Legislator Case Law & Legislation
1966/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment correcting land registry title based on inadmissible legal argument.

Case Number 1966/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's final judgment ordering a correction of the land registry title. The State argued that its intervention was abused, but the Court held this reasoning was legally inadmissible because the judgment relied independently on the validity of the applicant's derivative ownership rights. Consequently, the appeal failed to affect the operative part of the decision, and the State was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 3 of Law 2664/1998; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument alleging abuse of right is inadmissible if the contested judgment is based independently on a valid alternative ground that does not require the rejection of the appeal's premise.

Keywords

AI generated
land registry correction abuse of right inadmissible appeal derivative ownership legal costs allocation final judgment public intervention

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 3 of Law 2664/1998
άρθρο 3 § 6 στοιχ.
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
134423/1992
3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1966 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1966/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Βεντουρή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Παπαϊωάννου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2022 αίτηση της υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσίβλητης, την πρόσθετη υπέρ της αιτούσας παρέμβαση που άσκησε προφορικά στο ακροατήριο και με τις από 11-11-2022 προτάσεις της η πληρεξούσια δικηγόρος της ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητης, και την από 18-10-2022 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1189/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5243/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-1-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την κρινόμενη από 17-1-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, τελεσίδικη, με αριθμό 5243/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αρ. 1189/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 1-9-2022 και με αρ.

καταθ. 85381/2022 αίτηση διόρθωσης πρώτης ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής κατ' άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' του ν. 2664/1998 της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσείουσας και β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 18-1-2024, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (με αρ. ...

και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Δ. Β.) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ). 2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", 1 και 2 του ΝΔ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας, επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" και 480 Α ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, κατ` εξαίρεση της αρχής "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις" καθιέρωσε τη σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος, την οποία αργότερα επεξέτεινε και στα πλείονα αυτοτελή οικοδομήματα, ανεγειρόμενα σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους, καθώς και στους ορόφους ή μέρη των οικοδομημάτων αυτών.

Ο ίδιος νομοθέτης προσδιόρισε ως συστατική πράξη των διηρημένων αυτών ιδιοκτησιών αρχικά "μόνο τη ρητή συμφωνία ή πράξη τελευταίας βουλήσεως" (άρθρ. 14 Ν. 3741/1929), ακολούθως "μόνο τη δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου" (άρθρ. 1002 ΑΚ), μεταγενέστερα δε "είτε τη δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου, είτε δια συμβάσεως των τυχόν συγκυρίων αυτού" (άρθρ. 2 ΝΔ 1024/1971), ενώ με την προσθήκη του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ προέβλεψε τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή μέρη ορόφων και με δικαστική απόφαση σε δίκη διανομής.

Είναι δε πρόδηλο από την ως άνω εξέλιξη του θεσμού της χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή μέρη αυτών, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα του έναντι της προαναφερόμενης αρχής και από τη γραμματική ερμηνεία των στενά ερμηνευτέων πιο πάνω διατάξεων, ότι αποκλείεται η σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος με χρησικτησία ή με άλλους τρόπους, πλην των ανωτέρω αναφερομένων, που προβλέπονται από το νόμο.

Μόνο δε επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τον τελευταίο ως άνω πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία (ΑΠ 1225/2018, ΑΠ 642/2012, ΑΠ 56/2011, ΑΠ 502/2001).

Περαιτέρω, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 ν.

της 21-6-/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.

Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-03-1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1354/2013).

Εξάλλου κατά τα άρθρα 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29-11-1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ160/2014). Επίσης, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 693/2017).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι μια διακεκριμένη και αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι το με στοιχεία Α-2 διαμέρισμα του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 55,80 τ.μ.

και με ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου γεωτεμαχίου 44/1000 εξ αδιαιρέτου, μίας οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο, κείμενο εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, στη θέση "Τερψιθέα" Γλυφάδας, στο Ο.Τ. 2, επί της οδού Ναυαρίνου αριθ. 9 - 11. Η οικοδομή ανεγέρθη δυνάμει της με αριθμό 7.230/1975 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιώς και υπήχθη στο σύστημα της οροφοκτησίας δυνάμει της με αριθμό ....1976 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ.

Κ., που έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Π. Φαλήρου (τόμ. 123 και α/α 70), όπως τροποποιήθηκε με τη με αριθμό ....1977 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία μεταγραφών του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου (τόμ. 128 και α/α 52). Το γεωτεμάχιο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η παραπάνω πολυκατοικία, έχει έκταση 941,28 τ.μ., σύμφωνα με το με ημερομηνία 24.10.2022 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου Γλυφάδας με ΚΑΕΚ 050410906013/0/0.

Το προρρηθέν διαμέρισμα καταχωρίστηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου Γλυφάδας με αρχική εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη". Η ψιλή κυριότητα, όμως, του επιδίκου είχε κτηθεί κατά τον χρόνο έναρξης κτηματογράφησης στην ως άνω περιοχή, στις 28.3.2007, από την αιτούσα, ήδη εφεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των παρακάτω μεταβιβαστικών πράξεων:

α) με το με αριθμό ....2006 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Δ., που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας (τόμ. 47 και α/α 126), η γιαγιά της αιτούσας, Π. χήρα Δ. Δ., μεταβίβασε σε αυτήν την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας υπέρ αυτής την επικαρπία εφ' όρου ζωής, β) με το με αριθμό ....2006 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας (τόμ. 47 και α/α 127), η θεία της αιτούσας, Ε.

Δ. του Δ., μεταβίβασε λόγω δωρεάς σε αυτήν (αιτούσα) την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, και την επικαρπία αυτού, κατά το ίδιο ποσοστό, στην μητέρα της αιτούσας, Π. χήρα Δ. Δ., γ) με το με αριθμό ....2006 συμβόλαιο γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας (τόμ. 47 και α/α 128), η μητέρα της αιτούσας, Δ.

Δ. του Δ., μεταβίβασε σε αυτήν (αιτούσα) την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας υπέρ αυτής την επικαρπία εφ' όρου ζωής. Μάλιστα, μετά την έναρξη της κτηματογράφησης στην παραπάνω περιοχή, η αιτούσα κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία του επιδίκου, αφού με το με αριθμό ....2008 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας (τόμ. 58 και α/α 354), οι ανωτέρω επικαρπώτριες μεταβίβασαν προς αυτήν (αιτούσα), λόγω δωρεάς, την παρακρατηθείσα υπέρ αυτών επικαρπία επί του επιδίκου. Για την ανακαίνιση του επιδίκου η αιτούσα έλαβε, το έτος 2008, δάνειο από την διάδικο - προσθέτως παρεμβαίνουσα Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία προς εξασφάλιση της απορρέουσας από τη σύμβαση δανείου απαίτησής της ενέγραψε επί αυτού προσημείωση υποθήκης ποσού 108.000,00 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 46025Σ/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας (τόμ. 105 και α/α 1).

Περαιτέρω, οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας είχαν καταστεί συγκύριες του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμονταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, από τον Αύγουστο έτους 1980, οπότε και εγκαταστάθηκαν σε αυτό, έως τη σύνταξη των ως άνω συμβολαίων, προβαίνοντας σε όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις επί αυτού, οι οποίες προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή τους για την εξουσίασή του με διάνοια κυρίου, και συγκεκριμένα αποπεράτωσαν την κατασκευή του, προέβαιναν στην επισκευή και συντήρησή του και συμμετείχαν στην αναλογία των κοινόχρηστων δαπανών που αναλογούσαν στην οριζόντια αυτή ιδιοκτησία (βλ.

κατάθεση μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα προσκομιζόμενα με ημερομηνία 28.9.1980 και 18.11.1981 Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης ιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής). Η ως άνω κρίση ενισχύεται, εξάλλου, και από το ότι προ της εγκατάστασης των δικαιοπαρόχων της αιτούσας στο επίδικο είχε προηγηθεί του με αριθμό ....1977 προσυμφώνου πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.

Κ., δυνάμει του οποίου οι συγκύριοι του οικοπέδου, όπου ανεγέρθηκε μεταγενέστερα το επίδικο, Σ. Σ. του Ε. και Ι. συζύγου Δ. Κ., το γένος Χ. και Ε. Γ. (οι οποίοι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του με αριθμό .../1975 συμβολαίου συνένωσης και ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.

Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Π. Φαλήρου (τόμ. 114 και α/α 281), με τη σύμπραξη του εργολάβου Α. Γ. του Γ., ο οποίος ανέλαβε το έργο ανέγερσης της επίμαχης πολυκατοικίας, μετά την αποχώρηση του αρχικού εργολάβου, Γ. Ξ., προσυμφώνησαν να μεταβιβάσουν, λόγω πώλησης, προς την γιαγιά της αιτούσας, Π.

χήρα Δ. Δ. και προς τα δύο ανήλικα τότε τέκνα της (όπως αυτά εκπροσωπούνταν από την ως άνω ασκούσα τη γονική τους μέριμνα μητέρα τους), Ε. Δ. του Δ. (θεία της απούσας) και Δ. Δ. του Δ. (μητέρα της αιτούσας), ποσοστό 44/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, το οποίο αναλογούσε στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, ορίζοντας ως καταληκτική ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου την 30η.6.1978.

Κατά την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου, η γιαγιά της αιτούσας προκατέβαλε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης και συνέχισε να πληρώνει ανελλιπώς προς τον παραπάνω νέο εργολάβο τα γραμμάτια που αντιστοιχούσαν στις συμφωνημένες δόσεις του υπόλοιπου πιστωθέντος τιμήματος, έως τον Αύγουστο του έτους 1980, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος καθυστερούσε σημαντικά τις εργασίες αποπεράτωσης του διαμερίσματος, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, τα οποία τον οδήγησαν σε πτώχευση και εν τέλει σε οριστική εγκατάλειψη του έργου αποπεράτωσης της επίμαχης πολυκατοικίας τον Αύγουστο του 1980.

Λόγω μάλιστα της άρνησης των οικοπεδούχων να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα, η γιαγιά, η θεία και η μητέρα της αιτούσας άσκησαν κατ' αυτών και του ανωτέρω εργολάβου τη με ημερομηνία 20.1.1989 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1180/15.2.1989 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν την καταδίκη αυτών σε δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου για την κατάρτιση του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 3225/1989 απόφαση αυτού του Δραστήριου, που απέρριψε την αγωγή. Στη συνέχεια, οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2795/1991 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους οικοπεδούχους, τους οποίους καταδίκασε να δηλώσουν ενώπιον συμβολαιογράφου τη βούλησή τους ότι πωλούν και μεταβιβάζουν προς τις τότε ενάγουσες, δικαιοπαρόχους της αιτούσας, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, ποσοστό 44/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχούσε στην επίδικη υπό στοιχεία Α-2 οριζόντια ιδιοκτησία.

Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη (βλ. το με αριθ. πρωτ. ....2022 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και τη με αριθμό ....2022 βεβαίωση της γραμματέως του Αρείου Πάγου), πλην όμως δεν εκτελέστηκε ποτέ, αφού, παρά τις προσπάθειες της γιαγιάς της απούσας, οι πωλητές δεν προσήλθαν ποτέ ενώπιον συμβολαιογράφου, προκειμένου να καταρτιστεί το οριστικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αιτούσα έχει καταστεί αποκλειστική κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο. Ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ήδη εκκαλούντος, ότι η περιοχή στην οποία κείται το επίδικο υπήρξε δάσος, η κυριότητα του οποίου είχε περιέλθει σε αυτό ως νεκρή γαία, άλλως ως δημόσια γαία, άλλως ως χορτολιβαδική έκταση, άλλως ως αδέσποτη δασική έκταση, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

Συγκεκριμένα, προς ενίσχυση των ισχυρισμών του το εκκαλούν προσκομίζει το με αριθ. πρωτ. ....2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, στο οποίο διατυπώνεται η άποψη ότι το επίμαχο οικόπεδο αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία εμφανίζεται στο θεωρημένο Δασικό Χάρτη Δήμου Γλυφάδας ως Δασική Έκταση στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης (φωτοληψίας 1937, 1939 και 1945) και άλλης μορφής/κάλυψης εκτάσεις (εκχερσωμένες) στις αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης (φωτοληψίας 2007), καθώς και το με αριθ.

πρωτ. ....2022 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά-Νήσων & Δυτικής Αττικής, στο οποίο αναφέρεται ότι το επίδικο οικόπεδο δεν εμπίπτει σε γνωστό και καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, πλην όμως εμπίπτει στο Δασικό Πολύγωνο .... Ωστόσο, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ....2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, η έκταση με κωδικό ..., εντός της οποίας εμπίπτει το επίδικο ακίνητο, κατά τους ισχυρισμούς του Δημοσίου, έχει συμπεριληφθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Γλυφάδας.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη, επιμελεία της αιτούσας, από Ιουνίου 2022 δήλωση του τοπογράφου μηχανικού Α. Ν., με την οποία βεβαιώνεται ότι το επίδικο βρίσκεται σε περιοχή αμιγούς κατοικίας και εντός σχεδίου πόλης, σύμφωνα με την έγκριση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου Δήμου Γλυφάδας (ΦΕΚ 96Δ/1994 και. 986Δ/1994).

Επομένως, εάν ήθελε θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός αυτός και δη ο χαρακτήρας της επίμαχης περιοχής του επιδίκου ως δάσους ή ως δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης, αυτή δεν θα είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Γλυφάδας ή σε κάθε περίπτωση θα είχε ενταχθεί ως κοινόχρηστος χώρος ή ως δασική έκταση, ούτε θα είχε εκδοθεί η προμνησθείσα άδεια ανέγερσης οικοδομής του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας ανεγέρθηκε η οικοδομή στην οποία αυτό κείται.

Σημειωτέον ότι τα σχέδια πόλεων κατά το άρθρο 1 του ν.δ. της 17.7.1923 ή οι πολεοδομικές μελέτες κατά το άρθρο 6 του Ν. 1337/1983, κατά το μέρος που συνίστανται στη χάραξη ορισμένων γραμμών (ρυμοτομικών, οικοδομικών κ.λπ.), αποτελούν τα νομικά πλαίσια για τη δημιουργία πραγματικών καταστάσεων και τη θεμελίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων (βλ.

ΟλΣτΕ 2282/1992 ΑρχΝ 1993, 161, βλ. και ΟλΣτΕ 1364/2021 ΝΟΜΟΣ), ώστε, αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού του κυρίως παρεμβαίνοντος, ήδη εκκαλούντος, η Διοίκηση δεν θα προέβαινε στις ως άνω ενέργειες που θα καταστρατηγούσαν τον επικαλούμενο δασικό χαρακτήρα της επίμαχης περιοχής, δεδομένου ότι απαγορεύεται η δημιουργία οικιστικής περιοχής εντός δάσους ή δασικής έκτασης (βλ.

και άρθρο 60 ν.998/1979), ή τον χαρακτήρα του ως χορτολιβαδικής έκτασης (βλ. σχετ. ΜΕφΠειρ 438/2021 ΤΝΠ ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ). Έτσι, με τη ρυμοτόμηση της συγκεκριμένης περιοχής το ίδιο το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο θεωρούσε, προφανώς, αυτήν οικιστική και όχι δημόσια δασική ή χορτολιβαδική, και για αυτό επέτρεπε επί δεκαετίες τη δόμησή της (βλ.

σχετ. ΑΠ 712/2020 ΕΠολΔ 2021, 318). Η σημασία τής ρυμοτόμησης μίας περιοχής καταδεικνύεται, εξάλλου, και από το ότι η συνταγματική προστασία των δασών και η συνακόλουθη εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, που την εξειδικεύουν, δεν εκτείνεται στις περιοχές που έχουν ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο (βλ.

άρθρο 3 § 6 στοιχ. ζ' ν.998/1979), ακόμη και εάν η επίδικη ιδιοκτησία πριν την υπαγωγή της στο οικείο σχέδιο πόλης είχε δημόσιο δασικό χαρακτήρα, (βλ. ΑΠ 487/2014, ΜΕφΑΘ 5760/2022 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 438/2021 ΤΝΠ ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ, ΜΕφΠειρ 312/2020 ΕπΑκ 2020, 565). Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να παροράται ότι ουδέποτε επιτράπηκε η έκδοση οικοδομικών αδειών για μεμονωμένες κατοικίες εντός δασών χωρίς άδειες της δασικής νομοθεσίας (βλ.

ΣτΕ 1285/2009 ΝΟΜΟΣ), ώστε δεν θα είχε εκδοθεί η προμνησθείσα πολεοδομική άδεια, εάν υφίστατο δάσος στην εν λόγω περιοχή. Αλλωστε η ιδιοκτησία της αιτούσας - εφεσίβλητης, με το προαναφερθέν ΚΑΕΚ, δεν συμπεριλήφθηκε κατά την κατάρτιση των δασικών χαρτών στις δηλώσεις ιδιοκτησίας για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α.

Γλυφάδας (βλ. το με αριθμό ....2022 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά), όπως θα αναμενόταν, εάν ίσχυαν όσα διατείνεται το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση όλα τα παραπάνω, η περιοχή, στην οποία κείται το επίδικο, είχε χαρακτήρα οικιστικό, και όχι δασικό ή χορτολιβαδικό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους έφεσης.

Πέραν των παραπάνω και οι λοιπές βάσεις της κύριας παρέμβασης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκαν, καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκε έως την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι (το επίδικο) καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο πριν από το έτος 1830, με δικαίωμα πολέμου, ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο, με βούληση κυρίου, ή ότι κατά το έτος 1833 είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου (βλ.

σχετ. ΑΠ 34/2019 ΕπΑκ 2019, 693, ΜΕφΠειρ 312/2020 ό.π.). Προσέτι, προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6./9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ' όλης της γης που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1 ./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (βλ.

ΑΠ 1132/2020 ΝΟΜΟΣ). Προς επίρρωση μάλιστα των παραπάνω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόκτηση κυριότητας από το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που την θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (βλ.

ΑΠ 368/2015 ΤΝΠ ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ).

Εξάλλου, ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε καταστεί κύριο της ευρύτερης ως άνω έκτασης, στην οποία εμπίπτει το επίδικο, με κάποιον από τους επικαλούμενους από αυτόν τρόπους, καταχρηστικά ασκεί το ένδικο δικαίωμά του, μετά παραδοχή της πρωτοδίκως προβληθείσας από την αιτούσα - εφεσίβλητη οικείας ένστασης, την οποία παραδεκτώς και νόμιμα επαναπροβάλλει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (βλ.

σελ. 29 των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεών της) και η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον η άσκησή του αντίκειται στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του, αφού η ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλης του Δήμου Γλυφάδας και η έκδοση πολεοδομικής άδειας ανέγερσης της οικοδομής, όπου αυτό κείται, καθώς και η μακρόχρονη αδράνεια και παθητική στάση που επέδειξε το εκκαλούν, τουλάχιστον από το έτος 1975, δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στην αιτούσα- εφεσίβλητη, η οποία δεν γνώριζε κατά το κρίσιμο χρόνο κτήσης και άσκησης του επιδίκου δικαιώματος ότι αυτό εμπίπτει σε δημόσια έκταση, ότι, σε κάθε περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν επρόκειτο να ασκήσει την απορρέουσα από την κυριότητά του αξίωση, σε σχέση με το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Έτσι, η με την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε και ήδη παγιώθηκε από το έτος 1975, λόγω και της αδράνειας του εκκαλούντος να προβάλει δικαιώματα επί του επιδίκου, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη δεν είναι ανεκτή, αφού θα έχει ως συνέπεια την απώλεια περιουσιακού στοιχείου που υπό τις προπαρατεθείσες περιστάσεις η αιτούσα απέκτησε (βλ.

σχετ. ΑΠ 41/2022 ΤΝΠ ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ). Με βάση τα παραπάνω, η επίμαχη κτηματολογική εγγραφή ελέγχεται ως ανακριβής, δοθέντος ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο έναρξης της κτηματογράφησης η αιτούσα είχε καταστεί ψιλή κυρία του επιδίκου, ενώ δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί αυτού.". Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, δέχθηκε την πρόσθετη υπέρ της αιτούσας παρέμβαση της προσημειούχου δανείστριας "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και απέρριψε ως αβάσιμη την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει, την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για τις εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 117 και 24 του Συντάγματος, 62 παρ. 1 ν. 998/1979 και 3 β.δ. της 17/29.11.1836, υπό τις αιτιάσεις ότι με τις παραδοχές του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εντός δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης και ότι αν ήθελε θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός περί του δασικού χαρακτήρα της επίμαχης περιοχής του επιδίκου ακινήτου, αυτή δεν θα είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Γλυφάδας ή σε κάθε περίπτωση θα είχε ενταχθεί ως κοινόχρηστος χώρος ούτε θα είχε εκδοθεί η οικοδομική άδεια για ανέγερση της οικοδομής στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε το άρθρο 3 του β.δ.

της 17/29.11.1836 και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είναι κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου ως δημόσιου δασικού ακινήτου. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητά του ως δασική έκταση, άλλως ως χορτολιβαδική έκταση άλλως ως αδέσποτη δασική έκταση, ότι εξάλλου η έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο γεωτεμάχιο έχει συμπεριληφθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Γλυφάδας ως οικιστική περιοχή αμιγούς κατοικίας και έχει ρυμοτομηθεί, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε το άρθρο 3 του βδ της 17/29.11.1836 περί παρουσίασης εντός έτους από την δημοσίευσή του των τίτλων ιδιοκτησίας δασών, το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 περί του βάρους αποδείξεως κυριότητας επί δασικών εκτάσεων και τα άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, για την εφαρμογή των οποίων απαιτείται ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης.

Τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο γεωτεμάχιο δεν εμπίπτει σε δασική έκταση ενώ οι λοιπές παραδοχές περί ένταξης του στο σχέδιο πόλης αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, με συνέπεια ο ανωτέρω λόγος να στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επίσης, παρεκτός της αοριστίας του δευτέρου σκέλους του λόγου αυτού καθόσον δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ουδέποτε αποτελούσε δασική ή χορτολιβαδική έκταση, ούτε αδέσποτο ακίνητο και δεν περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου με οποιονδήποτε τρόπο.

Επομένως ο ανωτέρω πρώτος λόγος είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25,26,27/1994, ΑΠ 1011/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠΟλΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αιτιώμενο ότι μόνη η αδράνεια του Δημοσίου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της κυριότητάς του.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της διόρθωσης της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής του επίδικου ακινήτου με τη διαπίστωση ύπαρξης του εγγραπτέου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ζήτημα το οποίο αποτελούσε το μοναδικό αντικείμενο της εν λόγω δίκης, δέχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι δημόσια δασική ή χορτολιβαδική έκταση ούτε αδέποστο και δεν ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης στηρίζεται σε, παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την ίδια και σε πρωτότυπο τρόπο από τις δικαιοπαρόχους αυτής .

Στη συνέχεια διέλαβε στο σκεπτικό της επάλληλη σκέψη υπό τις παραδοχές ότι "... ακόμη κι ήθελε θεωρηθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε καταστεί κύριο της ευρύτερης ως άνω έκτασης στην οποία εμπίπτει το επίδικο, με κάποιον από τους επικαλούμενους από αυτό τρόπους, καταχρηστικά ασκεί το ένδικο δικαίωμά του, ....

καθόσον η άσκησή του αντίκειται στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του....". Το ως άνω διατακτικό της απόφασης αυτής, με το οποίο διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γλυφάδας για το επίδικο γεωτεμάχιο, έτσι ώστε αντί της εσφαλμένης εγγραφής "άγνωστου ιδιοκτήτη" να φαίνεται ότι τούτο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της αιτούσας Π.

Κ. του Ν., καθώς και εγγραφή και καταχώρηση στα ίδια κτηματολογικά βιβλία του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής επί τούτου, στηρίζεται αυτοτελώς και στις δύο αυτές επάλληλες αιτιολογίες. Με τον ανωτέρω δεύτερο αναιρετικό λόγο, αλυσιτελώς πλήττεται η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία περί της καταχρηστικής άσκησης της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην, ανεπιτυχώς πληττόμενη με τον πρώτο λόγο, κύρια αιτιολογία του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από το ίδιο και έγινε δεκτή η αίτηση της αναιρεσίβλητης, και επομένως τυχόν παραδοχή του ανωτέρω λόγου δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης.

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα καθενός των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν με χωριστούς δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων, τα οποία, ωστόσο, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2024 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 5243/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για καθένα χωριστά.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ