1967/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 752/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2016 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1967/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1967 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1967/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ηλιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 752/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", η δε διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ' άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1011/2010).
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 1980/2008).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, ερευνώντας τον προβληθέντα προς απόκρουση της υπό κρίση αγωγής, για καταβολή καταπεσούσας συμφωνημένης, στα πλαίσια προσυμφώνου πώλησης ξενοδοχειακού κινητού εξοπλισμού, ποινικής ρήτρας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί ανυπαίτιας αδυναμίας της να εκπληρώσει την παροχή της, οφειλόμενης σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει ευθύνη, δέχτηκε τα ακόλουθα: "H εναγόμενη, ως μισθώτρια από την αρχική ιδιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία "...." του ευρισκομένου στο ...
πολυωρόφου ακινήτου 150 δωματίων, έκτασης 8.611 τ.μ., με την ονομασία "..." και λειτουργούντος ως ξενοδοχειακή μονάδα, με το από 1.2.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης είχε υπεκμισθώσει, ως έχουσα το σχετικό δικαίωμα, στην εταιρεία "..." το ως άνω ακίνητο με τον κινητό αυτού εξοπλισμό, του οποίου, όμως, είχε η εναγομένη την κυριότητα.
Τον Ιούλιο του έτους 1994 το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά και περιήλθε δυνάμει της .../1994 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αργολίδας Κων/νου Βασαγιάννη, στην τότε ενυπόθηκο δανείστρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με απορρόφηση με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", υπεισελθούσα η τελευταία κατά τον τρόπο αυτό στη μισθωτική σχέση ως εκμισθώτρια.
Ακολούθως, μετά τη λύση της παραπάνω υπομίσθωσης η εναγομένη με το από 22.2.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης υπεκμίσθωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "..." το ως άνω ακίνητο με διάρκεια μίσθωσης έως 22.2.2012, ταυτόχρονα δε εκμίσθωσε σε αυτή τον κινητό εξοπλισμό της ξενοδοχειακής μονάδας, τον οποίο η υπομισθώτρια παρέλαβε την ίδια ημέρα με το από 22.2.2000 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης του μισθίου, που περιλαμβάνει, και λεπτομερή καταγραφή του παραληφθέντος κινητού εξοπλισμού.
Η μισθώτρια δήλωσε στο ανωτέρω μισθωτήριο ότι επισκέφθηκε το μίσθιο και βρήκε της απόλυτης αρεσκείας της και το μίσθιο και τον κινητό εξοπλισμό του για την προοριζόμενη χρήση, που ήταν η άσκηση ξενοδοχειακής επιχείρησης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο κινητός εξοπλισμός θα αποδιδόταν στην υπεκμισθώτρια (εναγομένη) κατά τη λήξη της μίσθωσης στην κατάσταση που η υπομισθώτρια τον είχε παραλάβει στις 22.2.2000, πλην της συνηθισμένης χρήσης.
Η εναγομένη, επειδή είχε οφειλές μισθωμάτων προς την εκμισθώτρια, έχοντας, όμως, την κυριότητα του ξενοδοχειακού εξοπλισμού, αναζητούσε αγοραστή γι' αυτόν και τελικά προέβη στις 9.7.2001 στη σύναψη του με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικού προσυμφώνου πώλησης με την ενάγουσα, με το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να παραδώσει σε αυτήν τον ίδιο παραπάνω κινητό εξοπλισμό, ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν σε καλή κατάσταση, με ημερομηνία παράδοσης στις 1.4.2012, αντί τιμήματος 733.674,72 ευρώ και με προκαταβολή έναντι του τιμήματος του ποσού των 51.632,11 ευρώ, το οποίο κατέβαλε με την υπογραφή του προσυμφώνου (10.546,27 ευρώ) και στις 25.7.2001 (41.085,84 ευρώ).
Το υπόλοιπο ποσό των 682.043,60 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες και συνεχείς δόσεις, από 1.5.2012 έως 1.4.2013, εκδιδομένων συναλλαγματικών αναλόγου ποσού και αντιστοίχου λήξης. Προσέτι συμφωνήθηκε με τον 2.2 όρο ότι "σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους δεν εκπληρώσει στο ακέραιο όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την παρούσα αγοροπωλησία, ο ανυπαίτιος δικαιούται να αξιώσει από τον υπαίτιο α) να του καταβληθεί αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας.
καθώς και κάθε περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία του". Σε συμπλήρωση του παραπάνω προσυμφώνου οι διάδικοι συνήψαν το από 30.1.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η εναγόμενη εξέδωσε, στις 30.1.2012, σε διαταγή της στην Αθήνα δώδεκα (12) συναλλαγματικές, τις οποίες η ενάγουσα αποδέχθηκε την ίδια ημέρα, λήξης της πρώτης στις 1.5.2012, των λοιπών δέκα την πρώτη ημέρα κάθε επομένου μήνα και της τελευταίας στις 1.4.2013, ποσού 56.837 καθεμία από αυτές, πλην της τελευταίας που ήταν ποσού 56.836 ευρώ, πληρωτές στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...".
Όμως, κατά τον συμφωνημένο για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης και παράδοσης του ξενοδοχειακού εξοπλισμού χρόνο (1.4.2012) η εναγομένη δεν εμφανίστηκε για να συμπράξει στην κατάρτιση της σύμβασης, ούτε παρέδωσε αυτόν, δηλώνοντας αδυναμία παροχής, επειδή αναζήτησε τον εξοπλισμό αλλά αυτός είχε ολοσχερώς καταστραφεί, όπως της δήλωσε η έχουσα την εκμετάλλευση του μισθίου ακινήτου (ξενοδοχείου) εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." ακολούθως δε η ενάγουσα με την από 18.4.2012 εξώδικη - δήλωση διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24.4.2012, κατάγγειλε τη μεταξύ τους συμφωνία καλώντας ταυτόχρονα την εναγομένη να επιστρέφει το ποσό της προκαταβολής και να παραδώσει τα σώματα των συναλλαγματικών που είχε αυτή αποδεχθεί, επιφυλασσόμενη για κάθε νόμιμο δικαίωμά της.
Πράγματι η εναγομένη αποδεχόμενη τη δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας, απέδωσε τα σώματα των συναλλαγματικών συντασσομένου του από 26.4.2012 πρωτοκόλλου παράδοσης και απόδοσης των συναλλαγματικών, στο οποίο η ενάγουσα δήλωσε ρητά ότι επιφυλάσσεται παντός νομίμου δικαιώματος της κατά της εναγομένης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον διαδραμόντα μεταξύ της σύναψης του προσυμφώνου και μέχρι την καταληκτική ημερομηνία αυτού χρόνο, με το από .../11.12.2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη - Αναγνωσταλάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "...." το ξενοδοχειακό ακίνητο.
Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται ότι το παραπάνω ακίνητο κατά το χρόνο της απόκτησής του από την πωλήτρια (Εθνική Τράπεζα) ήταν εκμισθωμένο στην εναγομένη εταιρεία (....) έως 30.9.2001 με ετήσιο μίσθωμα 3.000.000 δραχμές, ότι η πωλήτρια (Ε.Τ.Ε.) επέδωσε στις 17.2.1999 εξώδικη δήλωση στη μισθώτρια, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση και την κάλεσε να καταβάλει τα από 27.7.1994 έως 30.9.1998 μισθώματα μετά χαρτοσήμου συνολικού ποσού 13.044.967 δραχμών και ότι επί ασκηθείσας εν συνεχεία αγωγής της πωλήτριας για απόδοση του μισθίου, εκδόθηκε η 2568/2001 προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της πωλήτριας, σε εκτέλεση δε της ανωτέρω απόφασης η τελευταία προχώρησε στις 26.11.2001 στην αποβολή της μισθώτρια(εναγομένης) καθώς και της υπομισθώτριας ("...."), ενώ παράλληλα έγινε απογραφή του κινητού ξενοδοχειακού εξοπλισμού, που βρέθηκε στο ακίνητο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν ήταν αντικείμενο της εκτέλεσης αυτής, η δε επισπεύδουσα την εκτέλεση τράπεζα κατέστη μεσεγγυούχος του εξοπλισμού αυτού δια του νομίμου εκπροσώπου της Γ.
Κ., παραμένοντος του εξοπλισμού στους χώρους του ξενοδοχείου. Στη συνέχεια με το από 10.4.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η νέα ιδιοκτήτρια του ακινήτου εταιρεία με την επωνυμία "...." εκμίσθωσε εκ νέου το ως άνω ακίνητο στην προηγούμενη υπομισθώτρια ("...."), με διάρκεια της μίσθωσης. Επομένως η εναγόμενη, εφόσον στις 9.7.2001 είχε συνάψει με την ενάγουσα το ιδιωτικό προσύμφωνο πώλησης και στις 26.11.2001 αποβλήθηκε από το ως άνω ακίνητο η ίδια και η τότε υπομισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία ("...."), στην οποία είχε μισθώσει τον εξοπλισμό, σαφώς γνώριζε η εναγομένη έκτοτε, ήτοι από 26.11.2001, τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση ως προς το καθεστώς της μεσεγγύησης του ξενοδοχειακού εξοπλισμού, πλην όμως ουδέποτε ζήτησε την απόδοση του ανήκοντος στην ίδια εξοπλισμού από τον μεσεγγυούχο, ούτε ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση, στην οποία αυτός βρισκόταν, ούτε φρόντισε να αποτρέψει τον εύλογα αναμενόμενο κίνδυνο καταστροφής του από ενέργειες τρίτων, οι οποίοι επί σειράν ετών έκαναν χρήση του εξοπλισμού εν γνώσει της εναγομένης...Η εναγόμενη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει, με τον πρώτο λόγο έφεσης τον ισχυρισμό περί απαλλαγής της λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής της οφειλομένης σε υπαιτιότητα της μεσεγγυούχου του εξοπλισμού τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", η οποία δεν επιμελήθηκε για την καλή φύλαξη του εξοπλισμού, αλλά άφησε τον εξοπλισμό εντός του χώρου του ακινήτου επιτρέποντας στη μισθώτρια να τον χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα αυτός με την πάροδο του χρόνου να καταστραφεί.
Ο εν λόγω ισχυρισμός της, που συνιστά την ένσταση απαλλαγής λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής, είναι νόμιμη (άρθρο 336, 342 ΑΚ), πλην όμως πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία του, διότι, όπως αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω η εναγομένη προκάλεσε τη ματαίωση της εκπλήρωσης με υπαίτια παράλειψή της, διότι, εφόσον (η εναγομένη) είχε συνάψει στις 9.7.2001 με την ενάγουσα το ιδιωτικό προσύμφωνο πώλησης και στις 26.11.2001 αποβλήθηκε από το ως άνω ακίνητο μαζί με την τότε υπομισθώτρια εταιρεία, στην οποία είχε μισθώσει τον εξοπλισμό, σαφώς έκτοτε γνώριζε (η εναγόμενη), ήτοι από 26.11.2001, τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση ως προς το καθεστώς της μεσεγγύησης του ξενοδοχειακού εξοπλισμού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, ως προς αυτόν, τους κινδύνους που ελλοχεύουν κατά το χρονικό διάστημα της μεσεγγύησης λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από τον μεσεγγυούχο, πλην όμως ουδέποτε ζήτησε την απόδοση του ανήκοντος στην ίδια εξοπλισμού από την μεσεγγυούχο, ούτε ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση, στην οποία αυτός βρισκόταν, ούτε φρόντισε να αποτρέψει τον εύλογα αναμενόμενο κίνδυνο καταστροφής του από ενέργειες τρίτων, οι οποίοι επί σειράν ετών έκαναν χρήση του εξοπλισμού εν γνώσει τη:
εναγόμενης. Ενισχυτικό των ανωτέρω, ότι η εναγόμενη επέδειξε τουλάχιστον αμέλεια για την κατάσταση του εξοπλισμού, είναι το γεγονός ότι κατά τη σύναψη του ως άνω από 30.1.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού για την πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος και την έκδοση των συναλλαγματικών, ήτοι έξι (6) μόνο μήνες πριν τη συμφωνημένη ημερομηνία σύναψης, στις 1.4.2012, της οριστικής σύμβασης, δεν υπήρξε καμία ενημέρωση από την εναγομένη περί αδυναμίας παροχής των κινητών πραγμάτων, γεγονός που οπωσδήποτε κατά το χρόνο εκείνο θα γνώριζε, αν είχε επιδείξει και την ελάχιστη επιμέλεια για την κατάστασή τους..." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, περί απαλλαγής της λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής της.
Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της σχετικής με το επιζήμιο γιαυτήν ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα κρίσης του, έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι αυτή (αναιρεσείουσα) γνώριζε την επί σειρά ετών χρήση του επίμαχου κινητού εξοπλισμού της από τρίτους, χωρίς εκείνη να φροντίσει να αποτρέψει τον εύλογα αναμενόμενο κίνδυνο καταστροφής του, αφορά περιστατικά συναπτόμενα με ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Τούτο, προεχόντως, διότι η αναιρεσείουσα όφειλε να αποδείξει τον ισχυρισμό της για έλλειψη υπαιτιότητάς της και εντεύθεν την ανυπαίτια αδυναμία της, όσα δε ανταποδεικτικώς δέχτηκε το Εφετείο για την κατάφαση της υπαιτιότητάς της, σχετιζόμενα με τους αρνητικούς της σχετικής ένστασής της ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούν "πράγματα".
Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη, αρνούμενη αιτιολογημένα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ανυπαίτιας αδυναμίας της (αλλά και προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως) είχε ισχυριστεί με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενό τους, κατά λέξη, ότι: "Όφειλε (η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα) να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και να λάβει μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση των όρων της μεταξύ μας σύμβασης και να μας παραδώσει και μεταβιβάσει τον εξοπλισμό αυτό.
Τουναντίον, η αντίδικος δεν έλαβε κανένα μέτρο, ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, και άφησε, κατά τους ισχυρισμούς της, τους παραπάνω μεσεγγυούχους να καταστρέψουν τον εξοπλισμό, γνωρίζοντας ότι είχε συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι στην εταιρεία μας και χωρίς ποτέ να μας ενημερώσει για αυτά".
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και υπό την υιοθετούμενη από την αναιρεσείουσα άποψη, ότι η επίμαχη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αφορά "πράγμα", τα συγκροτούντα αυτήν περιστατικά συνάπτονται με ισχυρισμό προταθέντα, παραδεκτώς, από την αναιρεσίβλητη, κατά τα ουσιώδη σημεία του.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/9/2016 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..., για αναίρεση της 176/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου