1966/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generated1)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 2)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 3)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 4)..., εδρεύουσα στο ..., 5)..., εδρεύουσα στο ... της Γερμανίας, 6)... m.B.H., εδρεύουσα στο ..., 7)... S.A.S., εδρεύουσα στο ..., 8)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 9)... εδρεύουσα στο ..., 10)... AG, εδρεύουσα στο ..., 11)....,εδρεύουσα στο ..., 12)....,εδρεύουσα στο ..., 13)..., εδρεύουσα στην ..., 14)..., εδρεύουσα στο ... 15)...,εδρεύουσα στο ..., 16) ... S.A., εδρεύουσα στο ..., 17)..., εδρεύουσα στην ..., 18)...., εδρεύουσα στην … και 19)...., εδρεύουσα στο .... Η ως άνω Κοινοπραξία έχει συσταθεί με το με χρονολογία 19.6.1991 συμφωνητικό, εδρεύει στο ... (...) και στο ... (...), και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1966/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο υπό στοιχ. Β2 λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ελλείψει αναφοράς των παραδοχών του Εφετείου με πληρότητα, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Full text
Απόφαση 1966 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1966/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας των επόμενων εταιρειών με την επωνυμία "...", κάθε μια από τις οποίες εδρεύει όπου ορίζεται κατωτέρω και εκπροσωπείται νόμιμα:
1)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 2)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 3)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 4)..., εδρεύουσα στο ..., 5)..., εδρεύουσα στο ... της Γερμανίας, 6)... m.B.H., εδρεύουσα στο ..., 7)... S.A.S., εδρεύουσα στο ..., 8)... S.A., εδρεύουσα στο ..., 9)... εδρεύουσα στο ..., 10)... AG, εδρεύουσα στο ..., 11)....,εδρεύουσα στο ..., 12)....,εδρεύουσα στο ..., 13)..., εδρεύουσα στην ..., 14)..., εδρεύουσα στο ... 15)...,εδρεύουσα στο ..., 16) ... S.A., εδρεύουσα στο ..., 17)..., εδρεύουσα στην ..., 18)...., εδρεύουσα στην … και 19)...., εδρεύουσα στο .... Η ως άνω Κοινοπραξία έχει συσταθεί με το με χρονολογία 19.6.1991 συμφωνητικό, εδρεύει στο ... (...) και στο ... (...), και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγέλα Χριστοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσειες.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 15-9-2003 και 12-6-2003 προσφυγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6805/2006 προδικαστική και 4512/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 19-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ’ αριθμ. 4512/2012 απόφαση του Εφετείου (Πενταμελούς) Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 12-6-2003 και 15-9-2003 προσφυγών της αναιρεσείουσας, οι οποίες έγιναν εν μέρει δεκτές. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Επομένως νομική είναι η αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ποία ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 103/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. Α1 λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, απέρριψε ως αόριστο το περιλαμβανόμενο στην από 15-9-2003 δεύτερη προσφυγή της αναιρεσείουσας αίτημα, με το οποίο ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή των ποσών των 2.378.279 Γερμανικών μάρκων (1.215.994,74 ευρώ) και 63.124.043 δραχμών (185.250,31 ευρώ) και να υποχρεωθεί να της τα καταβάλει, με το σκεπτικό ότι δεν εξειδικεύονται τα επί μέρους κονδύλια.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση, αναφερόμενη σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της προσφυγής και εντεύθεν παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολομ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011). Με τον υπό στοιχ. Α2 λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε ως αόριστο το προαναφερόμενο αίτημα, μολονότι με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα εξειδίκευσε και διευκρίνισε επαρκώς το είδος των εργασιών που απαιτήθηκαν για την εκπόνηση της σχετικής μελέτης και τη δαπάνη αυτών, το περιεχόμενο των οποίων (προτάσεων) ουδόλως έλαβε υπόψη.
Κατά συνέπεια, ο συγκεκριμένος αναιρετικός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σημειώνεται εδώ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με τους παραπάνω λόγους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, καθόσον κατά της απόφασης του Εφετείου που δικάζει διαφορά, που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λόγους αυτούς (άρθρο 13 § 3 Ν. 1418/1984).
Επειδή, ο εκ του αριθμ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, μόνο "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά και η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο αιτιολογικό (ΑΠ 2061/2007).
Επομένως ο υπό στοιχ. Α3 λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της υπ’ αριθμ. 6805/2006 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου και της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά το ορισμένο του αιτήματος της δεύτερης προσφυγής, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ’ επιλογή του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολομ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 388/2008). Ενόψει αυτών, ο υπό στοιχ. Β1 λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την πληττόμενη απόφαση για παραβίαση "..των διατάξεων του άρθρου 29 της από 19.6.1991 Σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Κοινοπραξίας ...
για τη μελέτη, κατασκευή και θέση σε λειτουργία του Μετρό της Αθήνας, που κυρώθηκε με το ν. 1955/1991 και των άρθρων 8 και 16 του ν. 2274/1994, που κύρωσε την από 18.10.1994 Τροποποιητική Σύμβαση..", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 253/2013).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, (ΑΠ 739/2011).
Επομένως, ο υπό στοιχ. Β2 λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ελλείψει αναφοράς των παραδοχών του Εφετείου με πληρότητα, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4512/2012 απόφασης του Εφετείου (Πενταμελούς) Αθηνών.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στην 1η Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
.