Legislator Case Law & Legislation
1967/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding lease contract interpretation and evidence admissibility.

Case Number 1967/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the Athens-Piraeus Municipality regarding a lease contract dispute. The lower court ruled that the lease remained in force because the tenant failed to fulfill specific obligations within the agreed suspension period, a decision the heirs contested. The court found no error in the lower court's interpretation of the contract terms or its assessment of the evidence presented, rejecting the claim that the court distorted the document's content or ignored relevant facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(11)(a), and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court failed to consider relevant arguments or evidence, or distorted the document's content, but is inadmissible if the court correctly interpreted the contract and weighed the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contract interpretation evidence admissibility lease suspension court distortion

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3695/1997
Article 38(2) of Law 2218/1994

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 469/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1967 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1967/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α) ..., β) ..., ως μόνων νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος ..., 2) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλέξανδρου Ιωάννου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Τζαβάρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7380/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/7/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 15/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση, ή αντένσταση δικαιώματος, όχι δε και οι ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κάθε μιας απ' αυτές, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (Ολ Α.Π 469/84).

Εξάλλου, Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντων και πρσοκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η δικαστική ομολογία (άρθρο 339 ΚΠολΔ) ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11) περ.

α' ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση από τον αναιρεσείοντα του αποδεικτικού μέσου κατά τη συζήτηση ή εντός της προς αντίκρουση των εκατέρωθεν ισχυρισμών παρασχεθείσας προθεσμίας, έστω και αν το είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αντίδικός του διότι και αυτό το αποδεικτικό μέσο πρέπει να επικαλεστεί και ο αναιρεσείων για την απόδειξη ισχυρισμού του, προκειμένου να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 714/1996).

Η ως άνω επίκληση ισχύει και επί δικαστικής ομολογίας, διότι ναι μεν αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται, ότι την επικαλέστηκε και να το αποδεικνύει. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., προβάλλοντας την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν υπαιτιότητα για τη μη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία καταρτίστηκε η μισθωτική σύμβαση, διότι η περάτωση των εργασιών κατασκευής του ανελκυστήρα που διεκόπησαν, οφειλόνταν στην έλλειψη σχετικής οικοδομικής άδειας, που έπρεπε αυτοί να εξασφαλίσουν, λόγω του ότι υπέβαλαν την αίτηση για έκδοση αδείας εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών, που είχαν αναλάβει με το ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, για να καταστεί το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση στις 22-5-2003, χωρίς να έχει προβληθεί ο ισχυρισμός αυτός από την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί δεδομένου, ότι δεν αποτελεί λόγω ισχυρισμού πράγμα με την ανωτέρω έννοια, αλλά αρνητικό ισχυρισμό του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι η μη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως οφείλεται σε δόλο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος μπορούσε να συναχθεί από τις αποδείξεις.

Ο ίδιος πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το άλλο μέρος του, από την αυτή ως άνω πλημμέλεια κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους καθοριζομένους ισχυρισμούς που πρωτοδίκως και με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες προέβαλαν είναι αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου ως άνω λόγου αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη η από 2-12-2002 απόφαση της Ολομέλειας της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, που υπάγεται στην αναιρεσίβλητη, αν και αυτή προσκομίστηκε και έγινε επίκλησή της από την τελευταία και από αυτήν προέκυπτε, ότι στη λήψη της ως άνω αποφάσεως, με την οποία χαρακτηρίζονταν οι μίσθιοι χώροι ως επικίνδυνοι, συμμετείχαν και ορισμένοι από εκείνους, που εξέδωσαν την υπ' αρίθμ. 21943/2-12-2002 έκθεση επικινδύνου οικοδομής του μισθίου και είχαν συμφέρον να μην συντελεστεί η μίσθωση.

Επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για μη λήψη υπόψη της καθοριζομένης δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης. Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο, αν οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν το ως άνω έγγραφο και τη δικαστική ομολογία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κι'επομένως ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 201 του Α.Κ. αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός. Περαιτέρω από το άρθρο 207 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η αίρεση θεωρείται, ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα με την καλή πίστη εκείνος που θα

ζημιωνόνταν από την πλήρωσή της. Ως ζημιούμενος από την πλήρωση της αιρέσεως κατά το άρθρο 207 του Α.Κ. θεωρείται όχι μόνο ο υφιστάμενος από αυτή ζημία κατά κυριολεξία, δηλαδή υπό την έννοια των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., αλλά ο υπό αίρεση υπόχρεος και γενικότερα ο δεσμευόμενος από την πλήρωσή της (ΑΠ 304/2001). Στην περίπτωση που το αιρετικό γεγονός δεν έλαβε χώρα εντός του συμβατικού ή ευλόγου χρόνου, η αίρεση θεωρείται ότι ματαιώθηκε ή ατόνησε και η δικαιοπραξία ως μηδέποτε γενομένη και οποιαδήποτε παροχή καταβλήθηκε αναζητείται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Όλα τα ανωτέρω (χαρακτήρας αιρέσεως, εύλογος χρόνος πληρώσεως αυτής και πλήρωση ή ματαίωση), κρίνονται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ερμηνευομένης όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το σκοπό αυτής συμβάσεως αλλά και το σύνολο των περιστάσεων ακόμη και γεγονότα εκτός αυτής, που μπορούν να επηρεάσουν την συμπεριφορά των συναλλασσομένων και να επιδράσουν στη δυνατότητα ή μη της εκπληρώσεως των συμβατικών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα και με τα άρθρα 200, 281 και 288 του Α.Κ (Α.Π. 304/2001, Α.Π. 1404/83).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα. Με το από 26-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι ενάγοντες κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας εκμίσθωσαν στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας, βρίσκεται στη Λεωφόρο ..., οι οποίες περιγράφονται στο ως ανω μισθωτήριο, για να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών.

Η μίσθωση συμφωνήθηκε για εννέα χρόνια από της υπογραφής του πρωτοκόλλου παραλαβής και παράδοσης από την αρμόδια επιτροπή και το μίσθωμα στο ποσόν των 28.000 ευρώ μηνιαίως για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης. Με τον 2.6 όρο του ως άνω μισθωτηρίου οι εκμισθωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τις εξής εργασίες, οι οποίες είχαν κριθεί αναγκαίες από την Νομαρχιακή Επιτροπή με την υπ' αρίθμ. 318/25/7/2002 απόφασή της, α) να μπει εξωτερικό ασανσέρ και ράμπα γαι ΑΜΕΑ, β) να μπει κλιματισμός, ψίξη - θέρμανση σε όλους τους χώρους του κτιρίου, γ) οι σταθεροί φεγγίτες να γίνουν κινητοί ώστε να μπαίνει αέρας και δ) η ντουζιέρα σε κάθε όροφο να μετατραπεί σε τουαλέτα, ενώ οι χώροι του κτιρίου θα διαμορφώνονταν από τη Νομαρχία Αθηνών σύμφωνα με τις ανάγκες της.

Μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου οι εκμισθωτές άρχισαν να προβαίνουν στην εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών... Τον Νοέμβριο του 2002 κατά την επίσκεψη υπαλλήλων της υπό στέγαση ως άνω Υπηρεσίας στους μισθίους χώρους διαπιστώθηκε διάτρηση πλακών, οροφής υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου, καθώς και εκσκαφή και σπάσιμο δαπέδου υπογείου, κατασκευή ξυλοτύπων ανελκυστήρα και εργασίες διαμόρφωσης εισόδου προς τον ανελκυστήρα, χωρίς προηγούμενη έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας.

Οι διαπιστώσεις αυτές περιλήφθηκαν στην με αρίθμ. πρ. 21515/21-11-2002 έκθεση αυτοψίας της ως άνω Υπηρεσίας, με την οποία κρίθηκαν αυθαίρετες οι ως άνω κατασκευές και διατάχτηκε η διακοπή των εν λόγω εργασιών και με την με αρίθμ, πρωτ. 21943/5733/2-12-2002 έκθεση επικίνδυνης οικοδομής οι εν λόγω χώροι του κτιρίου χαρακτηρίστηκαν επικίνδυνοι από άποψη στατική και δομική και οι ενάγοντες κλήθηκαν να προβούν στις προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες.

Ακολούθως, κατόπιν της από 22-5-2003 αιτήσεως των εναγόντων εκδόθηκε από τη Δ/νση Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής η υπ' αρίθμ. 1625/25-7-2003 οικοδομική άδεια, σχετικά μεταξύ των άλλων και με την κατασκευή του ανωτέρω ανελκυστήρα και τη νομιμοποίηση των προαναφερομένων εργασιών κατασκευής του. Περαιτέρω κατόπιν της από 4-8-2003 αιτήσεως των εναγόντων την 5-8- με το υπ αριθμ. 15490/4262/2003/ 4264/2003 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας του Ανατολικού τομέα της Νομαρχίας Αθηνών επετράπη στους ενάγοντες η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών.

Λόγω όμως της μεγάλης καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των συμφωνηθεισών εργασιών και της άμεσης ανάγκης από το εναγόμενο για τη μεταστέγαση των Υπηρεσιών της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικού τομέα, λόγω του χωρισμού της σε δύο Δ/νσεις, τον Μάϊο του 2003 η Νομαρχιακή Επιτροπή αποφάσισε τη μεταστέγαση της Νέας Δ/νσης Ανατολικού τομέα σε κτίριο επί της οδού ..., η οποία και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2003, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να μην εγκατασταθεί ποτέ στις ανωτέρω ιδιοκτησίες των εναγόντων και να μην παραλάβει αυτές.

Η μη παράδοση και παραλαβή των μισθίων χώρων σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, καθόσον αυτό κωλυσιεργούσε στην έκδοση των απαραιτήτων οικοδομικών εργασιών, ενώ συγχρόνως δεν συνέπραξε στη χορήγηση των σχετικών για τη διαμόρφωση των χώρων σχεδίων, προκειμένου να γίνει η εγκατάσταση των κλιματιστικών.

Με τον τρόπο αυτό η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η παραλαβή από το εναγόμενο των μισθίων χώρων, δηλαδή η ολοκλήρωση εκ μέρους τους των συμφωνηθεισών με το μισθωτήριο εργασιών εμποδίστηκε από το εναγόμενο αντίθετα προς την καλή πίστη και ως εκ τούτου πρέπει να θεωρηθεί πληρωθείσα (άρθρ. 207 Α.Κ.).

Ο ισχυρισμός όμως αυτόν, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η περάτωση των εργασιών κατασκευής του ανελκυστήρα οι οποίες διακόπηκαν, οφείλονταν στην έλλειψη οικοδομικής άδειας, την οποία έπρεπε να εξασφαλίσουν οι ενάγοντες, οι οποίοι στη συνέχεια καθυστέρησαν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοσή της, αφού η σχετική αίτησή τους υποβλήθηκε την 22-5-2003, δηλαδή μετά από αρκετό χρονικό διάστημα από τη διάταξη των εργασιών (29-11-2002).

Κατόπιν αυτών, αφού η έναρξη της μίσθωσης τελούσε σε υπό την αναβλητική αίρεση της εκτελέσεως των προαναφερόμενων εργασιών τους μίσθιους χώρους από τους ενάγοντες εκμισθωτές τους, σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων η οποία δεν πληρώθηκε, αφού σε εύλογο χρόνο οι ενάγοντες, χωρίς υπαιτιότητα του εναγομένου δεν είχαν ολοκληρώσει τις προαναφερόμενες εργασίες, ώστε να προσφέρουν τους μίσθιους χώρους στο τελευταίο κατάλληλους όρους χρήση κατά τα συμφωνηθέντα, το εναγόμενο δεν οφείλει τα ζητούμενα με την αγωγή μισθώματα.

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή των εκμισθωτών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει καθυστερημένα μισθώματα από την ως άνω μίσθωση. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ και οι δεύτερος, τέταρτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η ισχύς της μισθώσεως, της μη πληρώσεως αυτής, του υπαιτίου της μη πληρώσεώς της και των αποτελεσμάτων αυτής σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Συγκεκριμένα διέλαβε σαφείς παραδοχές ότι: α) η σύμβαση μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εκτελέσεως από τους εκμισθωτές των εργασιών διαρρυθμίσεων και βελτιώσεων του μισθίου, οι οποίες με λεπτομέρεια περιγράφονται, β) ο ισχυρισμός των εκμισθωτών, ότι η μισθώτρια, για το λόγο ότι μεταμελήθηκε για την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως και είχε συμφέρον να μη ισχύσει αυτή, εμπόδισε με τις πράξεις και παραλείψεις της, που επίσης με λεπτομέρεια αναφέρονται στο αναιρετήριο, την περαίωση από αυτούς των ως άνω εργασιών, με αποτέλεσμα να πληρωθεί η αίρεση, ήταν αναπόδεικτος, γ) οι εκμισθωτές καθυστέρησαν να εκτελέσουν τις ως άνω εργασίες από υπαιτιότητά τους για χρονικό διάστημα πέραν εκείνου, που ήταν εύλογο για την περαίωση των εργασιών αυτών ενόψει και της καθοριζόμενης άμεσης ανάγκης της μισθώτριας γα τη μεταστέγαση των υπηρεσιών της προσδιοριζόμενης υπηρεσίας της, με αποτέλεσμα η μισθώτρια να υποχρεωθεί να αναζητήσει άλλο μίσθιο για την εγκατάσταση των υπηρεσιών της και έτσι να ματαιωθεί η πλήρωση της αιρέσεως και η σύμβαση μισθώσεως να παραμείνει ανενεργός, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση της μισθώτριας για την καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων.

Επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και οι πρώτος και έκτος κατά ένα μέρος από το άρθρο 559 αρίθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκής αιτιολογία είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των ως άνω λόγων αναίρεσης, με τις οποίες επιχειρείται να αποδοθούν οι πλημμέλειες, που αναφέρονται παραπάνω, (από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για πράγματα και είναι εντεύθεν απαράδεκτες και απορριπτέες.

Περαιτέρω, με τους πέμπτο και έκτο κατά ένα μέρος λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβάλλοντας αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων 574, 575 και 585 του Α.Κ., και αντιφατικές αιτιολογίες για την εφαρμογή τους, διότι, ενώ γίνεται δεκτό ότι δεν υφίσταται σύμβαση μισθώσεως λόγω μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως, το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, που έχουν ως προϋπόθεση την έναρξη της συμβάσεως μισθώσεως, και δεν τους επιδίκασε τα αιτούμενα με την αγωγή μισθώματα λόγω καταλληλότητας και επικινδυνότητας του μισθίου, χωρίς να δέχεται λειτουργία της μισθώσεως και καταγγελία αυτής από τη μισθώτρια αναιρεσίβλητη.

Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με την μη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η μίσθωση, δεν άρχισε αυτή να λειτουργεί και μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου, χωρίς αυτή να έχει πληρωθεί επήλθε η ματαίωσή της, με συνέπεια να θεωρείται ότι ουδέποτε καταρτίστηκε η σύμβαση της μισθώσεως και να μην υπάρχουν εκατέρωθεν υποχρεώσεις, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία, για τον λόγο δε αυτόν έκρινε ότι η αγωγική απαίτηση για καταβολή μισθωμάτων είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, οι δε διατυπούμενες με την απόφαση σκέψεις για καταλληλότητα και επικινδυνότητα του μισθίου και η παραπομπή στα άρθρα 574 και 575 ΑΚ γίνεται μόνο περιγραφικά και πλεοναστικά και δεν στηρίζουν το συμπέρασμά του για τη μη βασιμότητα της αγωγικής απαιτήσεως.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει ν'απορριφθούν. Τέλος, αλυσιτελής και απορριπτέος είναι και ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε νόμιμα με λόγο εφέσεως, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η ένδικη μίσθωση εξακολουθεί να ισχύει αφού δεν καταγγέλθηκε, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση του Εφετείου για απαλλαγή της αναιρεσείβλητης από την υποχρέωσή της για την καταβολή των μισθωμάτων στηρίζεται στην μη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η σύμβαση μισθώσεως, εντός ευλόγου χρόνου και στην εντεύθεν μη έναρξη της λειτουργίας της και όχι στην λύση της μισθώσεως.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα καταφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται σ'αυτό. Κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως "παραμόρφωση" νοείται το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, εφόσον συνέβαλε αποφασιστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι με τον με αριθμ. 2.6 όρο του μισθωτηρίου οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να εκτελέσουν στο μίσθιο τις εργασίες που αναλυτικά περιγράφονται σε αυτό, και στην απόφαση χωρίς να δέχεται ότι ορίστηκαν και οι συνέπειες της μη εκτέλεσης αυτών To Εφετείο, εκτιμώντας περαιτέρω τον ανωτέρω όρο, έκρινε ότι με αυτόν συμφωνήθηκε η μίσθωση να τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκτελέσεως από τους εκμισθωτές στο μίσθιο των ανωτέρω εργασιών, οι οποίες ήταν αναγκαίες για να καταστεί αυτό κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση.

Με την παραδοχή αυτή το Εφετείο δεν διέπραξε κανένα διαγνωστικό λάθος, αφού το περιεχόμενο που αποδόθηκε στο ως άνω έγγραφο είναι το ίδιο με το αληθινό, δεν αποτελεί δε παραποίηση η παραδοχή υπάρξεως συμφωνίας ότι η μίσθωση τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εκτελέσεως των εργασιών, που αναφέρονται στο μισθωτήριο, από το γεγονός ότι στο μισθωτήριο δεν γίνεται καμία σύνδεση της μη εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών με την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, δεδομένου ότι η ως άνω παραδοχή στηρίχτηκε στην εκτίμηση του περιεχομένου του προαναφερθέντος όρου που είναι διαφορετική από εκείνη των αναιρεσειόντων.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 20 ΚΠολΔ που αποδίδεται με τον τρίτο λόγο τη αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 Κ.ΠολΔ)., περιοριζόμενη όμως κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 του ν. 3695/1997 και 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994, σε συνδυασμό προς την κοινή απόφαση 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-7-2007 αίτηση των ... κ.λ.π., για αναίρεση της 7380/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ν.π.δ.δ.), τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ