Legislator Case Law & Legislation
1965/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against co-ownership distribution ruling for abuse of right violation.

Case Number 1965/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment regarding the distribution of co-owned real estate. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 281 of the Civil Code by finding abuse of right based on conduct unrelated to property ownership. The court agreed, noting the lower court failed to distinguish between family relationship actions and property rights, leading to a reversal and remittal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559, 580 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a claim for distribution of co-owned property is not abusive if the defendant's prior conduct concerns family relations rather than property rights, and the lower court must distinguish between these spheres.

Keywords

AI generated
co-ownership distribution abuse of right Civil Code Article 281 property rights family relations appeal remittal co-ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Ν. και της Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ζ. του Σ. και της Α., χας Κ. Τ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2021 μη οριστική, 165/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος που απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1841/202, ΑΠ 1888/2022, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 1389/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 30-10-2023 αίτησης για αναίρεση της με αρ. 176/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε επιμελεία της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 126 παρ. 1α ΚΠολΔ).

Αυτή όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη δικάσιμο αυτή, πλην όμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α και γ του ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθ. 176/2023, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της με αρ. 165/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη η από 30-9-2019 αγωγή διανομής ακινήτου και αποζημίωσης χρήσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή της προσβληθείσας από την εναγόμενη ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.

Η κρινόμενη ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί στις 30-10-2023 νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 5-4-2023 (δεδομένου ότι από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

2.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η ασκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟΛΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 18/2025, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1571/2011). Η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης δεν αποκλείεται επί αγωγής διανομής ακινήτου, η οποία αποτελεί μορφή ασκήσεως του δικαιώματος συγκυριότητας που κατάγεται στη δίκη (ΑΠ 555/2017, ΑΠ 473/2004 , ΑΠ 13/2004 ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1431/2024, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι ακίνητο-οικοδομή με αριθμό 21 του υπ' αριθμ. 8 στοίχου, τύπου 227 του οικισμού εργατικών κατοικιών "ΤΡΙΚΑΛΑ I", που βρίσκεται στη συνοικία Αγίου Κωνσταντίνου της πόλεως των Τρικάλων και επί της οδού Πλουτάρχου, αποτελείται δε από ισόγειο όροφο εμβαδού 72,09 τ.μ και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο 72,09 τ.μ.

Το εν λόγω ακίνητο, αρχικά ως ισόγεια μονοκατοικία, ανήκε κατά κυριότητα από παραχώρηση από τον Αυτόνομο Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, στον Σ. Ζ. του Κ., όπου διέμενε μετά της οικογένειάς του (σύζυγο και τέκνα του), μετά δε το θάνατο αυτού στις ....1965, περιήλθε στα τέκνα του Ν. Ζ., Α. Ζ. και στη σύζυγό του Α. Ζ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εκ των δύο πρώτων και κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Τρικάλων Β.

Γ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα και οι οποίοι εξακολουθούσαν να διαμένουν σ' αυτό, μάλιστα δε περί το έτος 1974 ανεγέρθη και ο πρώτος όροφος αυτού, στον οποίο έκτοτε έμενε η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη, Α. Ζ. με την οικογένειά της, ενώ στον ισόγειο όροφο η Α. Ζ. και ο Ν. Ζ. και από το έτος 1981, οπότε ο τελευταίος σύναψε γάμο με την ενάγουσα ήδη εκκαλούσα έως το έτος 1985 (οπότε και λύθηκε ο γάμος τους με διαζύγιο), με τη σύζυγό του (ενάγουσα - εκκαλούσα) και τον γεννηθέντα στις ....1982 υιό τους Σ.

και έκτοτε με την ως άνω μητέρα του και τον υιό του. Εν συνεχεία, στις 30-06-1994 η Α. Ζ., πεθερά της εναγόμενης, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής το ως άνω ποσοστό της επί του επιδίκου ακινήτου στα ανωτέρω τέκνα της Ν. (πρώην σύζυγο της ενάγουσας - εκκαλούσας) και Α. Ζ. (εναγόμενη - εφεσίβλητη) κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στο καθένα εξ αυτών, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1994 πράξεως της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να καταστούν κύριοι αυτού (ακινήτου) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Ακολούθως, ο Ν. Ζ., αδερφός της εναγόμενης - εφεσίβλητης και πρώην σύζυγος της ενάγουσας - εκκαλούσας, απεβίωσε στις 09-03-1995, και το ως άνω μερίδιό του (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του επιδίκου ακινήτου, περιήλθε στον υιό αυτού και της ενάγουσας Σ. Ζ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτού, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και ο οποίος εξακολουθούσε μετά της ως άνω γιαγιάς του εκ της πατρικής γραμμής να διαμένει στο ισόγειο αυτού (επιδίκου ακινήτου), έως το θάνατο της τελευταίας το έτος 2003 και υπό την επίβλεψη της εναγόμενης μέχρι την ενηλικίωσή του (....2000), η οποία διορίστηκε επίτροπος αυτού με την υπ' αρ. 320/1995 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και μετά το θάνατο της γιαγιάς του, ο ίδιος έως τις ....2005, οπότε απεβίωσε, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη μητέρα του ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ.

Π. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Τρικάλων. Από το θάνατο δε του ως άνω υιού της ενάγουσας στις ....2005 το ανωτέρω ακίνητο κατέχει ολόκληρο η εναγομένη, εξακολουθώντας να διαμένει στον α' όροφο ενώ το ισόγειο κατά καιρούς το εκμισθώνει σε τρίτους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, τέλεσε νόμιμο γάμο τον Μάιο του 1981 με τον προαναφερθέντα αδελφό της εναγόμενης - εφεσίβλητης, Ν. Ζ. του Σ., και από τον γάμο τους αυτόν απέκτησαν το μοναδικό τους τέκνο Σ. Ζ., ο οποίος γεννήθηκε στις ...-1982. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 492/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, λύθηκε ο ως άνω γάμος της ενάγουσας - εκκαλούσας με τον Ν. Ζ., και ρυθμίστηκαν τα θέματα διατροφής, επιμέλειας και επικοινωνίας που αφορούσαν το ως άνω ανήλικο τότε τέκνο τους, Σ. Ζ., με το από 27- 2-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικυρώθηκε με την ως άνω απόφαση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω συμφωνητικό, η επιμέλεια του ανηλίκου ανατέθηκε στον πατέρα του, Ν. Ζ., ο οποίος ανέλαβε και τη διατροφή του, ενώ η μητέρα του είχε το δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του, κατά τα αναφερόμενα στο ιδιωτικό συμφωνητικό.

Πλην όμως, η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα επικοινωνίας με το ως άνω ανήλικο τέκνο της, το οποίο κατά τον χρόνο που λύθηκε ο γάμος της με τον Ν. Ζ., ήταν μόλις τριών (3) ετών, την ανατροφή δε και την φροντίδα του ανηλίκου την ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο πατέρας του με τη συνδρομή της αδερφής του (εναγόμενης - εφεσίβλητης) και της μητέρας του.

Εξάλλου, μετά τη λύση του πρώτου γάμου της, η ενάγουσα τέλεσε δεύτερο γάμο με τον Γ. Α., από τον οποίο απέκτησε δύο τέκνα, και διέκοψε ολοκληρωτικά την επικοινωνία της με το ως άνω τέκνο της από τον πρώτο της γάμο, καθώς δεν ήθελε να διαταραχθεί η ηρεμία της νέας οικογένειάς της, δεδομένου ότι και ο δεύτερος σύζυγός της αντιδρούσε αρνητικά στην προοπτική μιας επικοινωνίας με το πρώτο της τέκνο.

Μάλιστα, το 1995 μετά το θάνατο του πρώτου της συζύγου Ν. Ζ., αρνήθηκε να αναλάβει τη γονική μέριμνα αλλά και την επιμέλεια του πρώτου της τέκνου, Σ. Ζ., δηλώνοντας στο δικαστήριο, που έγινε στα πλαίσια διορισμού επιτρόπου του ανηλίκου, ότι αδυνατεί να ασκήσει τόσο την γονική μέριμνα όσο και την επιμέλεια αυτού, γεγονός που υποδηλώνει την αδιαφορία για τη ζωή και την τύχη του πρώτου της τέκνου.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 320/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αίτησης περί διορισμού επιτρόπου και παρεπιτρόπου ανηλίκου τέκνου, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Η μητέρα του ανηλίκου εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε ότι αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για το ανήλικο τέκνο της Σ.

Ζ., δήλωσε όμως ότι είναι πρόθυμη να διοριστεί ως παρεπίτροπος του συγκεκριμένου τέκνου της. Ο ανήλικος Σ. Ζ., ο οποίος διανύει πλέον το 13° έτος της ηλικίας του, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα του και δήλωσε ότι επιθυμεί να διαμένει στην κατοικία, όπου διαμένει μέχρι τώρα και να φροντίζει γι' αυτόν η αιτούσα θεία του Α.

Τ. (νυν εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη), όπως γινόταν μέχρι τώρα" διορίζοντας με το διατακτικό της την εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη ως επίτροπο και την ενάγουσα ήδη εκκαλούσα ως παρεπίτροπο του ανηλίκου Σ. Ζ., διορισμός ο οποίος δεν είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού η τελευταία εξακολουθούσε να είναι ουσιαστικά και τυπικά απούσα από τη ζωή του ανηλίκου τέκνου της Σ.

Ζ., επιδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο αδικαιολόγητη προς το πρόσωπό του αδιαφορία, ακόμα και στην συγκεκριμένη εξαιρετικά δύσκολη και κρίση περίοδο της ζωής του, αφού έχασε τον ένα γονέα του, βιώνοντας παράλληλα και την "απώλεια" του έτερου γονέα του (της μητέρας του), που δεν επιθυμούσε να έχει όχι μόνο την φροντίδα του αλλά και οποιαδήποτε επαφή μαζί του.

Τα όσα κατέθεσε στην με αριθμό .../2020 ένορκη βεβαίωση η βιολογική αδελφή της ενάγουσας, Δ. Ι., και την οποία προσκόμισε με την προσθήκη της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για το ότι η αποξένωση της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας από την ζωή του πρώτου τέκνου της, δεν αποτελούσε προσωπική της επιλογή αλλά αποτέλεσμα πιέσεων εκ μέρους του πρώην συζύγου της και πατέρα του ανηλίκου τότε τέκνου της, Ν.

Ζ. αλλά και της οικογένειάς του, δεν κρίνονται πειστικά, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή επιθυμούσε να διεκδικήσει την άσκηση εκ μέρους της, της γονικής μέριμνας του ως άνω υιού της ή της ανάθεσης σε αυτήν της επιμέλειας του ή έστω την επικοινωνία της μαζί του, η οποία της είχε παρασχεθεί με δικαστική απόφαση, ενώ αναιρούνται και από την συμπεριφορά της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας μετά τον θάνατο του πατέρα του ανηλίκου, οπότε εκ του νόμου η γονική μέριμνα ανήκε σε αυτήν, πλην όμως η ίδια δήλωσε, κατά την συζήτηση της αίτησης περί διορισμού επιτρόπου, όπως προαναφέρθηκε, ότι αδυνατούσε να ασκήσει τα ως άνω γονεϊκά της καθήκοντα και συναίνεσε στην ανάληψη αυτών από την θεία του ανηλίκου (εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη).

Σημειωτέον, ότι ο δεσμός μάνας και γιου είχε διαρρηχθεί σε τέτοιο σημείο, που ο Σ. Ζ. ακόμα και μετά την ενηλικίωσή του ουδεμία επαφή είχε με τη μητέρα του (ενάγουσα), καθώς η ίδια δεν επιθυμούσε την ύπαρξη σχέσεων με αυτόν, ενώ δεν τους συνέδεε πλέον κανένας συναισθηματικός δεσμός πέρα από το γεγονός της βιολογικής απλά σχέσης τους.

Μάλιστα, η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα δεν παρέστη ούτε στην κηδεία του ως άνω τέκνου της, το οποίο απεβίωσε στις 21-10-2005 από υπερβολική χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, η ενάγουσα προχώρησε στην αποδοχή κληρονομιάς του ανωτέρω τέκνου της δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2006 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ.

Κ. και το έτος 2008 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κατά της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης, την από 16-04-2008 αίτηση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εκεί καθ' ης να της αποδώσει τη χρήση του επίδικου ακινήτου και επικουρικώς είτε δια της εκμισθώσεως ολοκλήρου της οικοδομής σε τρίτον και της διανομής μεταξύ τους κατά το ήμισυ του μισθώματος είτε δια της παραχωρήσεως της χρήσεως ολοκλήρου της οικοδομής στην καθ' ης η αίτηση και την καταβολή εκ μέρους της ως αντάλλαγμα το ήμισυ του αντιστοιχούντος στη χρήση αυτού μισθώματος, η αίτησή της δε αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 239/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Έκτοτε, δεν προχώρησε σε άλλη δικαστική ή εξωδικαστική έστω ενέργεια σχετικά με την διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, μέχρι την κατάθεση της εν λόγω αγωγής το 2019, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ήτοι από τον θάνατο του Σ. Ζ. και μέχρι το 2019, αλλά και όλο το προηγούμενο που ο Σ. ήταν εν ζωή, η εναγόμενη φρόντιζε το επίδικο ακίνητο κάνοντας όλες τις απαραίτητες για αυτό δαπάνες (επισκευές κλπ) δαπανώντας για αυτό (ακίνητο) μεγάλα ποσά.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της διανομής εκ μέρους της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας, με την ένδικη αγωγή, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 ΑΚ, τυχόν δε ικανοποίηση του αγωγικού αιτήματος θα επιφέρει δυσχερή αποτελέσματα για την εναγόμενη που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το αίσθημα δικαίου και την ηθική τάξη.".

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα από την ενάγουσα έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, είχε απορριφθεί η αγωγή διανομής και αποζημίωσης χρήσης ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τον από το άρθρο 281 ΑΚ κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο εσφαλμένα εφάρμοσε, διότι στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα περί της καταχρηστικότητας της άσκησης της αγωγής διανομής ακινήτου, σε συμπεριφορά της δικαιούχου ενάγουσας που αφορά αιτιωδώς άσχετες με το δικαίωμά της επί της κυριότητας και συνακόλουθα περί διανομής του κοινού ακινήτου πράξεις και καταστάσεις, οι οποίες αφορούν την οικογενειακή σχέση αυτής με τον γιό της και δικαιοπάροχό της (δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης του δικαιώματος της (συγ)κυριότητας στο υπό διανομή ακίνητο, ενώ περαιτέρω δεν προσδιορίζει τις δυσμενείς συνέπειες που υπέστη η εναγομένη από την ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας.

Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι βάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω παρέλκει η έρευνα των δεύτερου εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτου εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων της αίτησης αναίρεσης, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής, κατ' άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. 176/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ