1966/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1966/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Full text
Απόφαση 1966 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1966/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγέλη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1822/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 2881/14-3-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 430/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ'αριθμ. πρωτι. 2881/14/3/2018 αίτηση του Α. Λ. του Π. κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1822/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας η οποία καταχωρήθηκε στο κατά άρθρο 473 παρ. 3 εδ.α του Κ.Ποιν.Δ βιβλίο στις 23 Φεβρουαρίου 2018 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ.α του Κ.Ποιν.Δ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
Κατά τη διάταξη ου άρθρου 510 παρ. 1α Κ.Π.Δ ως λόγος για την αναίρεση της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων.
Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του άρθρου 14 ΚΠΔ "ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο Δικαστής που εξέδωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετείχε στη σύνθεση του Δευτεροβάθμιου το οποίο με απόφαση του ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικαστής αφού δεν μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας αυτής. (ΑΠ.1079/2016).
Στην προκείμενη υπόθεση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Πλημμελειοδίκης Δ. Β. μετείχε στη σύνθεση του Μονομελούς Πλημ/κειου Καβάλας που συνεδρίασε στη Θάσο το οποίο με τις υπ' άριθμ. 294, 295/2016 αποφάσεις του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών από κοινού κατ' εξακολούθηση, Κατόπιν εφέσεων του (ήδη αναιρεσείοντος) οι ως άνω υποθέσεις ήχθησαν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας κατά τη δικάσιμο της 9/6/2017 στη σύνθεση του οποίου μετείχε ο ως άνω δικαστής (Δ.
Β.) οπότε η εκδίκαση τους αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 28/9/2017 οπότε αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο στις 14/12/2017 κατά την οποία εκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που συνέβης το ακροατήριο λόγω της συμμετοχής του δικαστή που μετείχε στη σύνθεση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη σύνθεση του δευτεροβάθμιου όταν το τελευταίο ανέβαλε την εκδίκαση των υποθέσεων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν.399β/2011 ''κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των [παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.'' Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω Πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο., είτε από τις διοικητικές πράξεις.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ1 αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ του ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως να περιορίσθηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνον από αυτά, απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το εμπεριεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1. του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή:. (ΑΠ ΟΛ. 1/2005, ΑΠ 1061/2013, 66/2016, 662/2015).
Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διάταξης του ν.3996/2011 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια ενόψει του περιεχόμενου της άνω ουσιαστικού δίκαιου διάταξης τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του αναφερόμενου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το πόσο που καταβλήθηκε στον αργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο (ΑΠ. 1176/2016). Στην προκειμένη περίπτωση 'όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' άρ. 1822/2017 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας που την εξέδωσε, όπως προαναφέρθηκε, σε δεύτερο βαθμό (ενώπιων του όποιου ο κατηγορούμενος αναισερεσείων εκπροσωπήθηκε δια του συνηγόρου του), δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δικής, αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι αποδεδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται κατά κανόνα η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζομένου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζομένου με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη.
Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των ν. 3239/1955, 3755/1957 και 1876/1990 και του π.δ. 88/1999, ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία γίνονται οι εξής δύο βασικές διακρίσεις. Στην πρώτη περίπτωση ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου πάντως μόλις κληθεί πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.
Υπό τη μορφή αυτή πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, οπότε πρόκειται για πλήρη απασχόληση, ανεξάρτητα από το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας σε ημέρα Κυριακή, αργίας ή αναπαύσεως.
Στη δεύτερη περίπτωση ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί παράλληλα την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.
Υπό τη μορφή αυτή πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή:
όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός, που συμφωνήθηκε ή άλλως ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 498/2016 ΤΝΠ Νόμος).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." τυγχάνει λατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την εξόρυξη, την επεξεργασία και την εμπορία μαρμάρου. Εδρεύει δε αυτή στον ...
στη θέση "...", ενώ, κατά το παρελθόν, διατηρούσε, μεταξύ άλλων, υποκατάστημα και στη .... Για τις ανάγκες του εν λόγω υποκαταστήματος προσέλαβε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον μεν Π. Η. στις 1-6-1996, τη δε Κ. Λ., σύζυγο του Π. Η., στις 21-10-2002. Ο πρώτος θα απασχολούνταν ως ηλεκτρολόγος επί πέντε (5) ημέρες την- εβδομάδα και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, από ώρα 08.00 ως 16.00, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, που, κατά το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα, ανερχόταν στο ποσό των 1.835,00 ευρώ καθαρά και των 2.578,16 ευρώ μικτά, ενώ η δεύτερη ως υπάλληλος γραφείου επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, από ώρα 08.00 ως 16.00, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, που, κατά το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα, ανερχόταν στο ποσό των 1.000,00 ευρώ καθαρά.
Βέβαια, η εργοδότριά τους εταιρεία, επιδιώκοντας την καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών, υποχρέωσε αμφότερους να υπογράψουν τις από 23-2-2009, 30-4-2009, 29-6-2009, 29-9-2009, 1-2-2010, 1-8-2010, 1-11- 2010, 2-5-2011, 1-11-2011, 1-6-2012 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και την από 2-1-2013 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες εμφανιζόταν ότι αυτοί εργάζονταν άλλοτε επί τέσσερις ώρες ημερησίως κι άλλοτε επί οκτώ ώρες ημερησίως, άλλοτε για ορισμένο, χωρίς αποχρώντα λόγο, χρόνο κι άλλοτε για αόριστο χρόνο, και, τέλος, άλλοτε αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό κι άλλοτε με ωρομίσθιο.
Το δε ύψος των εμφανιζόμενων στις συμβάσεις αυτές αποδοχών παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις. Για παράδειγμα, ενώ ο Π. Η. εμφανίζεται να λαμβάνει για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 μέχρι 30-4-2012 μεικτό μηνιαίο μισθό, ύψους 2.000,61 ευρώ, για 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, στην αμέσως επόμενη σύμβαση, που - αφήνοντας αρρύθμιστο το μήνα Μάιο του έτους 2012 αφορά στο χρονικό διάστημα από 1-6-2012 μέχρι 31-12-2012, φέρεται να αμείβεται με μεικτό μηνιαίο μισθό, ύψους 885,54 ευρώ, για οκτάωρη ημερήσια απασχόληση.
Αλλά και η Κ. Λ. για 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2010 μέχρι 31-10-2010, εμφανίζεται να αμείβεται με ωρομίσθιο, ύψους 7,04 ευρώ, στην αμέσως επόμενη σύμβαση, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 μέχρι 30-4-2011, φέρεται να αμείβεται μεικτό μηνιαίο μισθό, ύψους 618,88 ευρώ. Επομένως, οι ανωτέρω συμβάσεις καταρτίστηκαν με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε.", χωρίς οι αναγραφόμενοι σε αυτές όροι εργασίας να ανταποκρίνονται στους πραγματικούς όρους εργασίας του Π. Η. και της Κ. Λ.. Ενισχυτικό αυτού είναι και το γεγονός ότι στις από 5-3-2015 έγγραφες καταγγελίες της ανωτέρω επιχείρησης αναφέρεται ρητά ότι καταγγέλλεται η από 1-6-1996 σύμβαση εργασίας του Π. Η.υ και η από 21-10-2002 σύμβαση εργασίας της Κ.
Λ., οι αρχικές δηλαδή συμβάσεις αμφοτέρων. Έτσι, παρά τα αναγραφόμενα στις προμνημονευόμενες, μεταγενέστερες των αρχικών, συμβάσεις, οι ανωτέρω εργαζόμενοι, μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου του 2014, προσέφεραν κανονικά και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες τους στην εργοδότριά τους εταιρεία με τους αρχικούς όρους εργασίας, δηλαδή επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ο οποίος, κατά το κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρονικό διάστημα, ανερχόταν στο ποσό των 1.835,00 ευρώ καθαρά όσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών και των 1.000,00 ευρώ καθαρά όσον αφορά τη δεύτερη.
Εν τω μεταξύ, στις 11-12-2014 η εταιρεία ενημέρωσε τους ανωτέρω εργαζομένους ότι αποφάσισε να διακόψει τη λειτουργία του υποκαταστήματος της ...... και ότι επρόκειτο να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους. Για το λόγο δε αυτό, ο Π. Η. παρέδωσε στις 22-12-2014 τα κλειδιά του υποκαταστήματος. Πλην, όμως, η εταιρεία δεν προχώρησε άμεσα στην καταγγελία των συμβάσεών τους.
Έκτοτε, λοιπόν, τόσο ο Π. Η., όσο και η Κ. Λ. τελούσαν σε κατάσταση "μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", καθώς βρίσκονταν μακριά από τον τόπο εργασίας, διατηρώντας την ευχέρεια να αναπαύονται ή να επιδίδονται, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες, δυνάμενοι πάντως να προσφέρουν την εργασία τους οποτεδήποτε τους ζητούνταν.
Τελικά, η εργοδότριά τους επιχείρηση τους κοινοποίησε στις 6-3-2015 τις από 5-3-2015 έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, στις οποίες αναφερόταν ότι αυτοί δε θα λάμβαναν κανένα ποσό αποζημίωσης. Το γεγονός ότι η καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων έλαβε τελικά χώρα στις 6-3-2015 και όχι στις 11-12-2014 αποδεικνύεται ιδίως από τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, νομίμων εκπροσώπων της ανωτέρω εταιρείας, οι οποίοι, τόσο κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διαδικασία, και κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στο πλαίσιο υποβολής αιτήματος αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθ. 59 ΚΠΔ υποστήριξαν ότι η καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων εργασίας από 5-3-2015 καταγγελίες και αφού προηγουμένως και, συγκεκριμένα, 2-3-2015 είχε υποβληθεί έγκληση εκ μέρους της εταιρείας σε βάρος αμφοτέρων των ανωτέρω εργαζομένων.
Επομένως, δυνάμει σχετικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο μεν Π. Η. απασχολήθηκε στην προρρηθείσα ανώνυμη εταιρεία από 1-6-1996 μέχρι 5-3-2015, η δε Κ. Λ. από 21-10-2002 μέχρι 5-3-2015, ενώ όσον αφορά ειδικότερα το χρονικό διάστημα από 11-12-2014 μέχρι 5-3-2015 πρέπει να σημειωθεί πως αμφότεροι τελούσαν υπό καθεστώς "μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία".
Παρά το γεγονός αυτό, όμως, δικαιούνταν, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, να λάβουν τους συμφωνηθέντες μισθούς τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, κατά το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα, ετύγχαναν νόμιμοι εκπρόσωποι της προρρηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε.". Αυτοί, συγκεκριμένα, κατόπιν της από 30-6- 2010 γενικής συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας εκλέχθηκαν μέχρι τις 30- 6-2015 στο Διοικητικό Συμβούλιο της, το οποίο με το από 30-6-2010 πρακτικό του όρισε τον μεν πρώτο κατηγορούμενο, Ε. Λ., ως πρόεδρο του, το δε δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Λ., ως αντιπρόεδρο του και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, ενώ, παράλληλα, αποφάσισε όπως καθένας από αυτούς χωριστά εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρεία (βλ.
το υπ' αρ. 7748/14-7-2010 ΦΕΚ, τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. και στην Κ. Λ. τα παρακάτω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία αντιστοιχούν: Α) σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, οι οποίες, βάσει του άρθρου 655 ΑΚ, πρέπει να εξοφλούνται μέχρι το τέλος του μήνα, στον οποίο αφορούν, Β) δώρα Χριστουγέννων, τα οποία, βάσει των άρθρων 1 παρ. 1-3, 3 παρ. 1-2 και 10 παρ. 1 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, αφενός μεν οφείλονται εκ του νόμου (ΑΠ 131/2015 ΤΝΠ Νόμος), αφετέρου δε για τους αμειβόμενους με μισθό, που εργάστηκαν όλο το διάστημα από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου, ανέρχονται σε ένα μηνιαίο μισθό, ενώ πρέπει να εξοφλούνται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους, στο οποίο αφορούν (ΜονΕφθεσ 657/2016 Αρμ 2016.1547), Γ) δώρα Πάσχα, τα οποία, βάσει των άρθρων 1 παρ. 1-3, 3 παρ. 1- 2 και 10 παρ. 1 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, αφενός μεν οφείλονται εκ του νόμου (ΑΠ 131/2015 ό.π.), αφετέρου δε για τους αμειβόμενους με μισθό, που εργάστηκαν όλο το διάστημα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου, ανέρχονται σε μισό μηνιαίο μισθό.
Εάν, όμως, η εργασιακή σχέση δεν διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα ατιό 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου, αλλά μικρότερο, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης. Πρέπει, εξάλλου, το Δώρο Πάσχα να εξοφλείται μέχρι τις 30 Απριλίου του έτους, στο οπο"ο αφορά.
Ειδικά, όμως, στην προκειμένη περίπτωση το παρακάτω αναφερόμενο Δώρο Πάσχα του έτους 2015 έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι τις 6-3-2015, οπότε και λύθηκε η σχέση εργασίας των δύο ανωτέρω εργαζομένων με την εργοδότριά τους εταιρεία (ΜονΕφΘεσ 657/2016 ό.π.). Δ) επιδόματα αδείας, τα οποία, βάσει των άρθ. 3 παρ. 15-16 του Ν. 4504/1966 και 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, αφενός μεν οφείλονται εκ του νόμου, (ΑΠ 131/2015 ό.π.), αφετέρου δε δεν δύνανται να υπερβαίνουν τις αποδοχές ενός 15νθημέρου για τους αμειβόμενους με μισθό, ενώ πρέπει να εξοφλούνται μέχρι την τελευταία ημέρα του έτους, στο οποίο αφορούν.
Ειδικά, όμως, στην προκειμένη περίπτωση το παρακάτω αναφερόμενο επίδομα αδείας του έτους 2015 έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι τις 6-3-2015, οπότε και λύθηκε η σχέση εργασίας των δύο ανωτέρω εργαζομένων με την εργοδότριά τους εταιρεία (ΜονΕφΘεσ 657/2016 ό.π.).
Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, από πρόθεση και από κοινού δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η.:
1) α) δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο του έτους 2010, ποσού (1.835,00€ χ 4 μήνες =) 7.340€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. β) δεδουλευμένες αποδοχές για το έτος 2011 |από 1-1-2011 μέχρι 31-12-2011), ποσού (1.835,00€ χ 12 μήνες =) 22.020,00€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2011, ύψους 12.845,78€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
γ) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2012 (από 1-1-2012 μέχρι 31-12-2012), ποσού 19.339,85€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό των (1.835,00 € χ 12 μήνες =) 22.020,00€ και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 2.680,15€ (667€ τον Μάιο, 623,81€ τον Ιούνιο, 652,13€ τον Ιούλιο, 28,35€ τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο, 255,19€ τον Σεπτέμβριο, 226,84€ τον Οκτώβριο και 198,48€ τον Νοέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2012, ύψους 3.923,25€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
δ) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2013 (από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2013), ποσού 19.893,42€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό των (1.835,00 € χ 12 μήνες =) 22.020,00€ και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 2.126,58€ (170,13€ τον Ιανουάριο, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, 198,48€ τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούλιο, 170,12€ τον Απρίλιο, 255,19€ τον Μάιο, 56,71€ τον Ιούνιο, 28,35€ τον Αύγουστο και 255,19€ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. το υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2013, ύψους 5.762,37€ για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
ε) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2014 (από 1-1-2014 μέχρι 31-12-2014), ποσού 18.355,24€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό των (1.835,00 € χ 12 μήνες =) 22.020,00€ και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 3.664,76€ (170,13€ τον Ιανουάριο, 283,55€ τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο, 1.083,56€ τον Ιούνιο, 545,47€ τον Ιούλιο, 28€ •τον Αύγουστο, 225,36€ τον Σεπτέμβριο, 224,51€ τον Οκτώβριο, 197,19€ τον Νοέμβριο και 56,34€ τον Δεκέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2014, ύψους 3.844,69€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
στ) δεδουλευμένες αποδοχές για το μήνα Ιανουάριο του έτους 2015, ποσού 1.835€, καθώς όφειλαν να του καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
2)α) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2010, ποσού 341,28€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 μέχρι 31-12-2010, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.835,00€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 1.493,72€. β) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2011, ποσού 371,07€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 μέχρι 31-12-2011, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.835,00€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 1.463,93€.
γ) δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, ποσού 1.835,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 μέχρι 31-12-2012, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.835,00€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π.
Η. υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2012, ύψους 1.135€, για ro εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. δ) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2013, ποσού 1.632,41€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2013 μέχρι 31-12-2013, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποοό των 1.835,00€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 202,59€.
ε) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2014. ποσού 1.531,68€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 μέχρι 31-12-2014, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.835,00€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 303,32€.
3) α) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2011, ποσού 170,62€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1- 1-2011 μέχρι 30-4-2011, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 746,88€. β) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2012, ποσού 214,39€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 30-4-2012, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 703,11€ γ) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2013, ποσού 790,49€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 30-4-2013, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 127,01€.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2013, ύψους 617,50€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
δ) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2014, ποσού 613,04€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 30-4-2014, όφειλαν να του καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και του κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 304,46€. ε) αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2015, ποσού 489,33€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 μέχρι 5-3-2015, ήτοι για 64 ημέρες, όφειλαν να του καταβάλουν ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής του σχέσης, ήτοι το εν λόγω ποσό των (917,50 χ 8/15 =) 489,33€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2015, ύψους 237,02€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
4) α) επίδομα αδείας έτους 2011, ποσού 917,50€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π.
Η. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2011, ύψους 717,50€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. β) επίδομα αδείας έτους 2012, ποσού 917,50 ευρώ, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.835,00/2=) 917,50€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2012, ύψους 217,50€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
γ) επίδομα αδείας έτους 2013, ποσού 917,50€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π.
Η. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2013, ύψους 889,15€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. δ) επίδομα αδείας έτους 2014, ποσού 917,50€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 294/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2014, ύψους 889,50€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
ε) επίδομα αδείας έτους 2015, ποσού 917,50€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή του σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.835,00 / 2 =) 917,50€, και δεν του κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Επίσης, οι κατηγορούμενοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, από πρόθεση και από κοινού δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ.:
1) α) δεδουλευμένες αποδοχές για το έτος 2011 (από 1-1-2011 μέχρι 31- 12-2011), ποσού (1.000,00 € χ 12 μήνες =) 12.000,00€, καθώς όφειλαν να της καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ.
Λ. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2011, ύψους 2.412,44€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. β) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2012 (από 1-1-2012 μέχρι 31-12-2012), ποσού 9.168,03€, καθώς όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό των (1.000,00€ χ 12 μήνες =) 12.000,00€ και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 2.831,97€ (615€ τον Μάιο, 571,60€ τον Ιούνιο, 597,01€ τον Ιούλιο, 56,67€ τον Αύγουστο, 368,34€ τον Σεπτέμβριο, 283,34€ τον Οκτώβριο, 198,34€ τον Νοέμβριο και 141,67€ τον Δεκέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2012, ύψους 4.463,99€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
γ) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2013 (από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2013), ποσού 9.789,90€, καθώς όφειλαν να καταβάλουν το ποσό των (1.000,00€ χ 12 μήνες =) 12.000,00€ και κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 2.210,10€ (170,01€ τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο 198,34€ τον Μάρτιο και τον Ιούνιο, 226,68€ τον Απρίλιο, 283,34€ τον Μάιο, 28,33€ τον Αύγουστο και 255,01€ τον Νοέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2013, ύψους 8.610,20€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
δ) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2014 (από 1-1-2014 μέχρι 31-12-2014), ποσού 10.218,80€, καθώς όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό των (1.000,00€ χ 12 μήνες =) 12.000,00€ και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 1.781.20€ (113,33€ τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο, 113,34€ τον Ιούνιο, 229,39€ τον Ιούλιο, 309,56€ τον Σεπτέμβριο, 252,71€ τον Οκτώβριο, 168,85€ τον Νοέμβριο και 140,70€ τον Δεκέμβριο).
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ. υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2014, ύψους 3.844,69€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής τΐς ΜΠ χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
ε) δεδουλευμένες αποδοχές για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2015, ποσού 1.000,00€, καθώς όφειλαν να της καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
2) α) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2010, ποσού 458,48€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 μέχρι 31-12-2010, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.000,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 541,52€. β) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2011, ποσού 454,13€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 μέχρι 31-12-2011, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.000,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 545,87€.
γ) δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, ποσού 1.000,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 μέχρι 31-12-2012, όφειλαν να της καταβάλουν το εν λόγω ποσό και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ.
Λ. υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2012, ύψους 915€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγο) της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. δ) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2013, ποσού 803,22€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από την 1-5-2013 μέχρι 31-12-2013 όφειλαν να της καταβάλλουν το ποσό ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των 1.000.00€ και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 196,78€.
ε) το υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2014, ποσού 804,13€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή τους σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από την 1-5-2014 μέχρι 31-12-2014, όφειλαν να της καταβάλουν το πόσο ενός μηνιαίου μισθού, ήτοι το πόσο των 1.000,00 και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 195,87€. 3)α) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2011, ποσού 229,23€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1- 1-2011 μέχρι 30-4-2011, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.000,00 / 2 =) 500,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 270,77€.
β) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2012, ποσού 236,35€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 30-4-2012, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.000,00 12 =) 500,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 263,65€. γ) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2013, ποσού 370,14€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 30-4-2013, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.000,00 / 2 =) 500,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 129,86€.
δ) υπόλοιπο δώρου Πάσχα έτους 2014, ποσού 372,85€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 30-4-2014, όφειλαν να της καταβάλουν το ποσό μισού μηνιαίου μισθού, ήτοι το ποσό των (1.000,00 / 2 =) 500,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 127,15€. ε) αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2015, ποσού 266,67€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 μέχρι 5-3- 2015, ήτοι για 64 ημέρες, όφειλαν να της καταβάλουν ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης, ήτοι το εν λόγω ποσό των (500,00 χ 8/15 =) 266,67€, και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ. αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2015, ύψους 129,17€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
4)α) επίδομα αδείας έτους 2011, ποσού 500,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να της καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.000,00 / 2 =) 500,00€, και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό. Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ.
Λ. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2011, ύψους 300,00€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγο; της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος. β) υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2012, ποσού 400,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να της καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό (1.000,00 /2=) 500,00€, και της κατέβαλαν εμπρόθεσμα το ποσό των 100,00 ευρώ γ) επίδομα αδείας έτους 2014, ποσού 500,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να της καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.000,00/2 =) 500,00€, και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Ωστόσο, επειδή η εκκαλουμένη υπ' αρ. 295/16 απόφαση δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ. υπόλοιπο επιδόματος αδείας έτους 2014, ύψους 442,66€, για το εν λόγω ποσό θα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λόγω της απορρέουσας από το άρθ. 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος.
δ) επίδομα αδείας έτους 2015, ποσού 500,00€, καθώς, ενόψει του ότι η εργασιακή της σχέση διαρκούσε πάνω από δύο έτη, όφειλαν να της καταβάλουν τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός), ήτοι το ποσό των (1.000,00 / 2 =) 500,00€, και δεν της κατέβαλαν εμπρόθεσμα κάποιο ποσό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και καθώς στοιχειοθετούνται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά αμφότερες οι αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους αξιόποινες πράξεις, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ του ότι : Στην ....:
Α) κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι τις 6-3-2015, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με περισσότερες πράξεις τους, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως εργοδότες και δη νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στον ..., παρέβησαν τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με την καταβολή δεδουλευμένων και, ειδικότερα, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον Π. Η., που απασχολήθηκε από αυτούς με μισθό ως ηλεκτρολόγος, τα παρακάτω χρηματικά ποσά:
1) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2010, 341,28 ευρώ 2) δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες Σεπτέμβριο-Δεκέμβριο του 2010, (4 μήνες Χ 1.835 =) 7.340 ευρώ 3) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2011, 12.845,78 Ευρώ 4)υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2011, 371,07 ευρώ. 5) υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2011, 170,62 ευρώ 6) υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2011, 717,50 ευρώ 7) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2012, 3.923,25 ευρώ 8) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2012, 1.135 ευρώ 9) υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2012, 214,39 ευρώ 10) υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2012, 217,50 ευρώ 11) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2013, 5.762,37 ευρώ 12) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2013, 1.632,41 ευρώ 13) υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2013, 617,50 ευρώ 14) υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2013, 889,15 ευρώ 15) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2014, 3.844,69 ευρώ 16) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2014, 1.531,68 ευρώ 17) υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2014, 613,04 ευρώ 18) υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2014, 889,50 ευρώ 19) δεδουλευμένες αποδοχές για τον Ιανουάριο του 2015, 1.835 ευρώ 20) αναλογία δώρου Πάσχα για το έτος 2015, 237,02 ευρώ 21) επίδομα αδείας για το έτος 2015, 917,50 ευρώ και συνολικά 46.046,25 ευρώ.
Β) κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2010 μέχρι τις 6-3-2015, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με περισσότερες πράξεις τους, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως εργοδότες και δη νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στον ..., παρέβησαν τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με την καταβολή δεδουλευμένων και, ειδικότερα, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στην Κ. Λ., που απασχολήθηκε από αυτούς με μισθό ως υπάλληλος γραφείου, τα παρακάτω χρηματικά ποσά:
1)υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2010, 458,48 ευρώ.
2) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2011, 2.412,44 ευρώ.
3) υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2011, 454,13 ευρώ.
4) υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2011, 229,23 ευρώ 5)υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2011, 300 ευρώ 6)υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2012, 4.463,99 ευρώ 7)υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2012, 915 ευρώ.
8)υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το άος 2012, 236,35 ευρώ 9)υπόλοιπο επιδόματος αδείας για το έτος 2012, 400 ευρώ 10)υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2013, 8.610,20 ευρώ.
11)υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2013, 803,22 ευρώ.
12)υπόλοιπο δώρου Πάσχα για το έτος 2013, 370,14 ευρώ 13)υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το έτος 2014, 3.844,69 Ευρώ.
Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε επί τρία (3) έτη.
Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α ,27,45,94 παρ.1, 98 Π.Κ 28 παρ. 1 του Ν.3996/2011,3 παρ.16 του Ν.4504/1966 και της υπ'αρ. 1904/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα".
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, έχει διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για τη κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος και συγκεκριμένα ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκησαν οι συμβάσεις εργασίας με τους εγκαλούντες, ο τρόπος και ο χρόνος λήξης αυτών και ο καθορισμός αυτός με ατομική σύμβαση εργασίας ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός εκάτερου των εγκαλούντων και ο καθορισμός αυτού με ατομική σύμβαση εργασίας το οφειλόμενο σε καθένα απ' αυτούς ποσό και ο χαρακτηρισμός αυτού (μισθός, επίδομα αδείας, δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων).
Εξάλλου, για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων τις από 22/4/2015 δύο υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, τις οποίες ορθά έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας καθόσον στα πλαίσια της ποινικής δίκης αποτελούν παραδεκτό αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) ούσης αβασίμου της σχετικής αιτίασης του αναιρεσείοντος με την οποία υποστηρίζει το αντίθετο.
Δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, όπως προεκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνον αποδεικτικών μέσων αλλά αντιθέτως τα έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα από το συνήγορο υπεράσπισης του ίδιου (αναιρεσείοντος) και από το συνήγορο υπεράσπισης του συγκατηγορούμενου του και αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αυτού κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία πρέπει ν' απορριφθούν, προέχοντως διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 59 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για τη οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή, (όρος ταυτόσημος), της ποινικής δίκης, γίνεται όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη συναφή υπόθεση για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη.
Τέτοιο ζήτημα είναι εκείνο, το οποίο πρέπει προηγουμένως να αντιμετωπισθεί και να λυθεί από το δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατό να εκδοθεί μετά από απόφαση για την κατηγορία ΑΠ. (155/2015). Εξάλλου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις για την αναστολή της ποινικής δίωξης στις περιπτώσεις που την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, επέρχεται ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυταπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α Κ.Π.Δ Προσέτι κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικούς αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 1731/2016).
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από ο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Έτσι, οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις που απορρίπτουν αιτήσεις του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση ποινικού και πολιτικού δικαστηρίου κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 59 και 61 Κ.Π.Δ αντίστοιχα πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αιτήσεις είχαν υποβληθεί παραδεκτά και είναι ορισμένες.
Διαφορετικά θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκείμενη υπόθεση από την παραδεκτή για τις ανάγκες της έρευνας των λόγων αναίρεσης επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου ληδη αναιρεσείοντος [κατέθεσε, προκειμένου να καταχωρηθεί αυτολεξεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ, το παρακάτω αίτημα αναβολής, το οποίο ανέπτυξε και προφορικά και έχει ως εξής : " ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ 59 ΚΠΔ.
Προσκομίζουμε την υπ' άριθμ πρωτ. 273/21-9-2016 βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας από την οποία αποδεικνύεται ότι κατόπιν εγκλήσεως της εταιρείας ... ΑΒΕΕ, έχει ασκηθεί σε βάρος του Η. Π. και της Κ. Λ. ποινική δίωξη για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας.
Αφού επεβλήθη η έγκληση (2-3-2015), η εταιρεία ... ΑΒΕΕ κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του Π. Η.υ και της Κ. Λ. λόγω της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από 5-3-2015 καταγγελίες σύμβασης εργασίας λόγω τέλεσης αξιόποινης πράξης (υπεξαιρέσεως) και τις συνημμένες υπ' αριθ. ...78 β'/6-3-2015 και ...79β/6-3-2015 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Ε.
Χ. με αποτέλεσμα να μην οφείλεται αποζημίωση απόλυσης. Περαιτέρω η εταιρία ... ΑΒΕΕ έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας αγωγή (αριθ. κατ. 30/2015) αποζημίωσης λόγω της τελεσθείσας εις βάρος της αδικοπραξίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση (αριθ. κατ. 20/2016) ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η οποία συζητείται την 7-4-2016. Περαιτέρω η εταιρία, χωρίς να αναγνωρίζει την αξίωση των αντιδίκων, θα προτείνει συμψηφιστικά, όπως έχει δικαίωμα, την αξίωση της από την εις βάρος της αδικοπραξία προς τις φερόμενες απαιτήσεις του Π.
Η. και της Κ. Λ. από δεδουλευμένα και αποζημίωση απόλυσης, όπως αυτές περιγράφονται στο κλητήριο θέσπισμα και θα κριθούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας κατά την αυριανή δικάσιμο (27/9/2016), όπου συζητείται μετά από αναβολή η με αριθ. κατ. 228/2015 αγωγή τους (εργατική διαδικασία).
Κατόπιν τούτων πληρούται η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 59 του ΚΠοινΔικ, ήτοι η άσκηση ποινική δίωξης για αδίκημα, από την κρίση επί του οποίου εξαρτάται η κρίση του Δικαστηρίου Σας. Συγκεκριμένα η απόφαση του Δικαστηρίου που θα κρίνει επί της τελεσθείσας σε βάρος της εταιρίας υπεξαίρεσης αφενός μεν επηρεάζει την υποχρέωση της εταιρίας στην καταβολή αποζημίωσης απόλυσης προς τον Η. Π. και την Κ. Λ., και κατ' επέκταση την κρίση του Δικαστηρίου Σας επί της ενοχής ή της αθωότητας μας για τη συγκεκριμένη πράξη, αφετέρου δε επηρεάζει την αξίωση τους από δεδουλευμένα, την οποία δεν αναγνωρίζουμε, και η οποία ακόμη και αν κριθεί βάσιμη θα πάψει να υφίσταται κατόπιν του προτεινόμενου από την εταιρία συμψηφισμού με την δική της ανταπαίτηση από την υπεξαίρεση.
Για τους λόγους αυτούς και προς αποφυγή του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, αιτούμεθα να αναβληθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔικ, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της δίκης που αφορά το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων λόγω εφαρμογής του άρθρου 113 παρ. 3 εδ. β' ΠΚ περί αναστολής της παραγραφής για όσο χρόνο διαρκεί η αναβολή με το άρθρο 59 ΚΠοινΔ." Ωσαύτως ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε τα επιχειρήματα του, ζήτησε την παραδοχή του αιτήματος του για αναβολή κατ'άρθρο 61 Κ.Π.Δ. Τα ως άνω αιτήματα απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας με τα παρακάτω σκεπτικά.
ΣΚΕΠΤΙΚΟ "Κατά το άρθρο 59 παρ. 1 ΚΠΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα, που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη συναφή δίκη, η οποία πρέπει να εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας διαδικασίας και όχι της προδικασίας. Τέτοιο ζήτημα είναι εκείνο, το οποίο πρέπει προηγουμένως να αντιμετωπιστεί και να λυθεί από το δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατό να εκδοθεί μετά απόφαση για την κατηγορία (ΑΠ 156/2017 ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκριμένα, ως προδικαστικό ζήτημα νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, δηλαδή, εκείνο, χωρίς προηγούμενη λύση του οποίου το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επί της κατηγορίας (ΑΠ 251/2010 Ποιν.Χρ 2011.107).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα αποδείχτηκε πως οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το ότι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία, "... ΑΒΕΕ" παρέβησαν τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με την καταβολή δεδουλεμένων και κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι τον Ιούνιο του 2015, δε κατέβαλαν εμπρόθεσμα τόσο στον Π.
Η. όσο και την Κ. Λ. που απασχολούταν στην ως άνω επιχείρηση ως υπάλληλοι γραφείου, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, συνολικού ύψους 46.354,92 ευρώ όσον αφορά στον πρώτο και 26.746,78 ευρώ όσον αφορά τη δεύτερη. Εν τω μεταξύ, στις 2-3-2015 η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία υπέβαλε ενώπιον του ενταύθα Εισαγγελέα Πρωτοδικών την από 2-3-2015 έγκληση της σε βάρος αμφοτέρων των ανωτέρω υπαλλήλων της, κατηγορώντας τους πως έχουν τελέσει σε βάρος της το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης., αφού, από κοινού και με δόλο, κατά το έτος 2014 αφαίρεσαν αφενός μεν από την αποθήκη του υποκαταστήματος της στην ...
ποσότητα 10.782,98τ.μ. μαρμάρου, αξίας 215.532,13 ευρώ, αφετέρου δε από την αποθήκη του λατομείου της στο ... ποσότητα 3.190,37 τόνων μαρμάρου, αξίας 223.325,90 ευρώ. Ήδη δε. στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης, οι κατηγορούμενοι ζητούν όπως η τελευταία ανασταλεί κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της προμνησθείσας έγκλησης, που έχουν υποβάλλει.
Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, τυχόν καταδίκη του Π. Η. και της Κ. Λ. για το ως άνω αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, θα σημαίνει πως η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", την οποία οι ίδιοι εκπροσωπούν, διατηρεί σε βάρος των ανωτέρω εργαζομένων αξίωση λόγω αδικοπραξίας, συνολικού ύψους (215.532,13 + 223.325,90 =) 438.858,03 ευρώ, την οποία και θα προβάλλει προς συμψηφισμό των εν προκειμένω εξεταζόμενων απαιτήσεών τους, οι οποίες, κατ' αυτόν τον τρόπο και λόγω του μικρότερου ύψους τους, θα αποσβεσθούν.
Ωστόσο, το εν λόγω, περί αναστολής της παρούσας δίκης, αίτημα των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, διότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθ. 59 ΚΠΔ είναι η συναφής δίκη, στην οποία πρόκειται να εξεταστεί ως κύριο ζήτημα το προδικαστικό ζήτημα της αναβαλλόμενης δίκης, να βρίσκεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας και όχι της προδικασίας, όπου εν προκειμένω βρίσκεται η δίκη, που ανοίχθηκε με την από 2-3-2015 έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε.", αφού, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ. πρωτ. 273/21-9-2016 βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του Π. Η. και της Κ. Α. για την πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους λόγω της ιδιότητας τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, συνολικού ποσού άνω των 120.000 ευρώ, η υπόθεση εκκρεμεί στον ενταύθα Ανακριτή, ο οποίος διενεργεί κυρία ανάκριση, που δεν έχει ακόμα περατωθεί.
Για το λόγο δε αυτό, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθ. 59 ΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, το ζήτημα, που πρόκειται να κριθεί στη δίκη, η οποία ανοίχθηκε με την από 2-3-2015 έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", δε συνιστά προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, αφολυ η συνδρομή η μη των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του αρ. 28 παρ. 1 του ν.3996/20101 ουδόλως εξαρτάται από τη συνδρομή ή μη των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθ. 375 παρ, 2 ΠΚ.
Έτσι, ακόμα κι αν στο πλαίσιο της δίκης, η οποία ανοίχθηκε με την από 2-3-2015 έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", διαγνωστεί ότι ο Π. Η. και η Κ. Λ. τέλεσαν πράγματι το αποδιδόμενο σε αυτούς αδίκημα του άρθ. 375 παρ. 2 ΠΚ, τούτο δεν πρόκειται να επηρεάσει την έκβαση της παρούσας δίκης. Συγκεκριμένα, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι, μετά την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη του Π.
Η. και της Κ. Λ. για το αποδιδόμενο σε αυτούς αδίκημα του άρθ. 375 παρ. 2 ΠΚ, η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." θα διατηρεί σε βάρος τους αξίωση από αδικοπραξία, ύψους 438.858,03 ευρώ, την οποία και θα προβάλλει προς συμψηφισμό έναντι των επίμαχων αξιώσεών τους, με αποτέλεσμα την απόσβεση των τελευταίων, τούτο ουδόλως σημαίνει πως αποκλείεται η πλήρωση είτε της αντικειμενικής είτε της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθ. 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, αφού ακόμα και σε περίπτωση ολοσχερούς, πλην, όμως, μη εμπρόθεσμης, ήτοι μεταγενέστερης, εξόφλησης των οφειλομένων στον εκάστοτε εργαζόμενο αποδοχών, δεν αίρεται το αξιόποινο του σχετικού αδικήματος, όπως αντίθετα συμβαίνει στο αδίκημα του άρθ. 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (βλ.
την παρ. 5 αυτού) ή σε εκείνο του άρθ. 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 (βλ. την παρ. 3 αυτού). Και τούτο διότι το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη (του άρθ. 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011) πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς μόλις ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τα οφειλόμενα σ' αυτόν χρηματικά ποσά μέσα στην προθεσμία, που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (ΑΠ 1115/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Συγκεκριμένα, από τα χρηματικά αυτά ποσά: α) εκείνα, που αφορούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, πρέπει να καταβάλλονται μέχρι την τελευταία ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία, β) εκείνα, που αφορούν διαφορές Δώρων Χριστουγέννων, πρέπει να καταβάλλονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους, στο οποίο αφορούν, γ) εκείνα, που αφορούν διαφορές Δώρων Πάσχα, πρέπει να καταβάλλονται μέχρι την 30η Απριλίου του έτους, στο οποίο αφορούν, ενώ δ) εκείνα, που αφορούν διαφορές επιδομάτων αδείας, πρέπει να καταβάλλονται μέχρι την τελευταία ημέρα του έτους, στο οποίο Φ αφορούν (βλ.
άρθ. 655 ΑΚ, 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ• εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 3 παρ. 8, 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκαν με τα αρθ. 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966 και 3 παρ. 15 του ν.δ 4504/1966, ΟλΑΠ 39 και 40/2002, ΑΠ 51/2005 ΕΕργΔ 2005.644). Με βάση τις εν λόγω σκέψεις, από τις οποίες προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής του άρθ. 59 ΚΠΔ, το σχετικό περί αναβολής της παρούσας δίκης αίτημα των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί".
"Κατά τo άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στα πολιτικά Δικαστήρια εκκρεμεί δίκη για ζήτημα, το οποίο ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων, έχει όμως σχέση και με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό Δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής (ΑΠ 1039/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε.", υποστηρίζοντας πως ο Π. Η. και η Κ. Λ. τέλεσαν σε βάρος της την ως άνω αναφερόμενη υπεξαίρεση, η οποία τη ζημίωσε παράνομα και υπαίτια κατά το ποσό των 438.858,03 ευρώ, άσκησε σε βάρος τους και ενώπιον του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου τη με αρ. έκθ. κατ. 30/17-3-2015 αγωγή, με την οποία ζήτησε από αυτούς όπως, βάσει των περί αδικοπραξίας διατάξεων του Αστικού Κώδικα, υποχρεωθούν να της καταβάλουν αφενός μεν το ανωτέρω χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, αφετέρου δε το ποσό των 49.997 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αρ. 2/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατά της οποίας η ενάγουσα εταιρεία άσκησε την από 4-4-2016 και με αρ. έκθ. κατ. 20/2016 έφεση της, η οποία συζητήθηκε στις 7-4-2017 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δεν έχει εκδώσει ακόμα απόφαση επ' αυτής. Ήδη δε στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης, οι κατηγορούμενοι, επικαλούμενοι, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα, το οποίο πρόκειται να κριθεί από το ως άνω δευτεροβάθμιο πολιτικό Δικαστήριο έχει άμεση σχέση με την παρούσα ποινική δίκη, ζητούν όπως η τελευταία αναβληθεί, κατ' άρθ. 61 ΚΠΔ, άλλως δε κατ' άρθ. 352 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της προαναφερόμενης έφεσής τους.
Το αίτημά τους, ωστόσο, αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι από όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω για την έλλειψη επίδρασης στην πλήρωση είτε της αντικειμενικής είτε της υποκειμενικής υπόστασης του ερευνόμενου αδικήματος του άρθ. 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 του τυχόν συμψηφισμού της από αδικοπραξία απαίτησης της ανωτέρω εταιρείας σε βάρος του Π.
Η. και της Κ. Λ., συνάγεται ότι το αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της δίκης, που διεξήχθη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Από δε την έκβαση της τελευταίας ουδόλως εξαρτάται η στοιχειοθέτηση ή μη των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αδικημάτων. Σε κάθε δε περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο, ενόψει της επικείμενης (σταδιακής) παραγραφής των επιμέρους πράξεων των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αδικημάτων, τα οποία φέρεται να διαρκούν από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι τον Ιούλιο του 2015, δεν μπορεί να αναβάλει είτε κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, την εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης, αφού ο χρόνος έκδοσης αυτής δεν είναι γνωστός, ούτε και μπορεί να προσδιοριστεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί. Οι αιτιολογίες αυτές που διέλαβε το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας στις απορριπτικές του παραμπίπτουσες αποφάσεις σχετικά με το αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 59 και 61 του Κ.Π.Δ είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αφού εκτίθενται σ' αυτές οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε και επέρριψε τα σχετικά αιτήματα.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον αφορά την απόρριψη των αιτημάτων του ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή των αρ. 59 και 61 του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' άριθμ. πρωτ. 2881/14/3/2018 αίτηση του Α. Λ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1822/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ