Legislator Case Law & Legislation
1967/2007 AI generated

1967/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1967/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1967/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1967 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1967/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σίνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3725/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3464/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείων με την από 4-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....... έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 04.07.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.464/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.09.2007) του δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στον αναιρεσείοντα νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, στη δίκη για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για εμπορικά αυτού χρέη, που επιδιώκεται με αυτοτελή αίτηση, η έρευνα του δικαστηρίου περιορίζεται στη συνδρομή των κατά το άνω άρθρο 1047 ΚΠολΔ. τασσομένων ιδιοτήτων και προϋποθέσεων (εμπορική ιδιότητα και εμπορική απαίτηση) και δεν εξετάζονται ενστάσεις κατά του τίτλου και της απαίτησης. Περαιτέρω με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.

Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.

Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του.(Ολ.

ΑΠ 23/2005). Τέλος με τις διατάξεις ταυ άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937 ορίζεται ότι "από της πρωϊας της ημέρας της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευσιν, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας". Η στέρηση ταυ πτωχού από το δικαίωμα της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας, ενόσω διαρκεί η πτώχευση (πτωχευτική απαλλοτρίωση), δεν επιφέρει και τη μετάθεση της κυριότητας των αντικειμένων της περιουσίας αυτής, αφού και μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ο πτωχός εξακολουθεί να είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πτωχευτικής περιουσίας.

Απλώς η περιουσία αυτή, μολονότι εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον πτωχό, αποτελεί έκτοτε χωριστή ομάδα, υπό τη διοίκηση του συνδίκου, που έχει προορισμό την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών . Από αυτά παρέπεται ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου, για απαγγελία εις βάρος του προσωπικής κράτησης για εμπορικά αυτού χρέη, ότι τελεί σε κατάσταση πτώχευσης και ως εκ τούτου στερείται εκ του νόμου της διοίκησης και διαχείρισης της περιουσίας του μη δυνάμενος ως εκ τούτου να εκπληρώσει τη συμβατική ταυ υποχρέωση προς ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος για την οποία επιδιώκεται με την αγωγή η προσωπική του κράτηση, αποτελεί καταλυτική της αγωγής ένσταση, η οποία πρέπει να προτείνεται νομίμως στο πρωτοβάθμιο και να επαναφέρεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: α) ο από την πρώτη των διατάξεων αυτών προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν ιδρύεται όταν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αόριστος, αλυσιτελής ή απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' ατούς (Ολ.

ΑΠ 14/04) β) Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση, δια δικαστικών τεκμηρίων, απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, με την οποία, μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και απαγγέλθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση, ως εμπόρου και για εμπορική εις βάρος του απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, αποδίδοντας, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις:

α) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο ισχυρισμό του, ότι ο τίτλος (διαταγή πληρωμής) για την ικανοποίηση της οποίας εζητείτο με την αυτοτελή αγωγή η προσωπική του κράτηση, έπαυσε να ισχύει, διότι δεν είχε επιδοθεί εντός διμήνου, σύμφωνα με το άρθρο 630Α ΚΠολΔ στον σύνδικο της πτωχεύσεως και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 909/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. .....

έκθεση του Εισηγητή Πτωχεύσεων, τις οποίες αυτός προσκόμισε μετ' επικλήσεως προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τελούσε σε κατάσταση πτώχευσης, λόγω της ιδιότητάς του ως ομορρύθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "....... ΟΕ". Ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως προς την αιτίαση όη το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρσείοντος, ότι ο τίτλος (διαταγή πληρωμής) έπαυσε να ισχύει, διότι δεν επιδόθηκε εντός διμήνου στο σύνδικο της πτωχεύσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός, που αφορά την εγκυρότητα του τίτλου, απαραδέκτως προβάλλεται στη δίκη για την απαγγελία προσωπικής κράτησης.

Ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος, ότι ως ομόρρυθμο μέλος της κηρυχθείσας σε κατάσταση πτώχευσης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".........

ΟΕ" είχε κηρυχθεί και αυτός σε κατάσταση πτώχευσης, δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ομορρύθμου μέλους της προαναφερομένης εταιρίας, αφού έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται από το Εφετείο, καθίσταται δε αδιαστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και την άνω υπ' αριθμ. 909/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί της οποίας ποιείται ειδική μνεία του Εφετείο, καθώς και την υπ' αριθμ. .....

έκθεση του Εισηγητή Πτωχεύσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Aπορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.464/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ