Supreme Court annuls theft conviction due to lack of specific and detailed reasoning under Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third-instance Court of Athens' conviction for theft, remanding the case for retrial. The defendant argued the lower court failed to provide specific and detailed reasoning required by the Constitution and Criminal Procedure Code. The court agreed, noting the judgment lacked clarity on how the defendant's intent to appropriate funds was proven and contained a logical contradiction regarding the timeline of the crime. Consequently, the appeal was accepted, and the case was sent back to the original court for a new trial before different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510 of the Criminal Procedure Code; The court must provide specific and detailed reasoning in criminal judgments to allow for effective appellate review, and a judgment containing logical contradictions or failing to establish the subjective elements of the crime is voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1967 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1967/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ.-Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράπτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΖΤ2341/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλεξανδρή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 10489/4-10-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει υπό όρο η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας και επικουρικά να γίνει δεκτός ο υπό στοιχ.
ΙΙ λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολό της και να απορριφθεί ο υπό στοιχ. Ι λόγος, καθώς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 3.10.2019 (με αρ. πρωτ. 10489/4.10.2019) δήλωση της κατηγορουμένης Μ. - Ε. Μ. , Β., η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 4.10.2019, για αναίρεση της υπ' αριθμ, ΖΤ 2341/2019 απόφασης, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, ανασταλείσα, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, περιέχουσα ως λόγους την έλλειψη, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., καθώς και την εσφαλμένη ερμηνεία και, εφαρμογή του γόμου (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3, 474 και 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.( Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" και σύμφωνα με τον Νέο Π.Κ. που κυρώθηκε με τον ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) και ισχύει από 1.7.2019 (βλ.
άρθρο δεύτερο του νόμου) με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Τούτο τελείται από τότε που ο δράστης, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο το ξένο κινητό πράγμα, εκδηλώσει πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης διά της ενσωματώσεως αυτού του πράγματος στην ατομική του περιουσία (βλ. για τους όρους και τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος του άρθρου 375 Π.Κ.
Α. Π. 1031/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ. Π.Α., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν χρήζει, κατ' αρχήν, ιδιαιτέρας αιτιολογίας, αφού ό δόλος ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός εάν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.
Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά πού δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση στην ίδια την αιτιολογία, ώστε να, μην είναι εφικτός, από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 375 παρ.1 εδ.α' του Π.Κ. στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του ως άνω περιεχομένου της, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, ήτοι το κινητό πράγμα που είναι ξένο, δηλαδή βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, εξουσιάζεται από αυτόν κατά τη βούληση του ,και ιδιοποιείται παράνομα υφισταμένης κάποιας ενέργειας ή παράλειψης αυτού με την οποία εξωτερικεύεται η πρόθεσή του να ενσωματώσει το ξένο πράγμα στην περιουσία του χωρίς αυτός να κέκτηται κάποιο δικαίωμα με τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή που αναγνωρίζεται από το νόμο ή κάποια δικαιοπραξία.
• Στην προκείμενή περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της υπεξαίρεσης. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως κατά λέξη αναφέρει: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατ/νη, στην ....
στις 14.12.11, παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της και ειδικότερα, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου και έχοντας αναλάβει την είσπραξη των ασφαλίστρων που ανήκαν στην ασφαλιστική εταιρεία "...", που εκπροσωπείται νομίμως, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 13.889,66 ευρώ, το οποίο αποτελούσε ασφάλιστρα πού εισέπραξε από πελάτες της εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Ιούλιο 2004 μέχρι και 31.5.2012 και το οποίο παρακράτησε και δεν απέδωσε στην εγκαλούμενη εταιρεία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες της, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως.
Ο ισχυρισμός της ότι άλλος ασφαλιστής γνώριζε τον κωδικό της, έκανε συμβόλαια για να επωφεληθεί, κρίνεται παντελώς αβάσιμος και απορριπτέος. Ουδέποτε κατέθεσε μήνυση κατ' αγνώστων, ουδέποτε ακύρωσε τον κωδικό της στη διάρκεια της διετίας παρά το γεγονός ότι δεν το χρησιμοποιούσε, όπως ισχυρίζεται, ενώ όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας κατηγορίας ενημερωνόταν όλα αυτά τα χρόνια για την κίνηση των συμβολαίων δι' αλληλογραφίας (με κούριερ), χωρίς ποτέ να προβάλει αντιρρήσεις.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχη, όπως κατηγορείται." Μετά από αυτές τις παραδοχές της απόφασης, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα του ότι: "Στην Αθήνα στις 14.12.11 παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο και ειδικότερα τυγχάνουσα σύμβουλος ασφαλίσεων και έχοντας αναλάβει την είσπραξη των ασφαλίστρων που ανήκαν στην ασφαλιστική εταιρεία "...", που εκπροσωπείται νομίμως, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 13.889,66 ευρώ, το οποίο αποτελούσε ασφάλιστρα που εισέπραξε από πελάτες της εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Ιούλιο 2004 μέχρι και 31.5.2012 και το ποσό παρακράτησε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες της εγκαλούσας εταιρείας δεν απέδωσε σε αυτήν, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που ,όμως, στην προκείμενη περίπτωση επαναλαμβάνονται, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και επιπρόσθετα στέρησε την απόφαση της νόμιμης βάσης αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ποινικής διάταξης δεν είναι εφικτός.
Ειδικότερα, μολονότι στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται η σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου που διατηρούσε η κατηγορουμένη με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Ιούλιο του 2004 έως και 31-5-2012 κατά το οποίο έπρεπε η κατηγορουμένη να αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία και αντισυμβαλλομένη της τα ασφάλιστρα που εισέπραττε από τους πελάτες της και για λογαριασμό της, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι ειδικότεροι όροι της συμφωνίας τους, ήτοι, πότε έπρεπε να αποδίδει κάθε φορά τα ασφάλιστρα σε σχέ;ση με το γεγονός της προηγούμενης είσπραξής τους και επιπλέον αυτή (κατηγορουμένη) πότε και με ποιο τρόπο εκδήλωσε τη βούλησή της να ενσωματώσει τα χρήματα στην ατομική της περιουσία.
Επιπλέον, η αναφορά "επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες" της εγκαλούσας εταιρείας είναι γενική και αόριστη που χρήζει εξειδίκευσης στην περίπτωση που οι οχλήσεις επιδρούν στην προαναφερόμενη εκδήλωση της παράνομης ιδιοποίησης. Η έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση εκδηλώνεται και στην αντιφατική παραδοχή αυτής ότι η κατηγορουμένη την 14.12.2011 υπεξαίρεσε ασφάλιστρα που είχε εισπράξει το έτος 2012 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της τέλεσης της πράξης, γεγονός που αντιβαίνει στη λογική με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο όσον αφορά την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διάταξης.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι της υπό κρίση δήλωσης αναίρεσης και πρέπει, να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολο της ενώ παρέλκει η έρευνα των αναιρετικών λόγων που αφορούν στην απόρριψη του αιτήματός της για αναβολή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΖΤ 2341/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. -
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ