Legislator Case Law & Legislation
1966/2014 AI generated

1966/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1966/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1966/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι έχει κλητευθεί, κατ' άρθρο 76 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και ο αναγκαίος ομόδικος της αναιρεσείουσας Φ. Κ. (βλ. 8886Ε/24-2-2014 έκθεση επίδοσης, με θυροκόλληση του δικαστικού επιμελητή Χανίων Δ.

Keywords

AI generated
changed financial circumstances expatriation and foreign residence allowances change of domicile change in country conditions economic migration staff relocation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1966 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1966/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη Γεώργιο Κοντό και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Σ. Κ. το γένος Κ. Ξ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Α. ΕΠΕ" με έδρα τον …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί.

Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται εξαρχής ερήμην". Από τις διατάξεις αυτές, λαμβανόμενες υπόψη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την προσδιοριζομένη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αναβληθεί αυτή για μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ.

γ' ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική δικάσιμο, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατ' αυτήν. Οι διάδικοι που κατά την αρχική αυτή δικάσιμο δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει, να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 27-12-2012 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 25-11-2013, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη εταιρεία "Γ. Α. ΕΠΕ" εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη δικάσιμο αυτή (25-11-2013) η συζήτηση της αναίρεσης ανεβλήθη, με αίτηση της αναιρεσείουσας, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (28-4-2014), κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη.

Από τα έγγραφα δε της δικογραφίας προκύπτει ότι η απολειπομένη αναιρεσίβλητη, που κατά την αρχική δικάσιμο είχε παραστεί με δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου της, ο οποίος είχε διοριστεί δυνάμει του .../18-11-2013 πληρεξουσίου του συμβ/φου Πειραιά Γεωργίου ΑΦΑΡΑ, κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα μετ' αναβολή νέα δικάσιμο (άρθρ. 122§1, 123, 128 παρ. 4, 230, 498, 568 ΚΠολΔ), όπως αυτό προκύπτει από την 8886Ε/24-2-2014 έκθεση επίδοσης (με θυροκόλληση) του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Δ.

Β., με τις συνημμένες σ' αυτό από 24-2-2014 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής του Α.Τ. Βουκολιών και από 25-2-2014 απόδειξη κατάθεσης συστημένου του Ταχυδρομικού Γραφείου Νεριανών. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. II) Με την από 27-12-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 260/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 57/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι έχει κλητευθεί, κατ' άρθρο 76 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και ο αναγκαίος ομόδικος της αναιρεσείουσας Φ. Κ. (βλ. 8886Ε/24-2-2014 έκθεση επίδοσης, με θυροκόλληση του δικαστικού επιμελητή Χανίων Δ.

Β. με τις συνημμένες σ' αυτή από 24-2-2014 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής του Α.Τ. Βουκολιών και από 25-2-2014 απόδειξη κατάθεσης συστημένου του Ταχυδρομικού Γραφείου Νεριανών) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων : α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή (Ολ.

ΑΠ 15/2012) Κατά το άρθρο 940 εδ. β' ΑΚ: "Δεν θεωρείται απαλλοτρίωση η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους. Η δόση αντί καταβολής είναι απαλλοτρίωση". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απαλλοτρίωση συνιστά και η καταβολή μη ληξιπρόθεσμου χρέους, όπως και η απαλλοτρίωση για την εξεύρεση των μέσων για την εξόφληση ληξιπρόθεσμου χρέους, η οποία υπόκειται σε διάρρηξη (ΑΠ 941/2007).

Έννομο συμφέρον για τη διάρρηξη δικαιοπραξίας υπάρχει, όταν η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή δεν φαίνεται υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης τελείως ανέφικτη με τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του οφειλέτη. Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 70/2013). Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς; η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου, ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, o οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π. 879/2004).

IV) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) η αναιρεσείουσα, παραπονείται ότι το Εφετείο : α) Παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, δεχόμενο ότι υπήρχε έννομο συμφέρον της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δανείστριας, προς διάρρηξη ως καταδολιευτικής της ένδικης δικαιοπραξίας, μολονότι υπήρχαν εγγεγραμμένες προσημειώσεις υποθήκης επί των μεταβιβασθέντων στην αναιρεσείουσα, αγοράστρια, ακινήτων υπέρ της Τράπεζας Κύπρου συνολικού ποσού 675.000 ευρώ, που καθιστούσαν ανέφικτη την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης με τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, β) Παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 ΑΚ, δεχόμενο ότι η πώληση του οφειλέτη (εδώ μη διαδίκου) προς την αναιρεσείουσα των ένδικων ακινήτων αποτελούσε απαλλοτρίωση, ενώ η πώληση αυτών έγινε προς εξεύρεση χρημάτων για την καταβολή από τον οφειλέτη μέρους ληξιπρόθεσμου χρέους του προς την Τράπεζα Κύπρου, γ) Παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, δεχόμενο γνώση της αναιρεσείουσας του καταδολιευτικού σκοπού του πρώτου εναγομένου - οφειλέτη (εδώ μη διαδίκου).

V) Το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Η ενάγουσα εταιρία, η οποία έχει έδρα στον Άγιο Στέφανο Αττικής, δραστηριοποιείται στο εμπόριο (χονδρικό) κλιματιστικών μηχανημάτων (ψύξης - θέρμανσης) και ανταλλακτικών αυτών. Στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας συνεργάστηκε με την εταιρία "Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" ...

η οποία έχει έδρα στο Δήμο Θερίσου Νομού Χανίων ... και δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων και στην εμπορία, επισκευή και μελέτη ειδών θέρμανσης και κλιματισμού, ενώ ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος (διαχειριστής) της είναι ο πρώτος εναγόμενος με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο κατά 90% ... Ο πρώτος εναγόμενος με την ως άνω ιδιότητα του προέβη στην έκδοση των κάτωθι αναφερόμενων τραπεζικών επιταγών προκειμένου να πληρώσει εμπορεύματα, τα οποία είχε αγοράσει η εταιρία του από την ενάγουσα ...

Ακολούθως, λόγω της μη εισπράξεώς τους από τις τράπεζες στις οποίες εμφανίστηκαν νομίμως και εμπροθέσμως ... η ενάγουσα προέβη στην έκδοση ... διαταγών πληρωμής, με τις οποίες διατάχθηκε ο πρώτος των εναγόμενων (και η εκδότρια εταιρία του) να της καταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 28.636,31 ευρώ. Οι διαταγές πληρωμής απέκτησαν δύναμη δεδικασμένου κατ' αρθ. 633 παρ.2 ΚΠολΔικ, αφού μετά την πρώτη επίδοσή τους επακολούθησε και δεύτερη επίδοση αυτών, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά των διαταγών πληρωμής ...

γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους, οι οποίοι εμμέσως πλην σαφώς ομολογούν την ύπαρξη της οφειλής του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, το ύψος, την αιτία της και ότι δεν ασκήθηκαν ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ήτοι περί τα τέλη του 2005 με αρχές του 2006 κατέστησαν απαιτητές και άλλες οφειλές δανειστών του πρώτου εναγομένου και της ετερόρρυθμης εταιρίας του, προς την εταιρία " Γ.

Σ. Α.Ε.Β.Ε. ".... Επίσης δεν είχαν εξυπηρετηθεί δύο συμβάσεις πίστωσης δι' αλληλόχρεου λογαριασμού που είχαν συναφθεί μεταξύ εταιριών του πρώτου εναγομένου και της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, με εγγυητή τον αδελφό του Σ. Κ., σύζυγο της δεύτερης εναγομένης. Έτσι στις 16/1/2006 κοινοποιήθηκε στον Σ. Κ. η από 13/1/2006 επιστολή της ανωτέρω τράπεζας σύμφωνα με την οποία εζητείτο από τις εταιρίες αυτές και τους εγγυητές να της καταβληθεί το συνολικό ποσό των 503.245 ευρώ, διαφορετικά η τράπεζα θα προχωρούσε "στη λήψη νομικών μέτρων" τόσο εναντίον των εταιριών όσο και κατά των εγγυητών, χωρίς να προσδιορίζονται τα μέτρα αυτά.

Σημειωτέον ότι ο πρώτος εναγόμενος και ο αδελφός του Σ. Κ. είχαν συναινέσει για την εγγραφή τριών προσημειώσεων υποθήκης δυνάμει ισάριθμων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ) ποσών 295.000 ευρώ, 150.000 ευρώ και 230.000 ευρώ υπέρ της ανωτέρω τράπεζας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της από αντίστοιχες συμβάσεις πίστωσης επί ενός οικοπέδου που ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε αυτούς ...

εντός του οποίου ήταν κτισμένη τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Εκτός από το ανωτέρω ακίνητο αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν κύριος των υπό στοιχεία Α1 και Α2 οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων)... Επιπλέον η οφειλέτρια εταιρία " Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. " είχε μεταβιβάσει ήδη από τις 31-1-2006 τρία οικόπεδα ιδιοκτησίας της στον οικισμό Κάτω Δαράτσου σε συγγενείς του ετερόρρυθμου εταίρου της Δ.

Π. και τρίτους αγοραστές δυνάμει των ... με αρ. .../2006 και .../2006 συμβολαίων ... Άλλη εμφανή περιουσία πλην αυτών που προπεριγράφηκαν δεν είχε ο πρώτος εναγόμενος, αυτή δε που κινδύνευε άμεσα τόσο από τη δανείστρια εταιρία-ενάγουσα όσο και από τους λοιπούς δανειστές του, αφού τα δύο διαμερίσματά του στο Βαρύπετρο ήταν ήδη κατεσχημένα, όπως προεκτέθηκε και δεν ήταν δυνατό να χωρήσει δεύτερη κατάσχεση επ' αυτών (αρθ. 997 παρ.5 ΚΠολΔικ), ήταν το εξ αδιαιρέτου οικόπεδο στην θέση "Βαρούσι" Χανίων με την επ' αυτού οικοδομή, στην οποία βρισκόταν η κατοικία του πρώτου εναγομένου και του αδελφού του.

Έτσι, προκειμένου να διασωθεί αυτό από την ενάγουσα ο πρώτος εναγόμενος, σε συνεργασία με τον αδελφό του Σ. Κ. και τη σύζυγο του - δεύτερη εναγομένη προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες γνωρίζοντας ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ματαιωνόταν η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Δυνάμει της υπ' αριθμόν .../2-2-2006 πράξης ...

έγινε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και κατόπιν αυτές διανεμήθηκαν μεταξύ τους. Έτσι ο πρώτος εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχείο Α-2 αποθήκης του υπογείου ορόφου, εμβαδού 21,51 τ.μ., του υπό στοιχείο Κ-1 καταστήματος του ισογείου ορόφου, εμβαδού 59,33 τ.μ., του υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος ...

εμβαδού 114,80 τ.μ. και του Α-2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου ... εμβαδού 33,50 τ.μ. και ο Σ. Κ. των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών. Στη συνέχεια στις 10-2-2006 ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα ... στη σύζυγο του αδελφού του - νύφη του και δεύτερη των εναγομένων, όλες τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες του...

Η αξία δε των περιγραφόμενων ακινήτων, με βάση τον αντικειμενικό προσδιορισμό, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 254.918,07 ευρώ, αυτό δε ήταν και το τίμημα της αγοραπωλησίας ... η δε αγοραία αξία του ήταν κατά τα επικρατούντα τότε στην αγορά ακινήτων συναλλακτικά ήθη αρκετά μεγαλύτερη από την αντικειμενική.

Ειδικότερα η εμπορική τους αξία, κατά την άσκηση της αγωγής, προσδιορίζεται από την ενάγουσα σε 8.000 ευρώ για την Α-2 αποθήκη, σε 90.000 ευρώ για το Κ-1 κατάστημα, σε 230.000 ευρώ για το Α-1 διαμέρισμα και σε 60.000 ευρώ για το Α-2 διαμέρισμα και από τους εναγόμενους σε 300.000 ευρώ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του ότι η εμπορική αξία ενός ακινήτου είναι συνήθως μεγαλύτερη από την αντικειμενική του αξία, το χρόνο εκδόσεως των οικοδομικών αδειών της οικοδομής για τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και ότι αυτά βρίσκονται σε καλή κατάσταση, σε καλή περιοχή, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν, η αγοραία αξία τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, ανέρχεται για την καθεμιά οριζόντια ιδιοκτησία στα ποσά που καθορίζονται με την αγωγή και προαναφέρθηκαν.

Το τίμημα της ανωτέρω αγοραπωλησίας πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί από το προϊόν δανείου από την τράπεζα ASPIS BANK, ή από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα Πράγματι αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη προέβη στη σύναψη στεγαστικού δανείου από την ALPHA Τράπεζα ύψους 330.000 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν άμεσα στην Τράπεζα Κύπρου, με αποτέλεσμα η τελευταία να συναινέσει στην μερική εξάλειψη των υπαρχουσών προσημειώσεων υποθήκης και δη αυτών της ένδικης απαλλοτρίωσης, ενώ εν συνεχεία η άλλη δανείστρια τράπεζα ALPHA BANK προέβη η ίδια στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 396.000 ευρώ επί των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών προκειμένου να εξασφαλίσει την ανωτέρω απαίτησή της.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, διεσώθη από τους δανειστές του πρώτου εναγομένου η τελευταία αξιοποιήσιμη προς εκτέλεση ακίνητη περιουσία του, καταβλήθηκε μέρος των οφειλομένων ποσών εκ των συμβάσεων πιστώσεως προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και οι απαλλοτριωθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου εναγομένου έμειναν "στην οικογένεια", αφού δεν μπήκε τρίτος ως κύριος στην οικογενειακή τους οικοδομή.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης γνώριζε ότι με αυτήν ενεργούσε προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, αφού, είχαν ήδη σφραγιστεί 3 από τις 5 επιταγές και είχε πλήρη οικονομική αδυναμία να πληρώσει και τις επόμενες, όπως ομολογεί και ο ίδιος, όπως δε ήδη εκτενώς αναλύθηκε απαλλοτρίωσε και τα τελευταία πρόσφορα προς άμεση αναγκαστική εκτέλεση περιουσιακά του στοιχεία - αξιοσημείωτο είναι ότι βάσει των προεκτεθέντων από τις 31-1-2006 μέχρι τις 10-2-2006 δηλ.

μέσα σε δέκα ημέρες τόσο η οφειλέτρια εταιρία του πρώτου εναγομένου όσο και ο ίδιος εκποίησαν όλη την εμφανή ακίνητη περιουσία τους ενώ επιβλήθηκε κατάσχεση και στα δύο διαμερίσματα του πρώτου εναγομένου στο Βαρύπετρο Θερίσου. Ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας δεν αναιρείται, από το ότι εκτός από την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ο πρώτος εναγόμενος - οφειλέτης, παράλληλα, επιδίωκε και τους σκοπούς της μερικής εξόφλησης της Τράπεζας Κύπρου, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ο πρώτος εναγόμενος αρνείται την ύπαρξη πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας στο πρόσωπο του ισχυριζόμενος ότι την πρωτοβουλία για την επίδικη μεταβίβαση την είχε ο αδελφός του προκειμένου να μην χάσει "την περιουσία του", αφού ήταν εγγυητής και συνεπώς συνυπεύθυνος με αυτόν έναντι της Τράπεζας Κύπρου, γιατί αυτή θα προχωρούσε σε πλειστηριασμό του προσημειωμένου οικοπέδου τους.

Τούτο όμως δεν ευσταθεί ... Καταδεικνύεται δηλαδή από τον τρόπο που διενεργήθηκε η ανωτέρω απαλλοτρίωση ότι ουσιαστικά μοναδικός ωφελημένος έναντι των δανειστών του, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ήταν ο πρώτος εναγόμενος. Επιπλέον δε ο τελευταίος αρνείται το έννομο συμφέρον της ενάγουσας να ασκήσει την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενος ότι η ικανοποίηση της απαίτησης της θα ήταν ανέφικτη, αφού τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ήταν προσημειωμένα υπέρ της Τράπεζας Κύπρου για ποσό πολύ μεγαλύτερο της αξίας τους.

Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού βασίζεται στην μελλοντική και αβέβαιη προϋπόθεση ότι η εν λόγω τράπεζα θα προχωρούσε στην αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του πρώτου εναγομένου και μάλιστα για ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, πράγμα που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Όσον αφορά τη γνώση της δεύτερης των εναγόμενων ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην εκποίηση των ανωτέρω περιουσιακών του στοιχείων προς βλάβη της ενάγουσας, λεκτέα τα ακόλουθα :

Η δεύτερη εναγομένη είναι σύζυγος του αδελφού του πρώτου εναγομένου δηλαδή δευτέρου βαθμού εξ αγχιστείας συγγενής του και συνεπώς καταλαμβάνεται από το τεκμήριο της γνώσης του άρθρου 941 παρ.2 ΑΚ, την συνδρομή του οποίου αρνείται ισχυριζόμενη ότι τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της αγνοούσαν το χρέος του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα και ότι ενήργησε αυτή ουσιαστικά με την προτροπή του συζύγου της και προς το συμφέρον του ιδίου με σκοπό την μερική εξόφληση της Τράπεζας Κύπρου.

Επιπλέον ισχυρίζεται ότι αγνοούσε τον καταδολιευτικό σκοπό του πρώτου εναγομένου διότι εκείνο το χρονικό διάστημα εργαζόταν στην Αγροτική Τράπεζα στην Παλαιόχωρα, όπου και διέμενε. Ο ισχυρισμός της αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους ...Σε κάθε περίπτωση δέχτηκε να αγοράσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του πρώτου εναγομένου, αφού πληροφορήθηκε προηγουμένως το ύψος και το μέγεθος των οφειλών του, αντιλαμβανόμενη την προσπάθεια του να ματαιώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους και αποδεχόμενη αυτό.

Τούτο δεν αναμένεται να το καταθέσει κανείς από τους μάρτυρες των εναγομένων ούτε να το ομολογήσουν οι τελευταίοι, προκύπτει όμως σαφώς από όσα προεκτέθηκαν και από τον τρόπο που έδρασαν οι εναγόμενοι.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης η ενάγουσα ήταν δανείστρια του πρώτου εναγομένου, η δε απαίτηση της είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής της στις 9-10-2008, ότι ο πρώτος εναγόμενος προχώρησε στην επίδικη σύμβαση προς βλάβη της, αφού απαλλοτρίωσε τις τελευταίες πρόσφορες προς αναγκαστική εκτέλεση οριζόντιες ιδιοκτησίες και μάλιστα με αντίτιμο κατά πολύ μικρότερο της αγοραίας αξίας τους, και ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι ο πρώτος προβαίνει στην απαλλοτρίωση αυτή προς βλάβη των δανειστών του μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα.

Σύμφωνα λοιπόν με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η επίδικη απαλλοτρίωση πρέπει να διαρρηχθεί, αλλά, επειδή το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγομένου- οφειλέτη, η διάρρηξη πρέπει να περιοριστεί σε όσα (και σε εκείνα) που απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας, αφού συνεκτιμηθεί ότι η απαίτηση της δανείστριας είναι 28.636,31 ευρώ, πλέον τόκων, δικαστικών εξόδων και εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα κρατούντα στην ανωτέρω διαδικασία και στην αγορά, η τιμή εκποιήσεως ακινήτου σε αναγκαστικό πλειστηριασμό υπολείπεται της αγοραίας αξίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση δε λαμβανομένης υπόψη της εκτιμηθείσας αγοραίας αξίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών του πρώτου εναγομένου που απαλλοτριώθηκαν με το ... συμβόλαιο ... και που ανωτέρω αναφέρθηκε, πρέπει να διαρρηχθεί αυτή μόνο ως προς το Α-2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, του οποίου η αξία ανερχόμενη σε 60.000 ευρώ καλύπτει την απαίτηση της ενάγουσας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ένσταση της δεύτερης εφεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις προτάσεις της, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔικ και οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ήταν γνωστοί ήδη στον πρώτο βαθμό ...".

VII) Με βάση τις παραδοχές του Εφετείου υπήρχε έννομο συμφέρον της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προς διάρρηξη της επίδικης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, διότι μόνη η εγγραφή επί του παραπάνω ακινήτου (Α-2 διαμερίσματος) των παραπάνω προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου δεν καθιστούσε την ικανοποίηση της απαίτησής της από την εκποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου ανέφικτη.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του, της παραβίασης δηλαδή της διάταξης του άρθρου 941 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Επίσης, το γεγονός ότι ο οφειλέτης μεταβίβασε λόγω πώλησης τα ένδικα ακίνητα στην ήδη αναιρεσείουσα με σκοπό την εξεύρεση χρημάτων προς εξόφληση μέρους του ληξιπρόθεσμου χρέους του προς την Τράπεζα Κύπρου δεν εμποδίζει, κατά τα προεκτεθέντα την διάρρηξη της δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής.

Συνεπώς, ορθά ερμηνεύτηκε η διάταξη του άρθρου 940 ΑΚ, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος του αυτό, προβάλλεται αβασίμως. Ακόμη, από την απόφαση προκύπτει ότι λόγω της συγγενικής σχέσης της αναιρεσείουσας με τον οφειλέτη (ήταν σύζυγος του αδελφού του) τεκμαιρόταν η γνώση της ότι ο οφειλέτης προέβη στην απαλλοτρίωση προς βλάβη της αναιρεσίβλητης δανείστριας. Από δε το Εφετείο ερευνήθηκε, ενόψει του ότι το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και δεν είχε παρέλθει έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι αγνοούσε τον καταδολιευτικό σκοπό του οφειλέτη. Με βάση δε τα περιστατικά που με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, ορθά το Δικαστήριο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, δεχόμενο (αναιρετικώς ανέλεγκτα) ότι δεν υπήρξε άγνοια της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος.

VIII) Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. διότι, για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι η ένδικη απαλλοτρίωση ήταν προσχηματική, γεγονός που επέδρασε στη διάρρηξη αυτής ως καταδολιευτικής καθώς και ότι δεν υπήρξε άγνοια της αναιρεσείουσας ώστε να ανατραπεί υπέρ της το μαχητό τεκμήριο της παρ. 2 του άρθρου 941 ΑΚ, δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ότι το τίμημα των ενδίκων ακινήτων υπολείπονταν της εμπορικής τους αξίας και ότι η αναιρεσείουσα, ως σύζυγος του αδελφού του οφειλέτη και ως υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας, που είχε πρόσβαση στις υπηρεσίες του Τειρεσία, γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε χρέη και ότι ενήργησε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, και δη από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις ομολογίες των διαδίκων.

Το ότι στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την αξία των ακινήτων, εκτός από την εμπορική αξία αυτών, τον χρόνο έκδοσης των οικοδομικών αδειών της οικοδομής και το γεγονός ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονταν σε καλή κατάσταση και σε καλή περιοχή, όπως αναφέρεται στην απόφαση, έλαβε υπόψη του και τους ισχυρισμούς των διαδίκων σχετικά με την επικαλούμενη από αυτούς αξία τους δεν σημαίνει ότι κατέληξε σε συμπέρασμα χωρίς να λάβει υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

VIV) Με το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, παραπονείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και συγκεκριμένα: α) την με αρ. 765/16-9-2008 βεβαίωση της ΑΤΕ, β) το από 15-5-2003 μισθωτήριο συμφωνητικό, που αφορά την εκ μέρους της μίσθωση κατοικίας και γ) την με αρ. 1/1-2-2005 απόδειξη είσπραξης ενοικίου ποσού 135 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, έλαβε υπόψη ".... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους. .. ". Ειδικώς δε, όσον αφορά το μισθωτήριο, στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά για τα προσκομισθέντα από την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα μισθωτήρια, ενώ, ειδικά για τα προσκομιζόμενα από αυτήν μισθωτήρια κατοικίας που αφορούν την Παλαιόχωρα, έγινε δεκτό ότι αυτά δεν αφορούν το κρίσιμο χρονικό διάστημα της επίδικης απαλλοτρίωσης διότι αναφέρονται σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

VV) Με το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη γνώση από αυτή του καταδολιευτικού σκοπού του οφειλέτη. Με βάση, όμως, όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, για την απόρριψη του ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας περί άγνοιας από αυτή του καταδολιευτικού σκοπού του οφειλέτη, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της συγκεκριμένης παραδοχής και δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, την απόρριψη της ως άνω ένστασης δικαιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα, αγοράστρια, έλαβε γνώση των χρεών του πρώτου εναγομένου από τον σύζυγο της, ο οποίος ήταν αδελφός του και διατηρούσε με αυτόν πολύ καλές οικογενειακές σχέσεις και μάλιστα εμπλεκόταν στην επιχειρηματική δραστηριότητα αυτού (1ου εναγομένου), γι' αυτό και είχε εγγυηθεί υπέρ αυτού για μεγάλα χρηματικά ποσά, ενδιαφερόταν για την πορεία της επαγγελματικής του δραστηριότητας και γνώριζε τις οφειλές του, για τις οποίες πληροφόρησε σχετικά τη σύζυγό του, οπότε και φρόντισαν με την αγορά από την τελευταία των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών για να παραμείνουν αυτές στην οικογένεια.

Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης προτείνεται αβασίμως.

VVI) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθές εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 128/2013).

Επίσης, για την θεμελίωση του αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13-1-2006 επιστολής της Τράπεζας Κύπρου, διότι, ενώ η επιστολή αυτή αποτελούσε γραπτή όχληση για το υπάρχον στην ως άνω Τράπεζα χρέος του πρώτου εναγομένου, δέχθηκε ότι περιείχε πληροφορίες για τις οφειλές του πρώτου εναγομένου σε δανειστές του και ότι αυτός αδυνατεί να τους εξοφλήσει, καταλήγοντας τελικά με βάση την επιστολή αυτή στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα, λόγω κοινοποίησης της επιστολής αυτής την 16-1-2006 στο σύζυγό της γνώριζε όλες τις οφειλές του πρώτου εναγομένου, την αδυναμία εξόφλησής τους και τον καταδολιευτικό σκοπό αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα του, ότι δηλαδή ο σύζυγος της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια αυτή από τον σύζυγό της έλαβαν γνώση ότι ο 1ος εναγόμενος είχε χρέη προς τρίτους, αφού συνεκτίμησε την επίμαχη επιστολή μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, εφόσον η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2012 αίτηση για αναίρεση της 260/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ