Legislator Case Law & Legislation
1966/2008 AI generated

1966/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1966/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 11/1/2006 κύρια παρέμβαση-αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 510/2007 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1966/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτο και το αίτημα για μηνιαίες χρηματικές παροχές κατ' άρθρο 930 § 1 ΑΚ, το οποίο θεωρείται ότι περιέχεται, σε σχέση μείζονος προς έλασσον, στο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης εφάπαξ, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του εδαφίου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
driving while unfit to drive traumatic brain injury dangerous interference with traffic accident victim unfit notwithstanding health condition rear-end collision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1966 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1966/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας του ενηλίκου τέκνου της Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ε. Εμμανουηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σινέλη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Γενικών Ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ"", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 11/1/2006 κύρια παρέμβαση-αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 510/2007 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 16/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: Α) την παραδοχή: α) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, β) του τρίτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γ) του ογδόου λόγου αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση, από το εδάφιο 8 και όχι το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Β) την απόρριψη: α) κατά τα λοιπά των ως άνω λόγων αναιρέσεως και β) στο σύνολο των πρώτου, τετάρτου, πέμπτου, έκτου και εβδόμου λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. O ισχυρισμός του εναγομένου ότι στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και ο ενάγων αποτελεί μέσο άμυνας κατά της αγωγής και έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού. Αποτελεί ένσταση από την ΑΚ 300 και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί από τον εναγόμενο και για να ληφθεί υπόψη πρέπει να είναι πλήρως ορισμένη.

Πρέπει δηλαδή κατ' άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ να περιλαμβάνει σχετικό αίτημα και τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται και το ποσοστό συνυπαιτιότητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2951/2001: "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν από τις τελευταίες δεν ορίζεται διαφορετικά α)... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνες των άρθρων 681Α, 666, 667, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 στοιχ.

δ, 237 παρ. 1 και 3, 269 παρ. 1 και 2 και 527 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συνυπαιτιότητας, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (βλ. ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Τέλος, η νομική αοριστία αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ, αντίθετα, η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή στην ένσταση, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 8, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας τους προβληθέντες πρωτοδίκως, αλλά και με την έφεσή της, ισχυρισμούς περί αοριστίας και απαραδέκτου της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος κατά το τροχαίο ατύχημα και εκπροσωπουμένου από αυτήν γιου της Χ2, δέχτηκε την προβληθείσα από τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους ένσταση συνυπαιτιότητας και έκρινε ότι αυτός ευθύνεται για το ατύχημα κατά ποσοστό 30% και μείωσε, αντίστοιχα, το ποσό της αποζημίωσης, παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα, η δε προβολή της εν λόγω ενστάσεως έγινε χωρίς προφορική ανάπτυξη και καταχώριση στα πρακτικά, αλλά με τις έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες όμως δεν κατατέθηκαν πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ή επί της έδρας, αφού σ'αυτές δεν υπάρχει σχετική επισημείωση.

Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων "αφού έλαβαν το λόγο αρνήθηκαν την αγωγή και με τις κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις τους προέβαλαν ένσταση συνυπαιτιότητας του Χ2 (τραυματισθέντος) κατά ποσοστό 50%, λόγω μη προσδέσεώς του με τη ζώνη ασφαλείας", στις δε επισκοπούμενες έγγραφες προτάσεις τους οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι εκθέτουν αναλυτικά τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά και, συγκεκριμένα, ότι ο τραυματισθείς Χ2, καθόταν στο πίσω κάθισμα του ζημιογόνου αυτοκινήτου πίσω από τη θέση του συνοδηγού, χωρίς να έχει προσδεθεί με την ζώνη ασφαλείας την οποία διέθετε το εν λόγω αυτοκίνητο, καθώς και, ότι η μη συμμόρφωση του ανωτέρω με την επιβαλλόμενη σ'αυτόν υποχρέωση πρόσδεσής του με ζώνη ασφαλείας αποτελεί και την πρόσφορη αιτία του σοβαρού τραυματισμού του, αφού προκύπτει ευθέως από το είδος του τραυματισμού του (κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κακώσεις κορμού) σε συνδυασμό με τις συνθήκες σύγκρουσης ότι η ζώνη ασφαλείας θα τον συγκρατούσε στη θέση του και θα του εξασφάλιζε προστασία και ασφάλεια και, ως εκ τούτου, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Γι' αυτό και ζήτησαν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένστασή τους και να μειωθεί το ποσό της αποζημίωσης κατά το αντίστοιχο ποσοστό συνυπαιτιότητας. Και ναι μεν στις ως άνω έγγραφες προτάσεις δεν υπάρχει επισημείωση του γραμματέα για τη χρονολογία καταθέσεως, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν δημιουργεί απαράδεκτο, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, είχαν καταθέσει τις έγγραφες προτάσεις τους, στις οποίες περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ενστάσεως συνυπαιτιότητας πραγματικά περιστατικά:

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 8 και 14 (όχι από το 1 όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολεί διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.

Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία, τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ιστορική βάση της αγωγής, πρέπει να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αν τέτοιο στοιχείο αποτελεί μία νομική έννοια, όπως είναι η πρόστηση, τότε, σύμφωνα με την ισχύουσα στο χώρο του ελληνικού δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου, δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της εν λόγω νομικής έννοιας, αλλά αρκεί να εκτίθενται εκείνα τα βασικά περιστατικά, που επιτρέπουν στο μεν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούται η νομική έννοια, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς.

Τυχόν εκδοχή για εξαντλητική εξειδίκευση των ουσιωδών γεγονότων, που συνθέτουν τη νομική έννοια, θα υπερέβαινε την υπηρετούμενη συναφώς ανάγκη διασφαλίσεως, αφενός, της άμυνας του εναγομένου και αφετέρου, της δυνατότητας δικαστικού ελέγχου του νόμω βασίμου της αγωγής. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερομένων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων.

Εν προκειμένω, στην από 29-10-2005 αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, η αναιρεσείουσα αναφέρει, σε σχέση με την ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο εκπροσωπούμενος απ' αυτήν γιος της Χ2, έγινε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του υπ' αριθ. .....

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της δεύτερης εναγομένης Ψ2 (δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Ζήτησε δε με την ως άνω αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με τις εκτεθείσες ιδιότητές τους (ο πρώτος ως υπαίτιος οδηγός, η δεύτερη ως κυρία, νομέας και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου και προστήσασα αυτόν στην οδήγησή του και η τρίτη διότι ευθύνεται από τη σύμβαση ασφαλίσεως) να καταβάλουν εις ολόκληρον τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο, ύστερα από παραδοχή της εφέσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως αόριστη την στηριζόμενη στη σχέση προστήσεως βάση της αγωγής με την εξής αιτιολογία: "Η αόριστη επίκληση της προστήσεως δεν αρκεί για να θεμελιώσει αυτή τη σχέση όταν κατά τα αναφερόμενα δεν γίνεται επίκληση ότι ο προστηθείς τελούσε υπό την υπηρεσία του προστήσαντος (δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση της δεύτερης εναγομένης) ...".

Όμως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, διότι η επίκληση των παραπάνω στοιχείων καθιστά αρκούντως ορισμένη την ιστορική βάση της αγωγής ως προς την προβαλλομένη σχέση προστήσεως και, ειδικότερα, ως προς την ιδιότητα της κυρίας και κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως προστήσασας και του πρώτου, οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου, ως προστηθέντος.

Και τούτο γιατί η αναφορά μόνο των ανωτέρω στοιχείων δεν εμπόδιζε την αποτελεσματική άμυνα της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητης), ούτε τον δικαστικό έλεγχο περί του αν πληρούται η αναμφίβολα γνωστή και κρίσιμη νομική έννοια της προστήσεως, η δε εξειδίκευση των βασικών γνωρισμάτων αυτής μπορούσε να γίνει με βάση τα προκύπτοντα από την αποδεικτική διαδικασία ειδικότερα περιστατικά.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 930 παρ. 1 ΑΚ η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφαλαίο εφάπαξ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, δηλαδή για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και για την απώλεια εισοδημάτων ή στέρηση υπηρεσιών καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Κατ' εξαίρεση δε μπορεί το δικαστήριο, όταν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος, να την επιδικάσει σε κεφάλαιο εφάπαξ. Σπουδαίος λόγος υπάρχει όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως. 'Ετσι, υπάρχει σπουδαίος λόγος όταν ο δικαιούχος είναι άπορος ή έχει ανάγκη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης λόγω της κατάστασης της υγείας και συνεπώς με τη συγκεντρωμένη αποζημίωση μπορεί να καλύψει καλύτερα τις ανάγκες αυτές.

Ο ενάγων δικαιούχος πρέπει να ζητεί με την αγωγή του την επιδίκαση της αποζημιώσεως σε κεφάλαιο εφάπαξ για σπουδαίο λόγο, να αναφέρει δε και τα περιστατικά που τον συνιστούν. Περαιτέρω, πρέπει ο ενάγων να εξειδικεύει πού θα χρησιμοποιήσει ή πώς θα αξιοποιήσει την αιτούμενη αποζημίωση, ώστε να τεκμηριώνει με επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου για την εφάπαξ επιδίκαση της αποζημίωσης.

Αν δεν εκτίθενται στην αγωγή με πληρότητα και με σαφήνεια τα περιστατικά που συνιστούν το σπουδαίο λόγο και αν δεν εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο προτίθεται ο ενάγων να αξιοποιήσει το κεφάλαιο της αποζημιώσεως, έτσι ώστε να κριθεί εάν συντρέχει περίπτωση σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την επιδίκαση του αιτούμενου ποσού σε κεφάλαιο εφάπαξ, το κονδύλιο που αφορά την αποθετική ζημία του ενάγοντος λόγω απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων είναι αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο.

Όμως, στο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημιώσεως σε εφάπαξ κεφάλαιο, κατά τους όρους του άρθρου 930 παρ. 1 ΑΚ, θεωρείται ότι περιέχεται, σε σχέση μείζονος προς έλασσον, το αίτημα για μηνιαίες χρηματικές παροχές. Επομένως, αν ζητείται με την αγωγή επιδίκαση εφάπαξ κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σπουδαίου προς τούτο λόγου, δεν απορρίπτεται η αγωγή, αλλά το σχετικό αίτημα γίνεται δεκτό για το ίδιο αιτούμενο ποσό, αλλά καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις, κάθε μία από τις οποίες προκύπτει από απλό μαθηματικό υπολογισμό, εφόσον ορίζεται η χρονική περίοδος της απώλειας των προσόδων και το συνολικό ποσό.

Εν προκειμένω, ο ενάγων με την από 29-10-2005 αγωγή του ζήτησε εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία συνεπεία του ατυχήματος την επιδίκαση εφ' άπαξ αποζημίωσης συνολικού ποσού 1.849.213 €, λόγω απώλειας των εισοδημάτων που θ' αποκόμιζε από την εργασία του ως τεχνολόγος πληροφορικής κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2045, χωρίς όμως να επικαλείται τη συνδρομή και πραγματικών περιστατικών που συνιστούν σπουδαίο λόγο.

Εξάλλου, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, έκρινε ότι αυτό είναι αόριστο και για το λόγο αυτό το απέρριψε στο σύνολό του με την περαιτέρω αιτιολογία ότι ο ενάγων "δεν σωρεύει στην αγωγή του επικουρική βάση για επιδίκαση της μελλοντικής του αποζημίωσης σε μηνιαίες χρηματικές δόσεις, προσδιοριζόμενες κατά μήνα, ύψος και διάρκεια ώστε να μπορεί να εξετασθεί από το δικαστήριο ως δεύτερη βάση και ως κάτι έλασσον σε σχέση με το μείζον...".

Απορρίπτοντας το Εφετείο το αγωγικό αίτημα για εφάπαξ επιδίκαση της μελλοντικής ζημίας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού με βάση τα όσα προεκτέθηκαν το πιο πάνω αίτημα είναι αόριστο. Γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όμως, το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτο και το αίτημα για μηνιαίες χρηματικές παροχές κατ' άρθρο 930 § 1 ΑΚ, το οποίο θεωρείται ότι περιέχεται, σε σχέση μείζονος προς έλασσον, στο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης εφάπαξ, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του εδαφίου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ενώ δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 25/2004). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκταση της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 221/2006).

Τέλος, κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικά με τον τραυματισμό του ενάγοντος, ύστερα από εκτροπή του ζημιογόνου αυτοκινήτου από την κανονική του πορεία και την πρόσκρουσή του, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, σε κολώνα της ΔΕΗ, δέχθηκε, ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής: "... Μέσα το ζημιογόνο αυτοκίνητο (.....

IXE) εκτός από τον πρώτο εναγόμενο (οδηγό) επέβαιναν άλλα τέσσερα άτομα, όλα της ίδιας παρέας, τα οποία είχαν προηγουμένως μεταβεί στο κτήμα του πρώτου εναγομένου για φαγητό στην περιοχή ..... . Ο Χ2 (παθών) επέβαινε στα πίσω καθίσματα, συγκεκριμένα δε κάθονταν στην άκρα δεξιά θέση, πίσω ακριβώς από τη θέση του συνοδηγού.

Μετά τη βίαιη πρόσκρουση του αυτοκινήτου στην κολώνα της ΔΕΗ αυτός χώθηκε ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα χτυπώντας στο αριστερό και το δεξιό μέρος της κεφαλής του αλλά και στο υπόλοιπο σώμα του. Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου, όπου νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ως πολυτραυματίας με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αρκετές κακώσεις κορμιού.

Λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της υγείας του διακομίστηκε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, τραχειοτομημένος και υπό μηχανική υποστήριξη της αναπνοής σε κωματώδη κατάσταση. Έκτοτε βρίσκεται κλινήρης σε άγρυπνο κώμα με τραχειοστόμιο και γαστροστόμιο υπό την επιμέλεια και την περίθαλψη της ενάγουσας μητέρας του.

Λόγω των προαναφερομένων οργανικών βλαβών του δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και δεν μπορεί να φροντίζει μόνος τις υποθέσεις του ... . Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο παραπάνω (Χ2) κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, παρά το γεγονός ότι υπήρχε τέτοια ζώνη στο πίσω κάθισμα.

Εάν φορούσε ζώνη ασφαλείας αυτή θα μπορούσε να τον προστατεύσει σε μεγάλο βαθμό και θα είχε περιορίσει τον τραυματισμό του και τις συνέπειες αυτού, το δε συντρέχουν πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση του τραυματισμού του από την ανωτέρω αιτία ανέρχεται σε ποσοστό 30%, γενομένης έτσι κατά ένα μέρος δεκτής της σχετικής ένστασης των εναγομένων ως κατ' ουσίαν βάσιμης...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

V. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και, συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Τα ίδια ισχύουν και κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Έτσι, το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου.

Εν προκειμένω, με τους έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και του οφειλόμενου, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, χρηματικού ποσού λόγω της μόνιμης αναπηρίας την οποία υπέστη κατά το ατύχημα. Οι πιο πάνω λόγοι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την ως άνω διάταξη νοείται αυτή που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, μετά την κατά παραδοχή της έφεσής της εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό του αίτημα για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως των δύο πρώτων εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), και την κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής, δεν ασχολήθηκε καθόλου και άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα, παρά το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε εκκληθεί και ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Πράγματι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων με την από 29-10-2005 αγωγή του ζήτησε ν'απαγγελθεί κατά των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης απόφασης. Όμως, το αίτημα αυτό του ενάγοντος απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμο, γι'αυτό και με την ασκηθείσα από 24-1-2007 έφεσή του εξέφραζε παράπονα κατά της εν λόγω απόφασης και ζήτησε την εξαφάνισή της και ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Παρά ταύτα, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δεν ερεύνησε το ανωτέρω αίτημα, το οποίο άφησε αδίκαστο. Και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του εδαφίου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Γι' αυτό και ο από την πλημμέλεια αυτή όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

V. Μετά τα παραπάνω πρέπει, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα κατά τα κεφάλαια που αφορούν : α) την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης (ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου) ως προστήσασας, β) το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης σε μηνιαίες δόσεις και γ) το αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί ως προς τους αναιρεσιβλήτους εν μέρει την 510/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ