Legislator Case Law & Legislation
1965/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and improper jurisdiction over insurance liquidation.

Case Number 1965/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal against the First Instance Court's decision inadmissible for all appellants. The court found the appeal was filed twenty days before the hearing, violating the strict time limit under Article 570 of the Code of Civil Procedure. Additionally, the court ruled that insurance liquidation proceedings fall under the jurisdiction of the Single First Instance Court, not the Supreme Court, making the appeal procedurally impossible. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 92 of the Bankruptcy Law; Article 53 of the Bankruptcy Law; Article 54 of the Bankruptcy Law; Article 25 of the Constitution: An appeal against a judgment in insurance liquidation proceedings is inadmissible if filed after the statutory deadline and because such proceedings are exclusively within the jurisdiction of the Single First Instance Court, not the Supreme Court.

Keywords

AI generated
insurance liquidation jurisdiction admissibility time limit supreme court appeal procedural inadmissibility single first instance court bankruptcy law scope legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 92 of the Bankruptcy Law
Article 53 of the Bankruptcy Law
Article 54 of the Bankruptcy Law
Article 25 of the Constitution
Article 570 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1, 192 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1965/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό της Ι. Ν. ως ασφαλισμένης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, έως και 24) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Π. και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 940/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3631/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/6/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021, ΑΠ 540/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ ΑΠ 13/2008).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, σε περίπτωση δε, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολιπόμενου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί, ούτε από τον αντίδικό του, ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και εφόσον δεν έχει κλητευθεί, ούτε από τον αντίδικό του, ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017).Επίσης από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση των φερόμενων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 152/2023, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018).

2.Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ,οι πρώτος, δέκατος ένατος, και εικοστή από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας και επισπεύδουν και οι ίδιοι (μετά των λοιπών αναιρεσειόντων) τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με την σχετική έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Σ.

Π., πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την με αριθμό 5118Ε'/15-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο ...., Δ. Π., που προσκομίζουν οι λοιποί αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς την αναιρεσίβλητη προς συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο της 19ης Φεβρουαρίου 2024.Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται, δια της προσκομιδής σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, παροχή πληρεξουσιότητας προς τον τελευταίο, για επίσπευση της συζήτησης από τους άνω μη παραστάντες και επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Κλήτευση δε των ως άνω αναιρεσειόντων (πρώτου, δέκατου, ένατου, και εικοστής) από τους αναιρεσίβλητους ή τους λοιπούς αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους τους, δεν προκύπτει ούτε την επικαλούνται οι τελευταίοι. Επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους ως άνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες.

Επίσης, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, Σ. Π., ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί, μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων και τους τέταρτη, πέμπτο, έκτη, και εικοστό πρώτο από τους αναιρεσείοντες, που συνδέονται και αυτοί με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας και επισπεύδουν και οι ίδιοι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση επίδοσης.

Ο ως άνω όμως, πληρεξούσιος δικηγόρος, δεν αποδεικνύει ότι είναι εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και από αυτούς, τους αναιρεσείοντες, καθόσον δεν προσκομίζει, ούτε, άλλωστε, επικαλείται με το υπόμνημά του, σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, από τα οποία να προκύπτει ότι είναι νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτών, τόσο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όσο και για την εκπροσώπησή τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την παραπάνω δικάσιμο.

Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω τέταρτη, πέμπτο, έκτη, και εικοστό πρώτο από τους αναιρεσείοντες η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

3. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά της αναιρεσίβλητης, από 15-1-2016, ανακοπή τους, αφού εξέθεσαν ότι συνήψαν τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την 176/2/25-2-2010 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, εξαιρουμένου του χαρτοφυλακίου ζωής και ότι ο Επόπτης Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης, με την από 3/6/2015 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε στους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρείας, ότι δύνανται έως την 17η/9/2015 να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους προσκομίζοντας ταυτόχρονα όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία, ότι ο Επόπτης Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης, στις 20/11/2015 απέστειλε στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή, την κατ' άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 "Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής", στην οποία οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων δεν περιλήφθηκαν παρότι είχαν περιληφθεί νομίμως στην προσωρινή κατάσταση δικαιούχων(προσωρινό χαρτοφυλάκιο ζωής), με συνέπεια τον αποκλεισμό τους από τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ζήτησαν να διορθωθεί η επίδικη Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής, ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οι εν λόγω απαιτήσεις τους.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 940/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι απαιτείται η αναγγελία της απαίτησης του ασφαλισμένου με δική του πρωτοβουλία στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ότι το άρθ. 92 ΠτΚ δεν εφαρμόζεται αναλογικά στη ως άνω διαδικασία.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 6-7-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση υπ'αριθμ.3631/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (εκτός από τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, η οποία συμψηφίστηκε μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας).

4.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. α - γ του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παρ. 9 του άρθρου 12 αυτού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν.δ. 400/1970 "Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.

Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.

Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.

Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.

Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.

Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Το ως άνω ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του, από 1 Ιανουαρίου 2016, με το Ν. 4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΔ και του Συμβουλίου της 25 Νοεμβρίου 2009 κλπ", πλην, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 1 αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 παρ. 1 και 4.

Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων από τον επόπτη εκκαθάρισης κλπ όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970. Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, ρητά επαναλήφθηκε και στο Ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι "Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου εφετείου που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.

Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.

Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1705/2023, 1704/2023, 153/2023, 152/2023).

Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη για το παραδεκτό των ένδικων μέσων, τούτο κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002, ΑΠ 153/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 27-8-2021, ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής.

Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά τον ως άνω χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (27-8-2021) άρθρο 242 παρ. 2 Ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης, όπως άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από το προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη ανακοπή τους έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 αυτού, όλως επικουρικά δε ισχυρίζονται ότι η ένδικη Κατάσταση Δικαιούχων Ασφαλίσματος έχει χαρακτήρα οριστικού πίνακα διανομής, με τον οποίο αναγνωρίζονται τα προνόμια των ασφαλισμένων και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, όπως υπόκειται και η ανακοπή κατά του πίνακα διανομής επί πτωχεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 161 παρ. 1 εδαφ.

γ ΠτΚ. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι διότι κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (27.8.2021), αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης (21.6.2022) ίσχυε ο νέος ΠτΚ (ν.4738/2020,όπως τροπ. με ν.4738/2020 και ν.4818/2021), σύμφωνα με το άρθρο 187 του οποίου, με ισχύ από 1.6.2021, "οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται μόνο σε έφεση".Πλέον αυτού, οι ως άνω ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και υπό την ισχύ του προηγούμενου ΠτΚ (ν.3588/2007 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.4446/2016, ΦΕΚ Α 240/22.12.2016), διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 π.ΠτΚ "Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά" (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 παρ. 3 του Ν 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και αίτηση αναίρεσης.

Επίσης, και η διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης κατάταξης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή κατ' άρθρο 92 πΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο ότι η πτωχευτική ανακοπή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 53 του πΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 πΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές της, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση.

Περαιτέρω, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει, όπως προεκτέθηκε, στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που πρότεινε με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, που κατατέθηκαν στις 25-1-2024, όπως προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση της γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, δηλαδή πλέον των είκοσι ημερών πριν από την ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός, άλλωστε, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1,192 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-6-2022 αίτησης αναίρεσης, της με αριθμό 3631/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο, δέκατο, ένατο, και εικοστή από τους αναιρεσείοντες.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-6-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3631/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους τέταρτη, πέμπτο, έκτη και εικοστό πρώτο από τους αναιρεσείοντες, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο. -ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ