Legislator Case Law & Legislation
1966/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on unjust enrichment claim, remanding case for retrial on merits.

Case Number 1966/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an unjust enrichment claim. The Court found that the lower court incorrectly rejected the supplementary claim for unjust enrichment, which was based on the same factual foundation as the primary contract claim. Consequently, the decision was remanded for retrial on this specific issue while costs were assigned to the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 322, 324, 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal on a supplementary claim for unjust enrichment if the primary claim's basis is invalid, remanding the case for retrial on the merits.

Keywords

AI generated
unjust enrichment supplementary claim invalid contract basis remand for retrial Code of Civil Procedure appeal admissibility legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, 276, 281, 285 of the Code of Civil Procedure
Law 3463/2006
Law 3852/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1966 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1966/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Γλυφάδας, που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ, ΑΘΛΗΤΙΚΗ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ" και το διακριτικό τίτλο "Κ.Α.Π.Π.Α. ΔΗΜΟΥ ΓΛΥΦΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λακαφώση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12172/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3515/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/12/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-12-2020 αίτηση αναίρεσης (αριθ.εκθ.κατάθ.1086/2020, αριθ.δικ.469/2021), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3515/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 22-7-2019 με αριθ.καταθ.5704/2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή της κατά της 12172/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 1-12-2015 με αριθ.καταθ.109255/14099/2015 αγωγή της για επιδίκαση συμφωνημένης αμοιβής, άλλως απόδοσης ισόποσης ωφέλειας κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ' αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (Α.Π.2028/2014, ΑΠ 1198/1997).

Η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη και επιδίκασε για ορισμένο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις απαιτήσεις, αποτελεί δεδικασμένο και σε νέα δίκη, μεταξύ των αυτών διαδίκων, όταν αξιώνεται με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς η επιδίκαση απαιτήσεων από την αυτή βασική έννομη σχέση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν, εκτός από το χρόνο, τα υπόλοιπα περιστατικά (Α.Π.2028/2014, ΑΠ 1186/1993, Α.Π.Α 111/2008).

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνον από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν αντίθετα το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 298/2004), παράγεται δε δεδικασμένο και από λανθασμένη απόφαση (ΑΠ 2028/2014, Α.Π.659/2003, 1663/2006, 111/2008).

Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Επίσης ελέγχεται και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 7/2013, ΑΠ 869/2017).

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος και απορριπτέος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1002/2005, Α.Π. 2/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.16, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που πηγάζει από την εκδοθείσα, επί προηγούμενης αγωγής της κατά των αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ., με αριθμό 7049/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συγκεκριμένα το δεδικασμένο για το κύρος και την ισχύ της ένδικης σύμβασης παροχής υπηρεσιών (περίθαλψης υπερηλίκων) που καταλαμβάνει και το επίδικο χρονικό διάστημα (από 8ο του 2012 έως και 12ο του 2015), μετά την προφορική παράτασή της για αόριστο χρόνο, κατά τη λήξη της αρχικής ενιαύσιας διάρκειάς της, που είχε καταρτισθεί εγγράφως στις 12-8-2010.

Ο λόγος αυτός παραδεκτά προτείνεται με την αναίρεση, αφού πρόκειται για ισχυρισμό περί δεδικασμένου, του οποίου τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω υπ'αριθ. 7049/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία κατέστη τελεσίδικη λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ'αυτής εντός της οριζομένης καταχρηστικής προθεσμίας), την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί κατά την έρευνα του σχετικού υπό κρίση λόγου αναίρεσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ως ουσία βάσιμη την προηγούμενη, από 10-7-2012, αγωγή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ν.π.δ.δ.

και υποχρέωσε τους τελευταίους, ευθυνομένους εις ολόκληρον, να της καταβάλουν, λόγω εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, το ποσό των 34.560 ευρώ ως συμφωνημένη αμοιβή της, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2011 έως 31-12-2011, δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών περίθαλψης ηλικιωμένων-απόρων δημοτών του πρώτου εναγομένου Δήμου Γλυφάδας που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους για το διάστημα αυτό.

Στη συνέχεια η ίδια ενάγουσα-αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη, από 1-12-2015, αγωγή, στρεφόμενη κατά των ιδίων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ.- την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί κατά την έρευνα του σχετικού υπό κρίση λόγου αναίρεσης- ιστορώντας ότι δυνάμει της από 12-8-2010 έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών (περίθαλψης ηλικιωμένων), διαρκείας ενός έτους, από 1-1-2011 έως 31-12-2011, ανέλαβε την υποχρέωση να περιθάλψει το εν λόγω χρονικό διάστημα τέσσερις άπορους ηλικιωμένους δημότες του εναγομένου Δήμου Γλυφάδας αντί της συμφωνημένης αμοιβής, ποσού 720 ευρώ μηνιαίως για καθένα των ηλικιωμένων, ότι στη συνέχεια η σύμβαση αυτή, κατά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, παρατάθηκε με προφορική συμφωνία για αόριστο χρόνο, η ίδια παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της στους εναγομένους για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-12-2015 και κατόπιν τούτων ζήτησε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ν.π.δ.δ., ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 88.560 ευρώ ως συμφωνημένη, με την άνω, προφορικά παραταθείσα σύμβαση, αμοιβή της (κύρια αγωγική βάση).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12172/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως νομικά αβάσιμη κατά την ανωτέρω βάση της, της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, λόγω ακυρότητας της επικαλούμενης, για το επίδικο χρονικό διάστημα, προφορικής ένδικης σύμβασης, ελλείψει του απαιτούμενου κατά νόμο για το κύρος της έγγραφου τύπου.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα-αναιρεσείουσα και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3515/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, κατά την έρευνα του σχετικού υπό κρίση λόγου αναίρεσης, με την οποία το εφετείο δέχτηκε τα εξής: "..τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην μεταγενέστερη υπό κρίση από 1-12-20215 αγωγή διαφοροποιούνται (τόσο ως προς το χρόνο εκπλήρωσης όσο και ως προς τον τρόπο σύναψης των συμβάσεων αλλά και την ισχύ αυτών) από αυτά της προγενέστερης από 12-7-2012 αγωγής και της επί αυτής 7049/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, και επομένως δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας ώστε να παράγεται δεδικασμένο, επιπλέον από την απλή ανάγνωση της 7049/2015 απόφασης ουδόλως προκύπτει ότι η οφειλόμενη αμοιβή της προέρχεται από το υπ'αριθ.326/2010 συμφωνητικό και ότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε η παράταση ισχύος αυτού μετά το τέλος το τέλος του 2010 χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για ολόκληρο το έτος 2011".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα παραδεκτά, με επίκληση των προαναφερόμενων περιστατικών, λόγο εφέσεως της ενάγουσας-αναιρεσείουσας περί ύπαρξης δεδικασμένου για το κύρος και την ισχύ της ένδικης σύμβασης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που θα συνεπαγόταν, μετά από παραδοχή της έφεσης, τη νομική βασιμότητα της αγωγής της και την περαιτέρω έρευνα της, κατ'ουσίαν.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έννομη σχέση που κρίθηκε με την πρώτη, την υπ'αριθμ. 7049/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσα συμφωνημένη αμοιβή, ποσού 34.560 ευρώ, λόγω της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών της, περίθαλψης τεσσάρων ηλικιωμένων, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011, είναι σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με συμβατική, ενιαύσια, διάρκεια, για το έτος 2011.

Η σύμβαση που αποτέλεσε την ιστορική και νομική αιτία της ένδικης αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κατά των ιδίων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ. επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι προφορικά παραταθείσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών για αόριστο χρόνο- (που καταλαμβάνει το επίδικο χρονικό διάστημα από 8ο του 2012 έως και 12ο του 2015)- κατά τη λήξη της από 12-8-2010 έγγραφης σύμβασής τους ενιαύσιας διάρκειας.

Επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας για την έννομη σχέση που κρίθηκε με την υπ'αριθμ. 7049/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αυτής που ιστορείται στην ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι στην ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση η ιστορική και νομική αιτία για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2011 έως 1-12-2011) είναι σύμβαση παροχής υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, και μάλιστα χωρίς μνεία έγγραφου τύπου, ενώ στην ένδικη έννομη σχέση, η ιστορική και νομική αιτία για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 8ο του 2012 έως 31-12-2015) είναι σύμβαση παροχής υπηρεσιών που παρατάθηκε προφορικά για αόριστο χρόνο, μετά τη λήξη της από 12-8-2010, ενιαύσιας διάρκειας, έγγραφης σύμβασης.

Ενόψει αυτών δεν παράγεται από την άνω υπ'αριθ. 7049/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεδικασμένο για την κριθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση έννομη σχέση και συνεπώς το εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του ορθώς έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του και συνακόλουθα ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και μεταγενέστερα κατά την υπ` αριθ. 2054839/452/0026/3 - 9.7.1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β`447/1992) 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε κατά την υπ` αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β`1427/2001) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρ. 4§1 και 20 §1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του άρθρ. 1§1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 84 του ν.δ/τος 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ/γμα), ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ.

ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για τυχόν τροποποίησή της, σύμφωνα με το άρθρο 164 Α.Κ., ως τροποποιήσεις δε νοούνται οι ουσιώδεις συμφωνίες που μεταβάλλουν ένα ή περισσότερους όρους της αρχικής δικαιοπραξίας ή συμπληρώνουν αυτούς διευρύνοντας τη δικαιοπραξία κατά το περιεχόμενό της δηλαδή επιφέρουν αύξηση ή μείωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβληθέντων, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984 ΑΠ 1626/1995 181/2004 1161/2009 1135/2010 1057/2011).

Δεν απαιτείται η υποβολή της συμφωνίας με την οποία τροποποιείται η εν λόγω σύμβαση στον ίδιο τύπο (του ιδιωτικού εγγράφου), αν πρόκειται για όρους, με τους οποίους αυτή καταργείται ολικά ή μερικά ή περιορίζεται η ενέργειά της ή με τους οποίους γίνεται παραίτηση από όρο αυτής (ΑΠ 1397/2017). Με τον δεύτερο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρ.559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.

με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην επίδικη περίπτωση σχετικά με την κύρια βάση της αγωγής του ερειδόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ. και αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 41 εδ.

α'του ν.δ.496/1974, όπως ισχύει, για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, και ειδικότερα αξίωσε έγγραφο τύπο ως συστατικό και για την παράταση για αόριστο χρόνο της εγγράφως καταρτισθείσας αρχικώς σύμβασης παροχής υπηρεσιών ηλικιωμένων, δεχόμενο ότι ελλείπει ο συστατικός τύπος και ότι για το λόγο αυτό η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, και έκρινε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τη διάταξη του εδ.α'του άρθρου 41 ν.δ.496/1974 θα έκανε δεκτή την αγωγή της ως νομικά βάσιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για την έρευνα του αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την ένδικη, από 1-12-2015 με αριθ.καταθ.109255/14099/1-12-2015 αγωγή της, στρεφόμενη κατά των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ., ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 12-8-2010 έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών (περίθαλψης ηλικιωμένων), διαρκείας ενός έτους, από 1-1-2011 έως 31-12-2011, ανέλαβε την υποχρέωση να περιθάλψει το εν λόγω χρονικό διάστημα τέσσερις άπορους ηλικιωμένους δημότες του εναγομένου Δήμου Γλυφάδας αντί της συμφωνημένης αμοιβής, ποσού 720 ευρώ μηνιαίως για καθένα των ηλικιωμένων, ότι στη συνέχεια η σύμβαση αυτή, κατά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, παρατάθηκε με προφορική συμφωνία για αόριστο χρόνο καταλαμβάνοντας έτσι και το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-8-2012 έως 31-12-2015 κατά το οποίο η ίδια παρείχε στους εναγομένους τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της και κατόπιν τούτων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 88.560 ευρώ ως συμφωνημένη, με την άνω, προφορικά παραταθείσα σύμβαση, αμοιβή της (κύρια αγωγική βάση).

Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, καθόσον η επικαλούμενη προφορικά καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων ν.π.δ.δ. τροποποιητική συμφωνία δυνάμει της οποίας παρατάθηκε για αόριστο χρόνο η ισχύς της αρχικά ορισμένου χρόνου και εγγράφως καταρτισθείσας σύμβασης παροχής υπηρεσιών περίθαλψης ηλικιωμένων, που το αντικείμενό της υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι άκυρη.

Και τούτο διότι δεν τηρήθηκε γι'αυτήν ο έγγραφος συστατικός τύπος, στον οποίο υπόκειται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 εδ.α' του ν. δ. 496/1974 και 164 ΑΚ, δεδομένου ότι ο έγγραφος τύπος που ορίζει ο νόμος (αρθ.41 εδ.α' ν.δ.496/1974) για τις συμβάσεις με συμβαλλόμενο ν.π.δ.δ και αντικείμενο που υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, απαιτείται και για τις τροποποιήσεις ουσιωδών όρων της, μεταξύ των οποίων η παράταση του χρόνου διάρκειάς της, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση.

Έτσι, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από απόρριψη σχετικού λόγου εφέσεως, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής λόγω ακυρότητας της προφορικά καταρτισθείσης τροποποιητικής σύμβασης στην οποία ερείδεται, ελλείψει τηρήσεως του αναγκαίου εγγράφου τύπου για την κατάρτισή της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 41 εδ.α' του ν.

δ. 496/1974, 159, 164, 180 ΑΚ. Επομένως ο παραπάνω από το 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος (κατά το πρώτο σκέλος) της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος) της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει και από έλλειψη νόμιμης βάσης διότι ουδόλως αιτιολογεί πόθεν καταλήγει στο συμπέρασμα περί ελλείψεως εγγράφου τύπου.

Ο λόγος αυτός (κατά το δεύτερο μέρος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δεν ιδρύεται επί απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης με βάση τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά ή λόγω νομικής αοριστίας καθόσον δεν διατυπώνεται αιτιολογία επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π.3/1997), όπως στην υπό κρίση περίπτωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρο 237 παρ.1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.

Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής και όχι η νομική της βάση, δηλαδή ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (Α.Π.597/2019, Α.Π. 910/2017, Α.Π. 460/2013, Α.Π.778/2011). Ιστορική βάση της αγωγής νοείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής (Ολ.Α.Π. 2/1994) και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013).

Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 1806/2014, ΑΠ 1523/2013).

Η, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Η διάταξη του άρθρου 224 εδ.β'του Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ), να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή δεν μπορεί να αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία, παρόλο ότι είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή, δεν μπορεί δηλαδή να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της (Α.Π.597/ 2019, Α.Π.273/2009, 556/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.

Με τον τρίτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ., έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι επήλθε απαράδεκτη μεταβολή της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής της, της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων ν.π.δ.δ.

από σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με τον διαλαμβανόμενο στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό της περί θεραπείας της έλλειψης εγγράφου τύπου της σύμβασης αυτής. Από το περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτό προεκτέθηκε και επισκοπήθηκε, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα στήριξε την αξίωση της κατά την κύρια βάση της, της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων ν.π.δ.δ., στην προφορικά καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και των εναγομένων τροποποιητική συμφωνία δυνάμει της οποίας παρατάθηκε για αόριστο χρόνο η ισχύς της αρχικά ορισμένου χρόνου και εγγράφως καταρτισθείσας σύμβασης παροχής υπηρεσιών περίθαλψης ηλικιωμένων.

Με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα προσέθεσε νέα πραγματικά περιστατικά, προβάλλοντας σχετικό ισχυρισμό περί θεραπείας της έλλειψης του απαιτούμενου εγγράφου τύπου της ένδικης σύμβασης, με την ιστορούμενη το πρώτον στις προτάσεις της έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της και την σιωπηρή αποδοχή της με την εκπλήρωση εκ μέρους της των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεών της, σύμφωνα με τα εδ.γ'και δ'του άρθρου 41 του ν.δ.496/1974.

Η προσθήκη των ανωτέρω νέων πραγματικών περιστατικών με τον προαναφερόμενο τρόπο συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθόσον εισφέρονται νέα ουσιώδη περιστατικά και συγκεκριμένα περιστατικά θεραπείας και κάλυψης του απαιτούμενου, κατά το νόμο, τύπου για το κύρος της ένδικης σύμβασης, με επίκληση των προϋποθέσεων του εδ.γ'και δ'του άρθρου 41 του ν.δ.496/1974, και με τον τρόπο αυτό επιχειρείται ανεπίτρεπτα η αναπλήρωση της νομικής αοριστίας της αγωγής και συνακόλουθα η νομική της θεμελίωση, η παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε "ότι με τον ισχυρισμό της τότε ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας περί θεραπείας της τυχόν άκυρης σύμβασης με την ιστορούμενη το πρώτον με την από 7-5-2018 προσθήκη στις από 2-5-2018 προτάσεις της έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της και την σιωπηρή αποδοχή της με την εκπλήρωση εκ μέρους της των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεών της, εισφέρονται νέα ουσιώδη γεγονότα και έτσι προστίθεται στην αγωγή, που βασιζόταν σε παράταση κατόπιν προφορικής εντολής, έγκυρης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και νέα ιστορική βάση.

Με τον τρόπο αυτό, επήλθε μεταβολή ουσιωδών στοιχείων της ιστορικής βάσης, γεγονός που αντίκεται στην απαγόρευση του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ. Κατ'ακολουθία, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι με τον ισχυρισμό αυτό επήλθε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο σχετικός λόγος της έφεσης".

Με τις παραπάνω παραδοχές του το εφετείο ορθώς έκρινε ότι με βάση τα παραπάνω επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνακόλουθα ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το αρθρ.559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος του, επικουρικά προβαλλόμενο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 με την αιτίαση ότι ενώ αυτή ιστορούσε στο αγωγικό δικόγραφο τις προϋποθέσεις της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 41 εδ.γ' και δ'του ν.δ.496/1974 περί θεραπείας της έλλειψης του εγγράφου τύπου της ένδικης σύμβασης, το εφετείο παρά το νόμο αξίωσε περισσότερα για το κύρος της, και συγκεκριμένα αξίωσε έγγραφο τύπο για την έγκυρη κατάρτισή της και λόγω ελλείψεώς του απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον με βάση τα προαναφερόμενα η ένδικη αγωγή δεν περιελάμβανε τα ανωτέρω περιστατικά θεραπείας της έλλειψης του εγγράφου της ένδικης σύμβασης κατ' άρθρον 41 εδ.γ' και δ' του ν.δ.496/1974, δηλαδή έγγραφης πρότασης και σιωπηρής αποδοχής αυτής με την εκπλήρωση εκ μέρους της ενάγουσας των συμβατικών της υποχρεώσεων, αλλά τα περιστατικά αυτά τα επικαλέστηκε η ενάγουσα το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής της, όπως κρίθηκε ανωτέρω στα πλαίσια του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου.

Επομένως ο παραπάνω από το 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.1809/2007).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των εναγομένων την οποία αυτή νόμιμα επικαλέστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή της και με τις προτάσεις της προσκομίζοντας τα σχετικά έγγραφα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δεν ιδρύεται επί απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης ή λόγω νομικής αοριστίας αφού στην περίπτωση αυτή δεν προβαίνει το δικαστήριο σε έρευνα πραγματικών περιστατικών, όπως στην υπό κρίση περίπτωση που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής αλλά δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της ήταν νομικά αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (Α.Π.408/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου παραπάνω άρθρου (904 ΑΚ), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή έστω και έμμεση - (Α.Π.408/2020, ΑΠ 1705/2014), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, Α.Π.408/2020, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 120/2014).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του κανόνα δικαίου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (Α.Π.408/2020, Α.Π.5/2020, Α.Π.1306/2020, Α.Π.321/2018, Α.Π.18/2018, Α.Π.154/2017, Α.Π.1097/2013, Α.Π.481/2012). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση ότι το εφετείο παρά το νόμο έκρινε αόριστη και απέρριψε ως απαράδεκτη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σωρευόμενη βάση της ενδίκου αγωγής της, παραβιάζοντας την διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., δεχθείσα (εσφαλμένα) αοριστία αυτής, απορρέουσα από την ελλιπή εξειδίκευση των θεμελιωτικών της ως άνω αξίωσης πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα από την μη αναφορά στην αγωγή της ακυρότητας της κύριας βάσης από τη σύμβαση, ενώ εκτίθενται σ' αυτήν με επάρκεια τα θεμελιωτικά στοιχεία για το ορισμένο, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τη διαλαμβανομένη στην τελευταία (αγωγή) επίκληση της ακυρότητας της κυρίας βάσεως αυτής (αγωγής) εκφερθείσα με τη διατύπωση ότι "όλως επικουρικά αξιώνω την επίδικη απαίτησή μου επικουρικώς και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι εγώ παρείχα στο ακέραιο και προσηκόντως τις σχετικές υπηρεσίες και κατά τούτο, όλως επικουρικώς και σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας μου, ο δε πλουτισμός τους συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που εκείνοι εξοικονόμησαν και στην οποία θα υποβάλλονταν, εάν ανέθεταν την εκτέλεση των επίδικων υπηρεσιών περίθαλψης των ηλικιωμένων απόρων δημοτών του πρώτου αντιδίκου με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, το οποίο διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με εμένα".

Με την άνω από 1-12-2015 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά ελέγχεται (άρθρ.561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ) για την έρευνα του άνω προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ενάγουσα- αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της από 12-8-2010 έγγραφης σύμβασης παροχής υπηρεσιών (περίθαλψης ηλικιωμένων), διαρκείας ενός έτους, από 1-1-2011 έως 31-12-2011, ανέλαβε την υποχρέωση να περιθάλψει το εν λόγω χρονικό διάστημα τέσσερις άπορους ηλικιωμένους δημότες του εναγομένου Δήμου Γλυφάδας αντί της συμφωνημένης αμοιβής, ποσού 720 ευρώ μηνιαίως για καθένα των ηλικιωμένων, ότι στη συνέχεια η σύμβαση αυτή, κατά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, παρατάθηκε με προφορική συμφωνία για αόριστο χρόνο καταλαμβάνοντας έτσι και το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-8-2012 έως 31-12-2015 κατά το οποίο η ίδια παρείχε στους εναγομένους τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της και κατόπιν τούτων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 88.560 ευρώ ως συμφωνημένη, με την άνω, προφορικά παραταθείσα σύμβαση, αμοιβή της (κύρια αγωγική βάση), άλλως όλως επικουρικά ότι αξιώνει την επίδικη απαίτησή της κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι παρείχε στο ακέραιο και προσηκόντως τις σχετικές υπηρεσίες της στους εναγομένους οι οποίοι πλούτισαν αδικαιολόγητα χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, ο δε πλουτισμός τους συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που εκείνοι εξοικονόμησαν και στην οποία θα υποβάλλονταν, εάν ανέθεταν την εκτέλεση των επίδικων υπηρεσιών περίθαλψης των ηλικιωμένων απόρων δημοτών του πρώτου αντιδίκου με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, το οποίο διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με αυτή.

Από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, ότι η αγωγή κατά την επικουρική της βάση, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απαράδεκτη, διότι δεν γίνεται σε αυτή επίκληση, έστω και απλή, της ακυρότητας της κύριας βάσης από τη σύμβαση, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και για το λόγο αυτό απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης ως αβάσιμο.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον, ενόψει του ότι η διαλαμβανομένη στο αγωγικό δικόγραφο επίκληση του πλουτισμού των εναγομένων σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) χωρίς νόμιμη αιτία από την ιστορούμενη στην κύρια βάση προφορικά παραταθείσα σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων ν.π.δ.δ., συνιστά επίκληση της ακυρότητος της θεμελιωτικής της κυρίας βάσεως της αγωγής συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, η οποία επίκληση, με πρόσθετη αναφορά ότι τα εναγόμενα νπδδ κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερα χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το αιτούμενο ποσό, το οποίο θα κατέβαλαν ως αμοιβή σε οποιονδήποτε τρίτο που θα τους παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες, βάσει έγκυρης συμβάσεως αρκούσε κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την παραδεκτή σώρευση της επικουρικής, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσεως, την οποία όμως η προσβαλλομένη εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτη με την παραπάνω αιτιολογία υποπίπτοντας στην προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.

Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν τα αναιρεσίβλητα ν.π.δ.δ., που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους, που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού υποβληθέντος με την αίτηση αναίρεσης αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ.

με το άρθρο 285 του Ν. 3852/2010, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.3515/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της αγωγής προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τα αναιρεσίβλητα ν.π.δ.δ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ