1968/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17614/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2018/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην της 1ης και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 20 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1968/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Επομένως, το Εφετείο, απόρριψαν την έφεση του αναιρεσείοντος, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ, 4 § 10 εδ.
Full text
Απόφαση 1968 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1968/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Φ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1 δημοσιογράφου του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA, 2) Χ2 δημοσιογράφου του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA Δορυφορική Τηλεόραση Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταύρο Καζαντζίδη και Γεώργιο Σπανό και 4) Χ3 νόμιμου εκπροσώπου και υπευθύνου της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ρήγα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17614/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2018/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην της 1ης και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 20 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από τις προσαγόμενες υπ' αρ. 8210β/1.12.2005 και 8330β/8.12.2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Αεράκη, αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού αυτοί δεν ενεφανίσθησαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εξεπροσωπήθησαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, ως εάν ήσαν και αυτοί παρόντες.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, δικάζον έφεση του αναιρεσείοντος, εδέχθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του τα ακόλουθα: "Με το 242/17-11-1994 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στέλλας Στοϊλοπούλου η ήδη αποβιώσασα Ζ1 υποσχέθηκε να πωλήσει στον εκκαλούντα, το περιγραφόμενο εκεί ακίνητο, που βρίσκεται .... .
Στη συνέχεια η ως άνω πωλήτρια άσκησε κατά της Ζ2 αγωγή, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς της στο άνω ακίνητο. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε ερήμην της εναγομένης εκδόθηκε η 14928/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που την έκανε δεκτή. Ακολούθως και σε εκτέλεση του προαναφερθέντος προσυμφώνου, με το 6486/1996 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάϊδως Σαρρή - Σταυρούση, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάσθηκε, λόγω πωλήσεως στον εκκαλούντα το ακίνητο αυτό.
Τα περιστατικά αυτά πληροφορήθηκε η Ζ3 θυγατέρα της πωλήτριας και μητέρα της πρώην μνηστής του εκκαλούντα, η οποία ισχυριζόμενη ότι συγκυρία του πωληθέντος ακινήτου είναι τόσο η ίδια όσο και οι θυγατέρες της και ότι ο εκκαλών έπεισε με συμβουλές και παραινέσεις τη μητέρα της να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες από τις οποίες αποκόμισε ο ίδιος περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της, υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και σε βάρος του εκκαλούντος την από 20-1-1999 έγκλησή της.
Με αφορμή την έγκληση αυτή, ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Συγκεκριμένα η κατηγορία συνίστατο στο ότι αυτός, εκμεταλλευόμενος αφενός μεν το προκεχωρημένο της ηλικίας και την εύθραυστη υγεία της Ζ1 αφετέρου δε την αγάπη που αυτή έτρεφε για την εγγονή της Ζ4 θυγατέρα της εγκαλούσας και πρώην μνηστή του εκκαλούντος, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε την εν λόγω ηλικιωμένη να εγείρει αναγνωριστική αγωγή με ψευδή ιστορική βάση και εν γνώσει της αναληθείας της, κατά της Ζ2 επί της οποίας αγωγής, εκδόθηκε η 14928/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, λόγω του εκ της ερημοδικίας της εναγομένης τεκμηρίου ομολογίας της ιστορικής βάσεως της αγωγής, την δέχθηκε και την αναγνώρισε κυρία του αναφερομένου σ' αυτή (αγωγή) ακινήτου, αξίας 40.000.000 δρχ., του οποίου συγκυρία ήταν η εγκαλούσα και οι θυγατέρες της, στην πράξη του δε αυτή προέβη για να αποκομίσει ισόποσο όφελος σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας και των θυγατέρων της, αφού η πενθερά της εγκαλούσας με το 242/1994 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στέλλας Στοϊλοπούλου είχε υποσχεθεί να του μεταβιβάσει το εν λόγο ακίνητο.
Για την αξιόποινη αυτή πράξη καταδικάσθηκε ο εκκαλών με την 1023/20.1.2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δύο (2) ετών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησε έφεση. Την επομένη και την μεθεπομένη 21.1.2000 και 22.1.2000 μεγάλη μερίδα του ημερησίου τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε στην καταδίκη του εκκαλούντος.
Κατά την περιγραφή της σχετικής είδησης αναφέρεται σε όλα τα δημοσιεύματα ότι "γείτονες και φίλοι της 80χρονης που κλήθηκαν στο δικαστήριο ως μάρτυρες κατέθεσαν ότι η γιαγιά έβλεπε ερωτικά τον αρραβωνιαστικό της εγγονής της..." (βλ. σχετικά δημοσιεύματα των εφημερίδων "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" της 21.1.2000 που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, "Αγγελιοφόρος" της 21.1.2000, που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, στον οποίο και κατονομάζεται ο εκκαλών, "Η Βραδυνή" της 22.1.2000, που εκδίδεται στην Αθήνα, "Αδέσμευτος" του Ρίζου και "Αδέσμευτος" του Μήτση της 22.1.2000, που εκδίδονται στην Αθήνα.
Την 22.1.2000 κατά το βραδινό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "ΑLΡΗΑ", ιδιοκτησίας της τρίτης εφεσίβλητης, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο τέταρτος εφεσίβλητος, όπως συνομολογείται, που παρουσίαζε ο δεύτερος εφεσίβλητος, δημοσιογράφος, αναφέρθηκε ως είδηση το περιστατικό της καταδίκης του εκκαλούντος και παρουσιάσθηκε σχετικό "ρεπορτάζ".
Κατά τη διάρκεια της εκπομπής αυτής παρενέβη τηλεφωνικά η θυγατέρα της ως άνω εγκαλούσας και πρώην μνηστή του εκκαλούντος Ζ4 η οποία επιβεβαίωσε την καταδίκη του εκκαλούντος για την προαναφερόμενη πράξη. Ερωτηθείσα η παρεμβαίνουσα περί της αληθείας ή όχι των αναφερομένων στα σχετικά δημοσιεύματα των εφημερίδων περί ερωτικού δεσμού της γιαγιάς της, η οποία ήδη είχε αποβιώσει από τις 30.11.1997, με τον εκκαλούντα, η πρώην μνηστή του τελευταίου υποστήριξε ότι δεν ήταν αληθείς οι φήμες αυτές.
Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκπομπής εμφανίζονταν στην οθόνη οι εικόνες μίας ηλικιωμένης γυναίκας και ενός νέου άνδρα, όχι βεβαίως του εκκαλούντος και της γιαγιάς της πρώην μνηστής του. Την επομένη στην εκπομπή ...., του ίδιου τηλεοπτικού σταθμού, με παρουσιαστή τον δημοσιογράφο .... κλήθηκαν και έλαβαν μέρος τόσο η κατά την ως άνω δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου συνήγορος του εκκαλούντος Ιωάννα Πάλλα, όσο και η πρώην μνηστή του.
Κατά την εκπομπή αυτή ο δημοσιογράφος ζήτησε από τη συνήγορο του εκκαλούντος τη θέση της για την υπόθεση λέγοντας της "Με εσάς θα ξεκινήσουμε κυρία Πάλλα. Κατ' αρχήν πως έχει ακριβώς η ιστορία, γιατί ομολογώ ότι είναι λίγο συγκεχυμένη η εικόνα που έχουμε". Η εν λόγω συνήγορος του εκκαλούντος αφού έλαβε το λόγο είπε: "Κοιτάξτε, επειδή ακούστηκαν περίεργα πράγματα περί ερωτικής σχέσεως πρέπει να αποκαταστήσουμε την αλήθεια.
Κατ' αρχήν πρόκειται για μια αγοραπωλησία καθ' όλα έγκυρη. Τηρήθηκαν όλοι οι νόμιμοι τύποι. Όταν οι κληρονόμοι της αποβιωσάσης δεν ενδιαφέρονταν για την ίδια, ο κύριος αυτός της είχε σταθεί, τόσο η οικογένειά του όσο και ο ίδιος. Η αγοραπωλησία, να τονίσω, έγινε εν έτει 1994, όταν η αξία του επιδίκου οικοπέδου ήταν πολύ μικρή.
Εν έτει 1999 οι αντίδικοι αποφάσισαν να διεκδικήσουν την περιουσία βλέποντας ότι υπήρχε μια σημαντική οικιστική ανάπτυξη στην περιοχή και μια άνοδος της αξίας του ακινήτου. Αυτό που ανέφερε σε ένα σημείο του πλάνου η αντίδικος, ότι προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη γιαγιά ο νεαρός, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα".
Σε ερώτηση του παρουσιαστή δημοσιογράφου για το αν οι ισχυρισμοί της αντίδικης πλευράς είναι ότι υπήρχε και ερωτική σχέση η συνήγορος του εκκαλούντος απάντησε: "Όχι, οι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς. Κάποιος μάρτυρας στο δικαστήριο άφησε να αιωρείται το θέμα ότι η γιαγιά μπορεί να τον έβλεπε ερωτικά". Στην ίδια εκπομπή ερωτήθηκε και η πρώην μνηστή του εκκαλούντος για το.
ίδιο θέμα, δηλαδή για το αν ισχυριζόταν η πλευρά της ότι υπήρχε ερωτική σχέση και απάντησε "Το έχω πει και χθες και θα το ξαναπώ. Εγώ δεν γνωρίζω κάτι τέτοιο. Απλώς κάποιος μάρτυρας που έβλεπε από κοντά τη γιαγιά μου και τον νέο αυτό πιστεύει ότι μέσω της οικογένειας του κυρίου Φ1 οι ίδιοι δηλαδή ήθελαν να πιστεύει ο κόσμος κάτι τέτοιο, ότι υπάρχει, δηλαδή αυτοί από μόνοι τους άφησαν αν εννοηθεί κάτι τέτοιο.
Η γιαγιά μου το μόνο που έχω μάθει τον συμπαθούσε πάρα πολύ. Και η συμπάθεια φυσικά δεν μπορεί να μεταφραστεί σε έρωτα. Μιλάμε ότι είναι μια γρια 80 χρονών". Τόσο στις εν λόγω τηλεοπτικές εκπομπές όσο και στα δελτία ειδήσεων των επομένων ημερών 23 και 24.1.2000 που αναφέρθηκε το ίδιο θέμα κανένας από του εμφανισθέντες δεν ισχυρίσθηκε ότι ο εκκαλών είχε ερωτική σχέση με την υπερήλικη γιαγιά της πρώην μνηστής του.
Οι ερωτήσεις από τους παρουσιαστές έγιναν με αφορμή τα δημοσιεύματα των εφημερίδων και προς διευκρίνιση των εκεί αναφερομένων, χωρίς οι παρουσιαστές να παίρνουν θέση υπέρ της αληθείας των δημοσιευμάτων. Για την πλήρη μάλιστα και σφαιρική ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού κλήθηκε και η συνήγορος του εκκαλούντος και εξέθεσε τις απόψεις της, δεν αμφισβητεί δε ο εκκαλών ότι η συνήγορός του υποστήριξε όσα ανωτέρω αναφέρονται.
Η ασκηθείσα κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έφεση δικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 7.6.2001. Το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο με την 1952/2001 απόφασή του κήρυξε αθώο τον εκκαλούντα της προαναφερομένης αξιόποινης πράξης, με την αιτιολογία ότι οι προβληθέντες από την αποβιώσασα γιαγιά της πρώην μνηστής του αγωγικοί ισχυρισμοί δεν υποστηρίχθηκαν με αποδεικτικά μέσα, αλλά το πολιτικό δικαστήριο, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης δέχθηκε ως ομολογημένη την αγωγή και συνεπώς εφόσον δεν προσκομίσθηκαν ψευδή αποδεικτικά μέσα δεν τελέσθηκε απάτη στο δικαστήριο και συνακόλουθα ούτε και ηθική αυτουργία σ' αυτήν.
Εν όψει της δευτεροβάθμιας αυτής δίκης το θέμα απασχόλησε εκ νέου τον προαναφερόμενο τηλεοπτικό σταθμό σε δύο εκπομπές του που πραγματοποίησε η πρώτη εφεσίβλητη, δημοσιογράφος, την πρώτη με τίτλο ".... " στις 23.1.2001 με αφορμή την αναβολή της εκδίκασης της έφεσης του εκκαλούντος και την δεύτερη με τίτλο ".... " στις 22.5.2001 ενόψει της δίκης στο Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 7.6.2001.
Εκεί εμφανίσθηκε ο τότε δικηγόρος της εγκαλούσας και κάποιος ανώνυμος ιδιωτικός αστυνομικός. Ο δικηγόρος υποστήριξε την άποψη της εγκαλούσας, ότι δηλαδή κατά τρόπο, αξιόποινο ο εκκαλών έπεισε την γιαγιά της πρώην μνηστής του να του μεταβιβάσει το ακίνητο, τόνισε τις κατά την κρίση του, αδυναμίες του δικονομικού μας συστήματος, το οποίο, όπως ισχυρίσθηκε επιτρέπει σε κάποιον με μια εικονική δίκη εναντίον ανυπάρκτου προσώπου (η πλευρά της εγκαλούσας υποστηρίζει την άποψη ότι η Ζ2 κατά της οποίας έστρεψε την αγωγή της η γιαγιά είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, που δεν έχει κάποια σχέση με το ακίνητο) να ιδιοποιηθεί ξένα ακίνητα.
Επίσης ο εν λόγω δικηγόρος υποστήριξε ότι η αναβολή της συζητήσεως ήταν ενδεχόμενο να οδηγήσει σε παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως του εκκαλούντος. Ο ιδιωτικός αστυνομικός υποστήριξε ότι έχει στοιχεία σε βάρος του εκκαλούντος τα οποία θα εμφανίσει όταν χρειαστεί. Κανένας από αυτούς που συμμετείχαν στις εκπομπές αυτές δεν υποστήριξε την άποψη, ότι ο εκκαλών είχε ερωτικές σχέσεις με την αποβιώσασα γιαγιά της πρώην μνηστής του.
Βεβαίως ο εκκαλών υποστηρίζει ότι ο ιδιωτικός αστυνομικός ανέφερε πως έχει φωτογραφικό υλικό που εμφανίζει τον εκκαλούντα με την γιαγιά σε ερωτικές περιπτύξεις σε ερημικό τοπίο. Δεν αποδεικνύεται όμως από κάποιο· αποδεικτικό στοιχείο η βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού. Ο πρώτος μάρτυρας, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος (Μ1) όπως ο ίδιος επιβεβαιώνει, δεν παρακολούθησε κάποια από τις δύο αυτές εκπομπές και συνεπώς δεν έχει προσωπική αντίληψη περί αυτών που ειπώθηκαν στις εν λόγω εκπομπές.
Ο δεύτερος μάρτυρας, που είναι ο πατέρας του εκκαλούντος, καταθέτει ότι παρακολούθησε τη μία από τις εκπομπές αυτές, αλλά εν όψει των πολλών αντιφάσεων της καταθέσεώς του στην οποία εκφράζονται αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις περί του ποιά εκπομπή και πότε παρακολούθησε και ποιός ήταν ο παρουσιαστής της, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να εμφανίσει ως παρουσιαστή κάποιας εκπομπής που παρακολούθησε δημοσιογράφο άλλο από τους εφεσίβλητους, που ούτε ο ίδιος ο εκκαλών υποστηρίζει ότι ασχολήθηκε με το επίμαχο θέμα, δεν κρίνεται αυτή πειστική.
Αντίθετα η μάρτυρας Μ2, που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εφεσίβλητων καταθέτει με πειστικότητα ότι παρακολούθησε τις εκπομπές τόσο της πρώτης εφεσίβλητης όσο και του δεύτερου εξ αυτών, μάλιστα στην εκπομπή του Μαΐου 2001 συμμετείχε και η ίδια από το στούντιο του τηλεοπτικού σταθμού στη Θεσσαλονίκη, όπου παρευρισκόταν και ο τότε δικηγόρος της εγκαλούσας και με βεβαιότητα καταθέτει ότι από κανέναν δεν αφέθηκε αιχμή περί ερωτικών σχέσεων του εγκαλούντος με την γιαγιά της πρώην μνηστής του.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη στάση του δικηγόρου της εγκαλούσας, στον οποίο ο εκκαλών αποδίδει ότι και αυτός ανέφερε τα περί ερωτικού δεσμού, η μάρτυρας καταθέτει ότι ήταν πολύ προσεκτικός στις εκφράσεις του και δεν ανέφερε όσα του αποδίδει ο εκκαλών. Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά δεν αποδόθηκαν από κάποιον από τους συμμετέχοντες στις επίμαχες τηλεοπτικές εκπομπές στον εκκαλούντα μειωτικοί χαρακτηρισμοί ούτε αναφέρθηκαν ψευδή περιστατικά που θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, παρά μόνο παρουσιάσθηκε ως είδηση το γεγονός της καταδίκης του από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όπως αυτή προέκυπτε από τα δημοσιεύματα μεγάλης μερίδας του ημερησίου τύπου και διερευνήθηκε η αλήθεια της ειδήσεως.
Κατά τη διαδικασία αυτή, ζητήθηκε από τους συνεργάτες του τηλεοπτικού σταθμού της τρίτης εφεσίβλητης και η άποψη του εκκαλούντος, η οποία και ακούστηκε δια στόματος της συνηγόρου του στην πρωτόδικη δίκη, η οποία μάλιστα επιβεβαίωσε ότι δεν υποστήριξε η πλευρά της πρώην μνηστής του ότι αυτός είχε ερωτικό δεσμό με τη γιαγιά της.
Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Επομένως, το Εφετείο, απόρριψαν την έφεση του αναιρεσείοντος, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ, 4 § 10 εδ.
β' του ν. 2328/1995, μόνο του ν. 1178/1981, 10 § 2, 8 και 6 §§ 1, 2, 3 της ΕΣΔΑ, 14, 19 § 3, 7 και 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, κυρωθέντος διά του ν. 2462/1997, 2 του ν. 2472/1997 και 8 του Συντάγματος και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνουσα την επιβαλλομένη υπό των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 305 αρ. 4 και 340 εδ.
β' του ΚΠολΔ αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του Δικαστηρίου. Ομοίως, ορθώς επέβαλε το Δικαστήριο στον ηττηθέντα αναιρεσείοντα και τα εκ 2950 ευρώ δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που τα καθόρισε επί τη βάσει του αντικειμένου της δίκης, ανερχομένου στο ποσό των 100000000 δραχμών, μη επιτρεπομένου του συμψηφισμού αυτών ένεκα αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, ως αντικατεστάθη διά του άρθρου 2 § 2 του ν. 2915/2001.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτος κατά το τρίτο μέρος του και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή των περί βάρους αποδείξεως κανόνων, συνισταμένη στην παράλειψη του να εξετάσει γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν προσήγαγαν τις κασέτες των επίμαχων εκπομπών. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, διότι το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δεν ανάγεται σε κατανομή του βάρους αποδείξεως, όπως απαιτείται για την ίδρυση του λόγου τούτου, οι σχετικές δε κρίσεις του αφορούν τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πράγματα.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι συντρέχει ο ανωτέρω λόγος, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογίες των αναιρεσιβλήτων. Ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, καθ' ο μέρος στηρίζεται στην ειρημένη διάταξη, αλλά και ως ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, διότι οι ομολογίες αυτές ελήφθησαν υπόψη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, τα αποδεικτικά μέσα, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων επικαλείται παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του ουσιώδη "πράγματα". Ως τέτοια χαρακτηρίζει την επιχειρηματολογία του. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.
Εν προκειμένω, διά του τετάρτου κατά το δεύτερο μέρος του λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο κατάληψη αδίκαστης αιτήσεώς του, συνεπεία μη λήψεως υπόψη της επιχειρηματολογίας του. Επομένως, ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.10.2005 αίτηση του Φ1 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 2018/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εξ ευρώ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) για την τρίτη και εξακοσίων πενήντα (650) για τον τέταρτο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ