό ελάττωμα που εμπόδιζε εν όλω τη συμφωνημένη χρήση του, αφού δεν μπορούσαν να ασκήσουν σ'αυτό την επιχείρησή τους, λόγω μη νομότυπης διακοπής της επιχείρησης της συζύγου του εναγομένου... Οι ενάγοντες βέβαια γνώριζαν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως ότι προηγουμένως στο μίσθιο λειτουργούσε ομοειδής επιχείρηση της συζύγου του εναγομένου και δεν αναφέρεται μεν στο συμφωνητικό που συντάχτηκε ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε η σύζυγός του να προβεί στη διακοπή ασκήσεως του επαγγέλματός της στο μίσθιο χώρο, πλην όμως αυτό προκύπτει από την ερμηνεία της συμβάσεως...Το γεγονός άλλωστε αυτό και δη ότι κατά το χρόνο παράδοσης στους μισθωτές του μισθίου υπήρχε πραγματικό ελάττωμα που εμπόδιζε την συμφωνημένη χρήση που οφείλετο σε υπαιτιότητα του εναγομένου εκμισθωτή, ο οποίος και είχε υποσχεθεί ότι θα άρει αυτό, κρίθηκε αμετακλήτως με την υπ' αρίθμ. 510/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που έκρινε ομοίως, αφού η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση του νυν εναγομένου και τότε ενάγοντα σε συναφή μεταξύ τους δίκη απερρίφθη με την 1410/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Στην περίπτωση εκείνη ο εναγόμενος, με αγωγή του, που εστρέφετο κατά των νυν εναγόντων ζήτησαν της ίδιας, με την επίδικη, καταγγελία μισθώσεως, την απόδοση του άνω μισθίου, την καταβολή μισθωμάτων, αποζημίωση χρήσης και απόδοση του εξοπλισμού, η οποία απερρίφθη. Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν τον εβάρυνε υπαιτιότητα για την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, όπως και εκείνος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης των εναγόντων για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως και ειδικότερα για διαφυγόντα κέρδη από τη μη λειτουργία της επιχείρησής τους στο μίσθιο λόγω του ως άνω ελαττώματος, τα οποία καθόρισε συνολικά στο ποσόν των 24.840.000 δρχ., ή 12.420.000 δρχ.

για τον καθένα από τους ενάγοντες. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του Α.Κ. Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι σε άλλη δίκη επί αγωγής του αναιρεσίβλητου για την απόδοση του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως μετά από καταγγελία για μη καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων και για την καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, με την 510/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κρήτης, που έγινε αμετάκλητη, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος μισθωτής απαλλασσόταν από την υποχρέωσή του για την καταβολή μισθωμάτων λόγω αδυναμίας χρήσεως του μισθίου εξαιτίας του ως άνω ελαττώματός του ήτοι ότι αυτός είχε επιλέξει την αξίωση της μη καταβολής του μισθώματος εξαιτίας του ελαττώματος αυτού, κρίνει συνάμα βάσιμη την ένδικη αξίωση αποζημίωσης για τη μη εκτέλεση της μίσθωσης την άσκηση της οποίας η επιλογή της πρώτης αξίωσης απέκλειε.

Παράλληλα δε το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη χωρίς να αφαιρεθεί από τη ζημία του το ποσόν των μη καταβληθέντων μισθωμάτων, τα οποία διαφορετικά θα κατέβαλε, προκειμένου να επιτύχει τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη. Κατά συνέπεια το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ που του αποδίδεται με τον δεύτερο από τους πρόσθετους λόγους.

Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία. Κατόπιν αυτών και αφού παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθόσον αφορά τις μεταξύ των εδώ διαδίκων σχέσεις, να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση με άλλους δικαστές και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 410/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ