Legislator Case Law & Legislation
1966/2024 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal and orders retrial due to missing proof of service on a necessary co-appellant.

Case Number 1966/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against a Third Instance Court decision and ordered a retrial of the appeal hearing. The appellant challenged a final judgment, but the court found insufficient evidence proving that a necessary co-appellant had been properly served with the appeal. Consequently, the court could not verify the finality of the lower court's decision regarding this missing party. The decision was reversed to allow the appellant to provide the required documentation for proper service.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure: If a necessary co-appellant has not been properly served with the appeal, the appeal is inadmissible until the finality of the contested decision is established vis-à-vis that party.

Keywords

AI generated
necessary co-appellant service of process finality of decision inadmissible appeal retrial ordered Code of Civil Procedure Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1966 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1966/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία ".....", 2) Χ. Α. του Κ. - Ξ., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειρίστριας της ανωτέρω Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσιμπανούλη και Τιμολέοντα Φουντεδάκη, που ανακάλεσαν τις από 31/1/2024 και από 30/1/2024 αντίστοιχα, δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ... ..., ατομικά και με την ιδιότητα του εγγυητή, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2017 αγωγή της πρώτη ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26/7/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5973/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1661/2021 μη οριστική και 1255/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 608/2021, ΑΠ 412/2018,ΑΠ 99/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, ο τρίτος αναιρεσίβλητος Θ. Μ., δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την με αριθμ. 3497ΣΤ'/7-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ... Ι. Β., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο Θ.

Μ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την σημερινή συνεδρίαση πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1 και 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, αφού θεωρηθεί ότι αυτός αντιπροσωπεύεται από τον παρασταθέντα αναιρεσείοντα, με τον οποίο, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, τον συνδέει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεσή του εναντίον όλων των ομόδικων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομόδικων αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο του αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (ΑΠ 812/2013).

Συνεπώς, το ένδικο μέσο, που ασκεί ο αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται, να το ασκήσει και κατά των ομόδικων του, αφού θεωρείται, ότι έχει ασκηθεί και απ' αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομόδικων ή περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο.

Πλην, όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν το άσκησαν, να καλούνται σ' όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 583/2023,ΑΠ 559/2019, ΑΠ 192/2012).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε διάδικο (ΑΠ 611/2021,ΑΠ 602/2021,ΑΠ 597/2021), με αποτέλεσμα να υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομόδικους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους.

Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους (ΑΠ 1461/2023,ΑΠ 865/2023,ΑΠ 1327/2022, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 965/2017). Κατά το άρθρο 503 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020,ΑΠ 162/1997), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 865/2023,ΑΠ 583/2023,ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017). Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 11/1998,ΑΠ 865/2023,ΑΠ 583/2023,ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 33/2019, ΑΠ 215/2018).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο, αν κατά το χρόνο άσκησής της, έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 737/2017), ενώ αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 530/2018). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013,ΟλΑΠ 18/2001, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 999/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 1008/2021).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρ. 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ) επί απόφασης που εκδόθηκε με πλασματική ερημοδικία, το έννομο συμφέρον του ερημοδικασθέντος αναγκαίου ομόδικου, έστω και αν αυτός αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους του, για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 435/2023,ΑΠ 453/2022, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 367/2014,ΑΠ 658/2012), και, τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 568/2020,ΑΠ 239/2020, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 1422/2013, ΑΠ 326/2009) καθώς καταβάλλεται το κατώτερο που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1075/2018).

Έτσι, σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομόδικων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 865/2023,ΑΠ 583/2023,ΑΠ 792/2022, ΑΠ 454/2021, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 965/2017,ΑΠ 367/2014,ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011,ΑΠ 764/2009).

Περαιτέρω, όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού, υφίσταται μεταξύ τους αναγκαία ομοδικία, καθ` ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντος αδιαφόρου αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 407/2019,ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1280/2017).Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος δύναται να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η παρεχόμενη δε από την ανωτέρω διάταξη εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την επανάληψη, και όταν διαπιστώνει, μετά το πέρας της συζήτησης κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, κενά ή αμφίβολα σημεία, που σχετίζονται με το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 323/2023,ΑΠ 1374/2021, ΑΠ 339/2019, ΑΠ 341/2018,ΑΠ 1760/2017, ΑΠ 723/2017,ΑΠ 243/ 2017).

3. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα παρακάτω: Με την υπ'αριθμ ΓΑΚ 102669/ΕΑΚ 8943/2017 και από 20-5-2017 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η αρχικώς ενάγουσα Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία "....." και το διακριτικό τίτλο "...", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "....", ως καθολική διάδοχος λόγω απορρόφησης κατ'άρθρο 18 του Ν.4601/2019,κατά των Κ.

Μ. (αναιρεσείοντος) και Θ. Μ.(τρίτου αναιρεσιβλήτου),ισχυρίστηκε ότι την 16-4-2014 με σύμβαση δικαιόχρησης, παραχώρησε στον πρώτο εναγόμενο δικαίωμα χρήσης και εφαρμογής του συστήματος franchise "...", στην περιοχή της ... ... και ότι ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση της σύμβασης από τον πρώτο εναγόμενο.

Ότι η αρχικώς ενάγουσα με την από 7-2-2017 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο ανακοίνωσε, ότι καταγγέλλει τη σύμβαση, επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο ότι συντρέχει δυσφημιστική για το δίκτυο αναίτια διακοπή της ένταξης σε αυτό της ανωτέρω επιχείρησης, η οποία αποτελεί παράβαση όρου της μεταξύ τους σύμβασης ενώ κάλεσε αυτόν να παραλείπει εκμετάλλευση της τεχνογνωσίας και των δεδομένων που του παραχωρήθηκαν, να αποδώσει όλα τα εγχειρίδια που παραδόθηκαν στον ίδιο και να απέχει ένα έτος από την άσκηση στην περιοχή που συμφωνήθηκε επιχείρησης ανταγωνιστικής προς την ασκούμενη εντός του δικτύου.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος μετά την λήξη της σύμβασης συνέχιζε να ασκεί την ατομική του επιχείρηση στο ως άνω κατάστημα εκμεταλλευόμενος τον κύκλο συναλλασσόμενων που διαμορφώθηκε λόγω της λειτουργίας του δικτύου της ενάγουσας. Ότι, ο πρώτος εναγόμενος, λόγω παράβασης των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας και παράλειψης μετασυμβατικού ανταγωνισμού, προκάλεσε την κατάπτωση των ποινικών ρητρών που συμφωνήθηκαν.

Ότι η ως άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, προσέβαλε την φήμη και τη αξιοπιστία της επιχείρησής της αρχικώς ενάγουσας και αποτελεί αθέμιτο ανταγωνισμό. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο, εις ολόκληρον στην ενάγουσα : α) το ποσό των 4.344,44 ευρώ λόγω οφειλόμενων μηνιαίων δικαιωμάτων χρήσης, β) το ποσό των 30.000 ευρώ, λόγω της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας που προκλήθηκε, εξαιτίας της παραβίασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, γ) το ποσό των 30.000 ευρώ, λόγω της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας που προκλήθηκε εξαιτίας της παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού και δ) το ποσό των 3.120 ευρώ, λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας που προκλήθηκε εξαιτίας την καθυστέρησης διάρκειας 104 ημερών μετά τη λύση της σύμβασης, της απόδοσης στην αρχικώς ενάγουσα των εγχειρίδιων, που χορηγήθηκαν κατά την ένταξη της επιχείρησης στο δίκτυο και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καθώς και να παύσει αυτός να ασκεί στο κατάστημα που βρίσκεται στην ... ...

ανταγωνιστική προς το δίκτυο επιχείρηση και κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα και να παραλείπει αυτή στο μέλλον. Επίσης με την υπ'αριθμ ΓΑΚ 107553/ΕΑΚ 12686/2017 και από 26-7-2017 αγωγή, κατά των εναγομένων (αρχικώς ενάγουσας της υπ'αριθμ. ΓΑΚ 102669/ΕΑΚ 8943/2017 αγωγής και της δεύτερης αναιρεσίβλητης), ο ενάγων (αναιρεσίβλητος και πρώτος εναγόμενος της υπ'αριθμ ΓΑΚ 102669/ΕΑΚ 8943/2017 αγωγής),ζήτησε να 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από 16-04-2014 σύμβασης δικαιόχρησης λόγω αντίθεσης στους κανόνες των άρθρων 178 και 179 α ΑΚ , άλλως η ακυρότητα των αναφερομένων όρων αυτής και όλης της σύμβασης, διότι αυτή δεν θα είχε συσταθεί από την πρώτη εναγομένη χωρίς τους ως άνω άκυρους όρους, 2) να αναγνωριστεί ότι η συμπεριφορά των εναγομένων αποτελεί υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του κατά το μέρος που συνδέεται με τις παράνομες προμήθειες και για το ποσό ως προς το οποίο ζημιώθηκε λόγω των υψηλότερων τιμών των πωλούμενων προϊόντων και Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν α) το ποσό των 15.000 ευρώ, που κατέβαλε για δικαίωμα εισόδου στο δίκτυο της πρώτης εναγόμενης, β) ποσό 21.091,20 ευρώ που κατέβαλε για παράνομες προμήθειες και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν εις ολόκληρον α) το ποσό των 41.440 ευρώ, που κατέβαλε για δικαιώματα χρήσης, β) το ποσό των 21.396,96 ευρώ λόγω ζημίας από τις διαφορές των τιμών προϊόντων και γ) το ποσό των 70.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων, με το νόμιμο τόκο και να απαγγελθεί εναντίον της δεύτερης εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρις ενός έτους.

Επί των αγωγών αυτών, οι οιποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.5973/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία α)δέχτηκε την υπ'αριθμ. ΓΑΚ 102669/ΕΑΚ 8943/2017 αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αρχικώς ενάγουσα το ποσό των 29.904,44 ευρώ νομιμοτόκως και β)απέρριψε την ΓΑΚ 107553/ΕΑΚ 12686/2017 ως προς την δεύτερη εναγομένη και την δέχτηκε εν μέρει ως προς την πρώτη εναγομένη, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.091,20 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τους εν μέρει ηττηθέντες ως άνω ενάγοντες, η από 13-8-2019 έφεση της αρχικώς ενάγουσας της από 20-5-2017 αγωγής και πρώτης εναγομένης της 26-7-2017 αγωγής, στρεφομένη κατά του πρώτου εναγομένου της από 20-5-2017 αγωγής και ενάγοντος της από 26-7-2017 αγωγής και του δευτέρου εναγομένου της από 20-5-2017 αγωγής και η από 13-10-2020 έφεση του πρώτου εναγομένου της από 20-5-2017 αγωγής και ενάγοντος της από 26-7-2017 αγωγής, στρεφομένη κατά της αρχικώς ενάγουσας της από 20-5-2017 αγωγής και πρώτης εναγομένης της 26-7-2017 αγωγής και της δεύτερης εναγομένης της από 26-7-2017 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του εκ των εφεσιβλήτων - εναγομένων ως άνω Θ.Μ. (τρίτου αναιρεσιβλήτου) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (αναιρεσείοντος και πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), η προσβαλλομένη 1255/2022 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία, κατ' αποδοχή αυτών (εφέσεων), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 26-7-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ έκανε δεκτή την από 20-5-2017 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους εναγομένους (αναιρεσείοντα και τρίτο αναιρεσίβλητο) να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας, το ποσό των 30.000 ευρώ νομιμοτόκως και επιπλέον ο αναιρεσείων και το ποσό των 8.000 ευρώ.

Κατά της παραπάνω εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως από τον εκ των εναγομένων της από 20-5-2017 αγωγής - εφεσιβλήτων της από 13-8-2019 εφέσεως (αντιμωλία δευτεροβαθμίως δικασθέντα), ενάγοντα της από 26-7-2017 αγωγής και εκκαλούντα της από 13-10-2020 εφέσεως Κ.Μ. (αναιρεσείοντα) στρεφόμενη κατά 1. της καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας της από 20-5-2017 αγωγής και πρώτης εναγομένης της 26-7-2017 αγωγής, εκκαλούσας της από 13-8-2019 εφέσεως και πρώτης εφεσίβλητης της από 13-10-2020 εφέσεως Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." (πρώτης αναιρεσίβλητης), 2.

δεύτερης εναγομένης της 26-7-2017 αγωγής, και δεύτερης εφεσίβλητης της από 13-10-2020 εφέσεως, Χ. Α. (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και 3. δεύτερο εναγόμενο της από 20-5-2017 αγωγής - δευτέρου εφεσιβλήτου της από 13-8-2019 εφέσεως Θ. Μ.(τρίτου αναιρεσιβλήτου). Η απεύθυνση της αναίρεσης και κατά του αναγκαίου ομοδίκου του αναιρεσείοντος, συνεναγομένου του στην αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Θ.

Μ., δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αυτός (Θ. Μ.) καλείται σε κάθε συζήτηση της αναίρεσης. Πλην όμως δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη ως άνω απόφαση (1255/2022 απόφαση του Εφετείου ...ς) έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τον (κατ' έφεση) ερημοδικασθέντα αναγκαίο ομόδικο του αναιρεσείοντος, αφού αυτός, αν και αναγκαίος ομόδικος του τελευταίου, δικαιούται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να την προσβάλλει με ανακοπή ερημοδικίας.

Ειδικότερα δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε και γίνεται σχετική επίκληση από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα, ότι έγινε επίδοση προς τον ερημοδικασθέντα αναγκαίο ομόδικό του της προσβαλλομένης αποφάσεως και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, ούτε ότι έλαβε χώρα παραίτηση αυτού από το σχετικό δικαίωμα, ενώ το έννομο συμφέρον του για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, και ανεξάρτητα του ότι δεν ορίστηκε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας.

Επειδή, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα, σχετικά με την συνδρομή της προϋπόθεσης της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης ερήμην του τρίτου αναιρεσιβλήτου (ορθότερο προς ον η κοινοποίηση της αναίρεσης) εκδοθείσας απόφασης, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 15.9.2022 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ.1255/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ