Legislator Case Law & Legislation
1967/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to prove prior procedural submission of arguments.

Case Number 1967/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred by considering previously inadmissible claims, but failed to demonstrate these arguments were validly raised in the first instance. The court ruled that without proof of prior procedural submission, the appeal lacks the necessary foundation for admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 and 14 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on inadmissibility or nullity is inadmissible if the appellant fails to prove the contested arguments were validly raised and accepted in the first instance proceedings.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal procedural nullity Code of Civil Procedure prior procedural submission inadmissible arguments property ownership dispute legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 562, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 496 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Olap 43/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1967 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1967/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. Ξ., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βάγια Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25-09-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 156/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 10-10-2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στις περιγραφόμενες στην αγωγή δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος τις κατακρατεί παράνομα, να της αποδώσει αυτές καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 49/2020 οριστική απόφασή του, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εναγομένου, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 962, 1096, 1098 ΑΚ και έκανε αυτή δεκτή ως ουσία βάσιμη μόνο ως προς το αίτημά της απόδοσης ωφελημάτων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν:

α) η από 12-10-2020 έφεση της ενάγουσας, και β) η από 26-7-2021 έφεση του εναγομένου. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Με αυτήν, η συζήτηση της έφεσης του εναγομένου κηρύχθηκε ματαιωμένη, ενώ η έφεση της ενάγουσας (αφού συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων), έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και ως προς το διεκδικητικό της κυριότητας αίτημά της, αναγνωρίσθηκε η ενάγουσα κυρία των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδώσει αυτές στην ενάγουσα.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ο ενάγων κύριος με το αίτημα απόδοσης του πράγματος αξιώνει την αναμεταβίβαση της νομής ή της κατοχής σε αυτόν και την άρση της κατακράτησης και αφαίρεσης του πράγματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετουμένου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2017), κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 384/2019, ΑΠ 927/2018, ΑΠ 983/2017).

Στην προκείμενη, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 10-10-2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα των περιγραφομένων στην αγωγή δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και κλειστής θέσης στάθμευσης) σε πολυκατοικία στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, μετά τη λύση του γάμου τους την 31-03-2014, παρακρατεί παράνομα τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες(διαμένει στο διαμέρισμα και χρησιμοποιεί τη θέση στάθμευσης), αμφισβητώντας την κυριότητά της επ' αυτών και παρά τις οχλήσεις της δεν τις αποδίδει σε αυτήν, ενώ ως κακόπιστος νομέας έχει αποκομίσει όφελος αντιστοιχούν στο ποσό που θα δαπανούσε κάθε μήνα ως μίσθωμα για να κάνει χρήση του διαμερίσματος με τη θέση στάθμευσης.

Στη συνέχεια η ενάγουσα ζήτησε (όπως επί λέξει αναγράφεται στο αιτητικό της αγωγής): ".... Nα αναγνωριστεί η κυριότητά μου επί των κατωτέρω αυτοτελών και διακεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών με στοιχεία.....και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, καθώς και κάθε τρίτος που πιθανόν έλκει έννομο συμφέρον από αυτόν, να μου αποδώσει τη νομή τους....".

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τις αποδώσει στην ενάγουσα, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον των αιτηθέντων, αφού πρόκειται για διεκδικητική κυριότητας αγωγή και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή.

Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή.

Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8 όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, με το δεύτερο, επικουρικά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, διότι άλλως (όπως επί λέξει αναγράφεται στο αναιρετήριο): "....αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, λάμβανε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που συγκροτούσαν την ένστασή μου, θα απέρριπτε το αίτημα της αποδόσεως των επιδίκων, ως αόριστο και απαράδεκτο, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.α ΚΠολΔ.".

Ο λόγος όμως αυτός (άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ) είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν και μάλιστα παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού, πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις, εμπρόθεσμες, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-09-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ