Legislator Case Law & Legislation
1967/2018 AI generated

1967/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1967/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1967/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για την καταβολή των αποδοχών.

Keywords

AI generated
unemployment benefits of directors undeclared gainful employment unemployment benefits overpayment striking off the register occupational disability benefits cessation of gainful employment
AI generated
34/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
799/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
1438/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
115/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2220/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1967 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1967/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Φ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1279/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3046/19-3-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 438/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 28 Ν. 3996/2011 κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε οπό τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του ΑΝ 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας η διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.

Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για την καταβολή των αποδοχών.

Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε. ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 1279/2017 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 21 μηνών, με τριετή αναστολή. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ….

επιχείρησης παροχής υπηρεσιών καθαριότητας με την επωνυμία "...", και δη ως Πρόεδρος του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλός της, ενώ απασχόλησε στην …. ως εργάτες και εργάτριες καθαριότητας τους: 1) Δ. Α., 2) Μ. Σ., 3) Π. Μ., 4) Δ. Κ., 5) Σ. Σ., 6) Κ. Ρ., 7) Ε. Α., 8) Ε. Τ., 9) H.-M. O., 10) Κ. Χ., 11) Β. Σ., 12) Μ. Τ., 13) Α. Ζ., 14) Δ.

Κ., 15) Μ. Κ. και 16) Δ. Ρ., που εργάζονταν στην ως άνω επιχείρηση δυνάμει σχετικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τα έτη 2007 η πρώτη, 2002 ο δεύτερος, 2001 η τρίτη, 2011 η τέταρτη, 2008 η πέμπτη, 2002 ο έκτος, 2006 η έβδομη, 2011 η όγδοη, η ένατη και η δέκατη, 2010 η ενδέκατη, 2001 η δωδέκατη, 2002 ο δέκατος τρίτος, 2003 η δέκατη τέταρτη, 2005 η δέκατη πέμπτη και 2012 η δέκατη έκτη, από πρόθεση δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σ' αυτούς τα χρηματικά ποσά, τα οποία μνημονεύονται αναλυτικά ανά εργαζόμενο και ανά έτος στον παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα και τα οποία αντιστοιχούν στα (μεικτά) επιδόματα αδείας, συνολικού ύψους 23.489,50 ευρώ, που οι ανωτέρω εργαζόμενοι δικαιούνταν να λάβουν εκ του νόμου (ΑΠ 131/2015 ΤΝΠ Νόμος) και, συγκεκριμένα, με βάση τη διάταξη της παρ. 16 του άρθρου 3 του Ν. 4504/1966, η οποία ορίζει ότι "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος επιδόματος αδείας ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν. 539/1954 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη τας αποδοχάς ενός 15ημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, διά τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς...".

Ο κατηγορούμενος, συγκεκριμένα, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, παρέλειψε να τους καταβάλει τα παραπάνω επιδόματα μέχρι την τελευταία ημέρα του έτους, στο οποίο αφορούσε κάθε ένα από αυτά, όπως όφειλε ενόψει των διατάξεων των άρθ. 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966 και 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 (ΜονΕφΘεσ 657/2016 Αρμ. 2016.1547). Ο ίδιος, βέβαια, τόσο κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του, όσο και με σχετική δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισής του, υποστήριξε πως ήταν τυπικά και μόνο νόμιμος εκπρόσωπος της προμνησθείσας εταιρείας, την οποία εν τοις πράγμασι διοικούσε ο Α.

Φ.. Ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται ως αβάσιμος, δοθέντος του ότι η πρώτη από τους ανωτέρω εργαζομένους, και δη η Δ. Α., εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε πως, όταν περί τα τέλη του έτους 2015 με αρχές του έτους 2016, θέλησε να παραπονεθεί για τη μη καταβολή των ως άνω επιδομάτων, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, απαντώντας σε αυτήν ως αρμόδιος για το εν λόγω ζήτημα, της υποσχέθηκε πως τούτο επρόκειτο να διευθετηθεί.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αρ. 2469/23-11-2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διαδικασία, ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε αρνηθεί πως ασκούσε την ουσιαστική διαχείριση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Με βάση και το στοιχείο αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο σχετικός περί του αντιθέτου και προβαλλόμενος το πρώτον στο πλαίσιο της παρούσας - δευτεροβάθμιας - δίκης ισχυρισμός του ιδίου τυγχάνει προσχηματικός. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τις δημοσίως αναγνωσθείσες αποδείξεις μισθοδοσίας των μηνών 5/2011, 1/2011, 8/2011, 9/2011, 1/2012, 11/2012, 2/2013, 5/2013, 8/2013, 9/2013, 4/2014, 5/2015, 9/2015, 10/2015, 1/2016 και 3/2016, στις οποίες ο κατηγορούμενος εμφανίζεται ως υπάλληλος γραφείου της προρρηθείσας εταιρείας, αφού δεν αποκλείεται αυτός να είχε διττή ιδιότητα.

Το ίδιο ισχύει και για τις επ' ακροατηρίω αναγνωσθείσες από 7-1-2016 αιτήσεις προς διενέργεια εργατικής διαφοράς, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ..., από τους Χ. Μ., Ε. Μ., Μ. Μ. και Μ. Σ., οι οποίοι εργάζονταν για λογαριασμό της ανωτέρω επιχείρησης στην ….. Τούτες, συγκεκριμένα, ναι μεν αναφέρουν ως "υπεύθυνο" της προμνησθείσας εταιρείας τον Α.

Φ., πλην, όμως, δεν του αποδίδουν και την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της. Ούτε και περιέχουν πρόσθετα στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι οι δύο αυτές ιδιότητες ταυτίζονται μεταξύ τους. Με βάση τις σκέψεις αυτές και έχοντας επιπλέον υπόψη τις ένορκες καταθέσεις της 1ης, της 4ης, του 6ου, της 9ης και της 12ης των εξετασθέντων επ' ακροατηρίω μαρτύρων, οι οποίοι κατονόμασαν ως "υπεύθυνη" της προμνημονευόμενης εταιρείας στην περιοχή της ….τη Σ.

Β., το Δικαστήριο εκτιμά ότι η έννοια του "υπεύθυνου", την οποία οι μεν εργαζόμενοι στην … υπάλληλοι της επιχείρησης αποδίδουν στον Α. Φ., οι δε απασχολούμενοι στην Καβάλα στη Σ. Β., δεν ταυτίζεται με την έννοια του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, αλλά αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο, που η τελευταία είχε ορίσει ως αντιπρόσωπό της σε μία ορισμένη περιοχή.

Έτσι, εκτιμάται ότι στην …. ως αντιπρόσωπος της ανωτέρω επιχείρησης είχε τοποθετηθεί ο Α. Φ., ενώ στην …. η προμνησθείσα Σ. Β., στην οποία και αναφέρθηκαν οι ως άνω μάρτυρες, χωρίς να της αποδώσουν παράλληλα και την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριάς τους. Αλλά και η αναφορά της δικηγόρου Αθηνών, Μ.

Λ., σε σχετικό έγγραφό της ότι παρέλαβε για λογαριασμό και κατ' εντολή του Α. Φ. το κλειδί της έδρας της προρρηθείσας επιχείρησης από τον υπάλληλό της - κατηγορούμενο, Φ. Μ., δεν δύναται να οδηγήσει στο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος, κατά το κρίσιμο για την υπόθεση χρονικό διάστημα, ήταν απλός υπάλληλος της ως άνω εταιρείας, διότι το περιστατικό, που μνημονεύει η παραπάνω δικηγόρος, έλαβε χώρα στις 31-8-2016, ήτοι μετά τη λήξη της θητείας του κατηγορουμένου ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της επίμαχης επιχείρησης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το υπ' αρ. 3026/23-5-2011 ΦΕΚ (τ. ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ), αμφότερες τις εν λόγω ιδιότητες έφερε ο κατηγορούμενος μέχρι τις 30-6-2016, κατόπιν σχετικών αποφάσεων, που έλαβε στις 24-3-2011 τόσο η γενική συνέλευση των μετόχων της προαναφερόμενης εταιρείας, όσο και το εκλεγέν κατά την τελευταία Διοικητικό Συμβούλιό της.

Το τελευταίο αυτό Συμβούλιο, μάλιστα, αποφάσισε όπως ο Πρόεδρός του, μεταξύ άλλων, α) δεσμεύει την εταιρεία με μόνη τη δική του υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία, β) εκπροσωπεί την εταιρεία μόνος του ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, γ) συνάπτει οιαδήποτε ενοχική ή εμπράγματη σύμβαση, γ) εισπράττει και αναλαμβάνει χρήματα, χρεόγραφα, χρηματόγραφα κ.λπ., δ) συνάπτει συμβάσεις με τις Τράπεζες και γενικά ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης.

Επομένως, ο κατηγορούμενος είχε καθοριστικό και ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρείας, ενώ, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούσε μόνος όλες τις οικονομικές και διαχειριστικές πράξεις, που απαιτούνταν για τη λειτουργία της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και καθόσον στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Όσον αφορά δε το ερειδόμενο στη διάταξη του άρθ. 352 ΚΠΔ, υποβληθέν από την πλευρά της υπεράσπισης, αίτημα αναβολής της προκειμένης δίκης, προκειμένου να κληθούν και να καταθέσουν ως μάρτυρες η Σ. Β. και ο Α. Κ., τούτο πρέπει να απορριφθεί, διότι τα ήδη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήταν απολύτως επαρκή για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην …., κατά τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015, με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων, που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές (άρθ. 94 ΠΚ), εκ των οποίων (εγκλημάτων) το καθένα πραγμάτωσε με περισσότερες εξακολουθητικές πράξεις (άρθ. 98 ΠΚ).

Ειδικότερα, παρέβη τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τις σχετικές με την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζόμενους. Συγκεκριμένα, ως νόμιμος εκπρόσωπος, και δη Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην ….

επιχείρησης παροχής υπηρεσιών καθαριότητας με την επωνυμία "...", ενώ απασχόλησε στην εν λόγω επιχείρηση ως εργάτες και εργάτριες καθαριότητας τους παρακάτω αναφερόμενους εργαζόμενους, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σ' αυτούς τα αναλυτικά μνημονευόμενα ανά εργαζόμενο και ανά έτος στον παρακάτω πίνακα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στα επιδόματα αδείας, που κάθε εργαζόμενος δικαιούταν να λάβει με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας, που είχε συνάψει με την εργοδότριά του εταιρεία.

Ήτοι δεν κατέβαλε: (Ακολουθεί αναλυτικός πίνακας της σχετικής οφειλής, κατά μήνα, για κάθε εργαζόμενο, συνημμένος στο διατακτικό της απόφασης). Το δε συνολικό οφειλόμενο ποσό, που έπρεπε να καταβάλει στους ως άνω εργαζόμενους, ανέρχεται στα 23.489,50 €". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση ταυ εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 28 Ν. 3926/2011, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα: α) προσδιορίζονται στην απόφαση, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στην ανώνυμη ως άνω εταιρεία, δηλαδή, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα αναφέροντας, περαιτέρω, ότι είχε ενεργό ρόλο στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, με παράθεση σχετικών περιστατικών, β) αναφέρεται η πηγή καθορισμού του καθυστερουμένου επιδόματος αδείας (ατομική σύμβαση) και το χρονικό διάστημα της σχετικής οφειλής και γ) ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρεται ότι αυτός από πρόθεση δεν κατέβαλε την πιο πάνω νόμιμη εργατική αξίωση.

Ενώ, τέλος, διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη του παρεμπίπτοντος αιτήματος για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν μάρτυρες (άρθρο 352 ΚΠΔ) αναφέροντας ότι "τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήταν απολύτως επαρκή για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής, πεποίθησης".

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρ.358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και ειδικότερα αυτά που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία είναι τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "1" πίνακας αποδοχών εργαζομένων και "3" το με αριθμ.

φύλλου 3026 Φ.Ε.Κ. (σελ.7). 'Οσον αφορά το πρώτο έγγραφο, ενόψει και της αρίθμησης του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού, αφού, με την ανάγνωσή του κατέστη γνωστό κατά το περιεχόμενό του και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του καμμία αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, ενώ είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, μέσω των αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης 2469/2016 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Όσον αφορά δε το δεύτερο έγγραφο, που αναφέρεται στην ιδιότητα του κατηγορουμένου (ως Προέδρου του Δ.Σ.

και διευθύνοντος συμβούλου της ΑΕ) επιτρεπτά γίνεται αναφορά στο σκεπτικό του πιο πάνω εγγράφου (ΦΕΚ), αφού περιλαμβάνεται και αυτό στα αναγνωστέα έγγραφα στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και κατά συνέπεια, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπεράσπισής του, να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του.

Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα συνισταμένη, στην περίπτωση του πρώτου εγγράφου, ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά του ώστε να θεωρηθεί αναγνωσθέν και στην περίπτωση του δευτέρου εγγράφου, ότι δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

ΙΙΙ. Περαιτέρω η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋποτίθεται, όμως, όπως αναφέρθηκε, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (ΑΠ 259/2014). Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό α' ) "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σ' όλες τις πιο πάνω μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.

Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα θετικά περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς της συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ ώστε, στην περίπτωση που αποδειχθούν, να οδηγήσουν στην παραδοχή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, προέβαλε, κατά τρόπο επιγραμματικό, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου έντιμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ), χωρίς την επίκληση σχετικών περιστατικών, κατά τα προαναφερόμενα, για τη θεμελίωση του πιο πάνω ισχυρισμού.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε με την ακόλουθη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δηλαδή, ότι "δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος, έως το χρόνο που έλαβε χώρα το ανωτέρω αδίκημα, επέδειξε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς". Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2018 αίτηση-δήλωση του Φ. Μ. του Χ., για αναίρεση της απόφασης 1279/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ