Legislator Case Law & Legislation
1967/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of a claim for revocation of gratuitous transfers due to insufficient assets.

Case Number 1967/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing a claim to revoke gratuitous transfers. The appellant argued the lower court erred by finding no intent to harm creditors, citing contradictory reasoning and ignoring the debtor's insolvency. The Court held the lower court's decision lacked legal basis due to these internal contradictions and violated substantive law regarding creditor rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942 of the Civil Code; The lower court's decision is void if its reasoning is contradictory and fails to establish the necessary intent to harm creditors, thereby violating substantive law.

Keywords

AI generated
revocation of gratuitous transfers insufficient assets intent to harm creditors contradictory reasoning substantive law violation appeal admissibility creditor rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(3), 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 939 of the Civil Code
Article 941(1) of the Civil Code
Article 942 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1967 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1967/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υ. Μ. του Χ., ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας του υιού της Κ. Ν. Α. του Γ. και για λογαριασμό αυτού, κατοίκων Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Η. του Η., κατοίκου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, 2) Ε. Η. του Δ., 3) Χ. Η. του Δ., κατοίκων Νησελίου Ημαθίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Ντοβόλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2365/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1211/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-11-2020 αίτηση αναίρεσης (αριθ. εκθ. κατάθ. 313/2020, αριθ. δικ 483/2021), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2365/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της με αριθ.καταθ.12/2019 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους κατά της 38/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την με αριθ.καταθ.58/2016 αγωγή τους περί διαρρήξεως χαριστικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επόμενων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 941 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κατά δε το επόμενο άρθρο 942, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να εγνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπομένη, μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.

Έτσι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί, μόνον αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως, συνέπεια της πράξης του, είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται (Ολ.Α.Π. 15/2012).

Υπόκειται δε σε διάρρηξη η απαλλοτρίωση, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) κατά το χρόνο της πραγματοποίησή της, γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση (ΑΠ 1211/2020, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1800/2008, ΑΠ 891/2008, ΑΠ1798/2007, 941/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε (ΑΠ 485/2019).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Α. του Ν., συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, ο οποίος απεβίωσε την 27/02/2013 χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μόνους πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς του την 1η ενάγουσα σύζυγό του, τον 2ο ενάγοντα υιό του και τη μη διάδικο, θυγατέρα του, Ε.

Α.. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων διατηρούσε χρηματική απαίτηση από ποινική ρήτρα η οποία είχε συνομολογηθεί μεταξύ εκείνου και του 1ου εναγομένου, στα πλαίσια καταρτισθείσας εργολαβικής σύμβασης με το από 09/04/1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, σε περίπτωση μη προσήκουσας και μη έγκαιρης αποπεράτωσης οικίας σε οικόπεδο του ενάγοντος στο Αγγελοχώρι Θεσσαλονίκης εκ μέρους του εναγομένου και είχε καταπέσει εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης του έργου από τον εναγόμενο και της εγκατάλειψης αυτού ημιτελούς την 23/06/1997.

Επί της υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης 28.499/1997 αγωγής του Γ. Α. του Ν. κατά του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ύστερα από συζήτηση αυτής κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμό 16.517/2002 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε την 11/06/2002, επιδικάσθηκε υπέρ του εκεί ενάγοντος το ποσό των 20.542,92 ευρώ (7.000.000 δρχ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ήμισυ του ως άνω ποσού, επειδή κρίθηκε ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα επέφερε σημαντική ζημία στον ενάγοντα.

Επίσης ο εναγόμενος της ανωτέρω αγωγής καταδικάσθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εκεί ενάγοντος, ποσού 880,00 ευρώ. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του, (2013), ουδεμία ενέργεια εκ μέρους του εκεί ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των εναγόντων, έλαβε χώρα για την επιδίωξη και είσπραξη της επιδικασθείσας απαίτησής του.

Ειδικότερα, επίδοση αντιγράφου της απόφασης ουδέποτε έλαβε χώρα από οποιονδήποτε των διαδίκων προς τον άλλον και η απόφαση κατέστη τελεσίδικη την 12/06/2005, δηλαδή με την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της σύμφωνα με το άρθρο 518 § 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο ανωτέρω χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας, σε συνδυασμό προς το γεγονός ότι ουδείς εκ των διαδίκων άσκησε εναντίον της ένδικο μέσο.

Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Ο εκεί ενάγων, δικαιοπάροχος των εναγόντων, ουδέποτε από τη δημοσίευση της ανωτέρω προσωρινά εκτελεστής απόφασης όχλησε τον εναγόμενο για την πληρωμή του επιδικασθέντος ποσού, ούτε επιδίωξε την εκτέλεση της απόφασης, ούτε καν για το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό της απαίτησής του.

Μετά το θάνατο του εκεί ενάγοντος, στις 27/02/2013, δικαιούχοι της επιδικασθείσας απαίτησης και των επιδικασθέντων τόκων και δικαστικών εξόδων κατέστησαν κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, που ανέρχεται σε ποσοστό 2/8 για την ενάγουσα και σε ποσοστό 3/8 για καθένα από τα δύο τέκνα (ΑΚ 1885, 1813, 1820), τα ανωτέρω πρόσωπα, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος συγγενούς του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι την 01/08/2014 ο πρώτος εναγόμενος με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αλεξάνδρειας Δ. Κ.. το οποίο μεταγράφηκε την 19/08/2014 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξάνδρειας μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη δεύτερη εναγόμενη εγγονή του ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 61,73 τ.μ., που βρίσκεται σε οικοδομή επί της οδού Κομνηνών 45 στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, με ποσοστό 2,721 τοις χιλίοις εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους κοινόκτητους χώρους της οικοδομής.

Η αξία του καταστήματος ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάρτισης της δωρεάς και ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 37.038,00 ευρώ. Το κατάστημα είχε περιέλθει στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου εξ αγοράς από τρίτο πρόσωπο δυνάμει του υπ' αριθμό ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξάνδρειας, το οποίο συντάχθηκε εις εκτέλεση του υπ' αρ. ...

προσυμφώνου του ως άνω συμβολαιογράφου. Επιπλέον, την 5-1-2015 ο πρώτος εναγόμενος με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε την 08/01/2015 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξάνδρειας, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον δεύτερο εναγόμενο εγγονό του, που κατά την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης αντιπροσωπευόταν νόμιμα λόγω της ανηλικότητάς του (γεννήθηκε το έτος 2000) από τους γονείς του, Δ.

Η. και Ε. Φ., ένα οικόπεδο επιφάνειας 983,72 τ.μ. που βρίσκεται στο 24ο οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Νησελίου Ημαθίας, το οποίο αποτελείται από ένα διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό ... οικοπέδου, επιφάνειας 541,1.1 τ.μ., και από ένα διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό ... οικοπέδου, επιφάνειας 442,61 τ.μ., ...........Επί του παραπάνω οικοπέδου υφίστανται ισόγεια οικία εμβαδού 180.95 τ.μ., μία ισόγεια, κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου εμβαδού 16,50 τ.μ.

και μία αποθήκη εμβαδού 10,04 τ.μ, ενώ η αξία του οικοπέδου με τα κτίσματα, ανέρχονταν κατά το χρόνο της δωρεάς και ήδη κατά το χρόνο της αγωγής στο ποσό των 82.254,00 ευρώ. Το προπεριγραφέν οικόπεδο είχε περιέλθει στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας. Οι διάδικοι ερίζουν ως προς το δόλο και την καταδολιευτική πρόθεση του 1ου ενάγοντος.

Γεγονός είναι, ότι ο πρώτος εναγόμενος στερείται άλλων εμφανών αξιόχρεων περιουσιακών στοιχείων, επαρκών για την ικανοποίηση της εις βάρος του απαίτησης των εναγόντων. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε καταδολιευτική πρόθεσή του, οι δε μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα, όχι με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων, αλλά από αισθήματα αγάπης προς τους εγγονούς του και προς το σκοπό της οικονομικής τους αυτοτέλειας με την απόκτηση του αντίστοιχου ακινήτου.

Η δε δωρεά του οικοπέδου προς τον τρίτο εναγόμενο αποσκοπούσε στην τυπική τακτοποίηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εν λόγω ακινήτου, καθόσον στην επ' αυτού οικία διαμένει ο τρίτος εναγόμενος με τους γονείς του. Η κρίση αυτή ενισχύεται καθοριστικά από το γεγονός ότι, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε όχλησε τον πρώτο εναγόμενο για την εκπλήρωση της επιδικασθείσας οφειλής και ουδέποτε την επιδίωξε από του έτους 2002 μέχρι και το θάνατό του το έτος 2013, δηλαδή επί έντεκα συναπτά έτη, ούτε καν για το προσωρινώς εκτελεστό της μέρος, καθώς και ότι, ουδέποτε επιδίωξε την αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, παρόλο που μπορούσε να το πράξει ήδη από τη δημοσίευσή της, τουλάχιστον κατά το μέρος κατά το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή.

Η στάση αυτή και η μακρόχρονη {μέχρι το χρόνο του θανάτου του) αδράνεια και αποχή του εκεί ενάγοντος, δικαιούχου της απαίτησης, δικαιοπαρόχου των εναγόντων, από κάθε διεκδίκηση αυτής και από κάθε περαιτέρω ενέργεια, ουσιαστική και δικονομική, εύλογα οδήγησε τον 1° εναγόμενο στην πεποίθηση, ότι ο δανειστής του δεν προτίθεται να ασκήσει την είσπραξή της και ότι με την πάροδο των ετών (μέχρι το χρόνο των μεταβιβάσεων, 2014 και 2015) δεν υφίσταται πλέον οφειλή απέναντι του.

Σημειώνεται ότι, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδόλως μερίμνησε ώστε η ως άνω απόφαση να καταστεί τελεσίδικη επιδίδοντας αντίγραφό της στον πρώτο εναγόμενο, αλλά τελεσιδικία της επήλθε μόνον ως αποτέλεσμα της παρέλευσης της καταχρηστικής τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση, που προέβλεπε ο νόμος και της παράλειψης των διαδίκων να ασκήσουν ένδικα μέσα κατ' αυτής.

Η ως άνω συμπεριφορά των εκεί διαδίκων και η χρονική διάρκεια αυτής, (2002-2013) οδηγεί το δικαστήριο στη δικανική κρίση ότι, ο 1ος εναγόμενος κατά το χρόνο των επιδίκων χαριστικών μεταβιβάσεων είχε προδήλως αποσυνδέσει από τη διάνοιά του τις επίδικες μεταβιβάσεις από την προϋφιστάμενη οφειλή του προς το δικαιοπάροχο των εναγόντων, τότε δανειστή του.

Η πρώτη ενέργεια επιδίωξης της είσπραξης της απαίτησης έλαβε χώρα εκ μέρους των εναγόντων, εκ των οποίων ο δεύτερος αντιπροσωπευόταν νομίμως από την πρώτη ενάγουσα, ως δικαστική του συμπαραστάτρια, δύο και πλέον έτη μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους και δη στις 18/06/2015, δηλαδή σε χρόνο μετά τις μεταβιβάσεις των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων από τον πρώτο εναγόμενο, όταν το πρώτον επέδωσαν προς αυτόν πρώτο απόγραφο της υπ' αριθμό 16.517/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με επιταγή προς εκτέλεση και ακολούθως την από ...

εξώδικη διαμαρτυρία δήλωση (βλ. προσκομιζόμενη με τις υπ'αρ. 10556 και 10555/23-9-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Χ. Ζ.). Το γεγονός ότι, μετά την κατάρτιση του υπ'αρ. ... προσυμφώνου πωλήσεως του ως άνω συμβολαιογράφου, για την αγορά του ανωτέρω καταστήματος, με ρήτρα αυτοσύμβασης μετά την εξόφληση του τιμήματος για τον 1° εναγόμενο αγοραστή, δεν καταρτίστηκε οριστικό συμβόλαιο, παρά μόνο το έτος 2014, όταν αποφάσισε να το μεταβιβάσει στην εγγονή του, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση, ούτε καταδεικνύει καταδολιευτική πρόθεση του 1ου εναγομένου.

Κατόπιν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον ελλείπει η αναγκαία προϋπόθεση του σκοπού βλάβης των εναγόντων εκ μέρους του πρώτου εναγομένου για το χαρακτηρισμό των επίδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν τη διάρρηξή τους, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών των εναγόντων εκκαλούντων και των σχετικών λόγων της έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία, λόγω μη συνδρομής της αναγκαίας εκ του άρθρου 939 Α.Κ. προϋπόθεσης σκοπού βλάβης της ενάγουσας αναιρεσείουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου για το χαρακτηρισμό των επίδικων απαλλοτριωτικών, εκ χαριστικής αιτίας, δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και θεμελίωσης του δικαιώματος της ενάγουσας για διάρρηξή τους.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθ'όσον δεν διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο, διότι δεν εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το ζήτημα του σκοπού βλάβης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου με την κατάρτιση των επιδίκων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, που συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό τους ως καταδολιευτικών και τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων αναιρεσειόντων για διάρρηξή τους, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καταστήσει ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι ο πρώτος των εναγομένων γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης των αναιρεσειόντων κατ' αυτού ως και ότι ο ίδιος με τις επίδικες δικαιοπραξίες μεταβίβαζε, στους αναιρεσίβλητους εγγονούς του, λόγω δωρεάς, τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία, αλλά ότι δεν αποδείχθηκε σκοπός βλάβης των αναιρεσειόντων εκ μέρους του, και ότι σε αυτές τις μεταβιβάσεις προέβη μόνο από αισθήματα αγάπης και προς σκοπό οικονομικής αυτοτέλειας των αναιρεσιβλήτων εγγονών του, διαλαμβάνει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία δεν καταδεικνύεται με σαφήνεια η έλλειψη του σκοπού βλάβης του μεταβιβάσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου για τη στήριξη του ανωτέρω αρνητικού αποδεικτικού πορίσματος.

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί το Εφετείο για την ενίσχυση των ως άνω ανεπαρκών παραδοχών του, ότι οι επίδικες απαλλοτριώσεις έλαβαν χώρα από τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο από αισθήματα αγάπης και για την οικονομική αυτοτέλεια των εγγονών του, και τα οποία επιδέχονται και αντίστροφη ανάγνωση, όχι μόνο δεν αίρουν τη διαπιστούμενη ασάφεια και ανεπάρκεια των αιτιολογιών, αλλά την επιτείνουν.

Και τούτο καθόσον η ύπαρξη παράλληλου σκοπού του μεταβιβάσαντος κατά την κατάρτιση χαριστικών απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, όπως όταν αυτές καταρτίζονται για εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του παππού προς τον εγγονό, όπως οι επίδικες, δεν δικαιολογεί ούτε τη βλάβη του δανειστή του μεταβιβάσαντος, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης ηθικής του υποχρέωσης έναντι της νομικής και δεν αναιρεί την καταδολιευτική του πρόθεση.

Τέλος, το εφετείο δεχόμενο ότι δεν υπήρχε σκοπός βλάβης των αναιρεσειόντων εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθόσον ο τελευταίος είχε πλήρως αποσυνδέσει, στη διάνοιά του, τις επίδικες μεταβιβάσεις των ακινήτων από την προϋφιστάμενη οφειλή του προς το δικαιοπάροχο των αντιδίκου του, λόγω του ότι ο τελευταίος, παρότι είχε αποκτήσει κατ' αυτού εκτελεστό τίτλο για την απαίτησή του ήδη από έτος 2002 επί 11 έτη και μέχρι το θάνατό του (το έτος 2013), ουδέποτε επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση επί των επιδίκων ακινήτων του και ταυτόχρονα δεχόμενο ότι τα ακίνητα αυτά κατέστησαν εμφανή περιουσιακά στοιχεία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα το έτος 2014 το πρώτο και το έτος 2015 το δεύτερο, λίγο πριν αυτός τα μεταβιβάσει προς τους εγγονούς του με τις επίδικες συμβάσεις δωρεάς, περιέλαβε για το κρίσιμο αυτό ζήτημα αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αυτές συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα.

Εν κατακλείδι, το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές για τη στήριξη του ανωτέρω αρνητικού αποδεικτικού πορίσματος περί έλλειψης της αναγκαίας προϋπόθεσης του σκοπού βλάβης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.

Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.2365/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ