Legislator Case Law & Legislation
1965/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against social security fund's negligence claim, remanding case for further trial.

Case Number 1965/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Social Security Institution against a First Instance Court judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 904 of the Civil Code regarding the claim for unjust enrichment. The court found that the appellate court incorrectly required more specific elements than the law mandates for establishing unjust enrichment. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 of the Civil Code; The appellate court erred in applying the law by requiring more specific elements than mandated for the legal sufficiency of an unjust enrichment claim.

Keywords

AI generated
unjust enrichment Civil Code Article 904 appellate review legal sufficiency remand for retrial social security negligence civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 and 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 30 paragraphs 1 and 2 of Law 4038/2012
Article 19 paragraph 1 letter b of Law 2556/1997
Article 61 paragraph 3 of Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του αρχικά ενάγοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Φ. του Γ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/4/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 6-4-2021 (10/7-4-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 334/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (19-9-2022), η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την 6235β/21-7-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Ε.

Σ., την οποία προσκομίζει το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με την από 306-2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορισμού δικασίμου για εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον αυτού του τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου, την 19η-9-2022 και ορισμού εισηγητή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 του Κ.Πολ.Δ., 914, 297, 298 του Α.Κ., προκύπτει ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται η επίκληση των περιστατικών εκείνων, τα οποία συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του (Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 252/2013).

Εξάλλου, ζημία ως προϋπόθεση της αδικοπραξίας αποτελεί κάθε βλάβη, η οποία προκαλείται στα υλικά ή άυλα αγαθά του προσώπου, αποκαθίσταται δε όχι μόνο η περιουσιακή ζημία, αλλά και ηθική βλάβη, πρέπει δε αυτή να είναι άμεση και, ως εκ τούτου, αξίωση αποζημίωσης αποκτά μόνον ο αμέσως ζημιωθείς. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ.Α.Π. 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 719/2012). Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού), που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός πταίσματος του υπόχρεου δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και η περιουσιακή κατάσταση των μερών (Α.Π. 34/2022, Α.Π. 29/2021, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1414/2019, Α.Π. 838/2017).

Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. του Α.Κ.) για απόδοση της ωφέλειας, την οποία ο εναγόμενος, χωρίς νόμιμη αιτία, απεκόμισε από την περιουσία του ενάγοντος ή με ζημιά αυτού, είναι επιβοηθητικής φύσεως, δυνάμενη να ασκηθεί, μόνο, εάν δεν παρέχεται άλλη έννομη προστασία από τη σύμβαση, από το νόμο ή από αδικοπραξία.

Η κατά το ουσιαστικό, όμως, δίκαιο επικουρικότητα της αγωγής αυτής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν κωλύει την επικουρική της άσκηση κατά το δικονομικό δίκαιο (άρθρ. 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση, δηλαδή, απορρίψεως της κύριας βάσης από σύμβαση ή αδικοπραξία. Στην περίπτωση αυτή, για την πληρότητα της εν λόγω επικουρικής αγωγής, αν μεν η κύρια βάση στηρίζεται στη σύμβαση, πρέπει να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, αν δε η κύρια βάση στηρίζεται στην αδικοπραξία, για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, αρκεί να γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α του Α.Κ. (πλουτισμός του υποχρέου, επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και έλλειψη νόμιμης αιτίας), χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκούμενων αξιώσεων από αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις), όπως η έλλειψη στοιχείων της αδικοπραξίας, θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες, κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Α.Π. 1027/2021, Α.Π. 305/2010, Α.Π. 28/2010, Α.Π. 475/1989).

Εξάλλου, η ύπαρξη της επικαλούμενης στην αγωγή ωφέλειας του φερόμενου ως πλουτίσαντος (εναγομένου) και ακριβής έκταση αυτής διαγιγνώσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, αφορά, δηλαδή, στην ουσία της υπόθεσης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 967/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον οικείο (δεύτερο) λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 904 του Α.Κ., απέρριψε α) ως αόριστη την κύρια εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής, τόσον ως προς το αίτημα επιδίκασης της θετικής ζημίας που φέρεται ότι υπέστη το ενάγον εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, όσον και το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) προεχόντως ως νόμω αβάσιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, σε κάθε περίπτωση δε ως αόριστη.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 27-8-2012 (2972/2012) αγωγής προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον υποστήριξε τα εξής: "Με την υπ' αριθμόν …/1996 απόφαση Διευθυντή Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α..Μ. Πατρών απονεμήθηκε στη μητέρα της εναγομένης Ό. Φ.... πλήρης σύνταξη θανάτου, ποσού 100,90 ευρώ, ενώ με την υπ' αριθμόν …/1996 απόφαση του ως άνω Διευθυντή απονεμήθηκε στην ως άνω δικαιούχο σύνταξη θανάτου Τ.Ε.Α.Μ.

ποσού 42 ευρώ,... λόγω θανάτου του συζύγου της.... Η μηνιαία ως άνω σύνταξη, συνολικού ποσού 142,90 ευρώ καταβαλόταν κανονικά κάθε μήνα στο λογαριασμό που διατηρούσε η Ό. Φ. στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Πάτρα... Στο λογαριασμό αυτό η εναγομένη ήταν η μόνη συνδικαιούχος... Στις 18-5-2005 απεβίωσε στην Πάτρα η Ό.

Φ.... γεγονός που οπωσδήποτε περιήλθε εις γνώσιν της αντιδίκου και θυγατέρας της... Η εναγομένη ουδόλως ανήγγειλε τον θάνατο της δικαιούχου και λήπτριας της σύνταξης μητέρας της, ούτως ώστε να διακοπεί άμεσα η καταβολή της συντάξεως από τα αρμόδια όργανα... ηθελημένα παρασιώπησε το ουσιώδες γεγονός του θανάτου της μητέρας της με μοναδικό σκοπό να συνεχιστεί η καταβολή από εμένα, εξαιτίας πλάνης μου ως προς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για τη συνέχιση της καταβολής συντάξεως, οι οποίες πλέον και λόγω του θανάτου είχαν παύσει να ισχύουν...

Έτσι τα αρμόδια όργανά μου καλόπιστα φερόμενα και ενεργούντα κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης και των συναλλακτικών χρηστών ηθών συνέχισαν να καταθέτουν τη μηνιαία σύνταξη των 142,90 ευρώ στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό... Παρά το ότι τα ποσά που εμβάζονταν στο λογαριασμό της θανούσας ήταν κάθε μήνα συγκεκριμένα και η εναγομένη οπωσδήποτε γνώριζε τόσο την αιτία κατάθεσης, αφού αποτελούσαν τη μηνιαία σύνταξη της μητέρας της, όσον και τον πράγματι δικαιούχο αναλήψεως και καρπώσεως των ποσών αυτών, ηθελημένα παρά το ότι μετά το θάνατο της μητέρας της είχε αρθεί ο λόγος εμβάσματος των ποσών συντάξεως και δεν δικαιούνταν σε ανάληψη αυτών των ποσών, αφού αποτελούσαν αχρεώστητη παροχή, παρέλειψε να αναφέρει στα αρμόδια όργανα του Ιδρύματος την επελθούσα ουσιώδη μεταβολή, που συνιστά ταυτόχρονα και λόγο διακοπής της σύνταξης...

Από όλα όσα ανωτέρω εκτίθενται σαφώς προκύπτει ότι η εναγομένη, εάν και γνώριζε την επέλευση ουσιώδους μεταβολής (θάνατος) της κατάστασης της μητέρας της, στην οποία απέδιδα μηνιαίως την ανωτέρω αναφερόμενη σύνταξη, δολίως απέκρυψε το ανωτέρω γεγονός προκειμένου: α) να με παραπλανήσει ούτως ώστε να συνεχίσω να καταβάλω, όπως και πράγματι, κατέβαλα και μετά το θάνατο της μητέρας της, τις συνταξιοδοτικές παροχές, ευρισκόμενο σε πλάνη ότι η τελευταία ήταν εν ζωή, με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση του γεγονότος του θανάτου της μητέρας της και β) η εναγομένη να αναλαμβάνει κάθε ποσό που κατέβαλα εκ της πλάνης μου και να καρπώνεται αυτό δίχως νόμιμη αιτία, ζημιούμενο κατά αυτό τον τρόπο...

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της υποχρεωτικής καταγραφής φυσικής παρουσίας έτους 2011... διαπιστώθηκε από την Υπηρεσία ο θάνατος της μητέρας της εναγομένης... Εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, πεπλανημένα και δίχως νόμιμη αιτία ο λογαριασμός της θανούσης Ό. Φ. πιστωνόταν κάθε μήνα από εμένα με την καταβολή της συντάξεώς της ακόμη και μετά το θάνατό της.

Ειδικότερα κατατέθηκαν στον ως άνω λογαριασμό κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2005... έως και 31-10-2011... ισάριθμες μηνιαίες συντάξεις συνολικού ύψους 22.294,67 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ../2012 απόφαση της δ/ντριας του υποκαταστήματός μου Άνω Πόλεως Πατρών... Οι ανωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες της εναγομένης αμαύρωσαν το κύρος και την αξιοπιστία μου και προσέβαλαν τον σκοπό και την αποστολή μου...

Αιτούμαι επομένως... όπως μου επιδικαστεί το ποσό των 10.040 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστην, εξαιτίας της παράνομης και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Από το ποσό αυτό αφαιρώ τώρα 40 ευρώ, για τα οποία έχω δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής... Άλλως, όλως επικουρικώς και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης δεν αποτελεί αδικοπραξία, η εναγομένη ευθύνεται να μου αποδώσει το σύνολο του ποσού που απέσυρε από τον τραπεζικό λογαριασμό και αντιστοιχεί στην καταβαλλόμενη στη μητέρα της σύνταξη για το χρονικό διάστημα από 1-6-2005 έως και 31-10-2011 ύψους 22.294,67 ευρώ, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη από την περιουσία μου χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή χωρίς να το δικαιούται...".

Από την επισκόπηση, εξάλλου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση κατά της 346/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης (άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ότι: "... η ένδικη αγωγή είναι αόριστη ως προς την κύρια βάση της αδικοπραξίας και τούτο διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για να προσδιορισθεί με επάρκεια η θετική ζημία που υπέστη το ενάγον νομικό πρόσωπο από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και συγκεκριμένα η έκταση της ζημίας αυτής και, εντεύθεν, το ισόποσο της δαπάνης που θα απαιτηθεί για την αποκατάστασή της, αφού, αφενός μεν ιστορείται στην αγωγή ότι η εναγομένη με απατηλά μέσα παρανόμως ιδιοποιήθηκε τη σύνταξη που θα δικαιούτο να εισπράττει η μητέρα της εάν ζούσε, συνολικού ύψους 142,90 ευρώ το μήνα επί συνολικά εβδομήντα επτά (77) μήνες μετά το θάνατό της (από 01-06-2005 έως 31-10-2011), ήτοι ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε το συνολικό ποσό των 11.003,30 (142,90 χ 77), αφετέρου το ενάγον αιτείται τη σε αυτό καταβολή, για την ανωτέρω αιτία, του ποσού των 22.294,67 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύει τα επί μέρους χρηματικά ποσά που συνολικώς εισέπραξε παρανόμως η εναγομένη κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και τον τρόπο (μαθηματικό υπολογισμό), με τον οποίο προέκυψε από αυτά το ανωτέρω συνολικώς αιτούμενο ποσό, με συνέπεια να στερείται η δυνατότητα, το μεν Δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομική βασιμότητα του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, η δε, φερόμενη ως ζημιώσασα, εναγόμενη, να προβεί σε ανατροπή των αγωγικών ισχυρισμών μέσω ανταπόδειξης, χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός πως, παρά το ότι η εν λόγω νομική αοριστία δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με τη συμπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου στις προτάσεις του ενάγοντος, το τελευταίο ουδόλως επεχείρησε (έστω) μια τέτοια συμπλήρωση ούτε με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, ούτε με αυτές που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου...

Κατά τα λοιπά, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, κατ' αυτεπάγγελτη αυτού ενέργεια, ότι είναι αόριστο και το δεύτερο αίτημα της κύριας αγωγικής βάσης περί επιδίκασης υπέρ του ενάγοντος χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη..., αφού η εν λόγω αξίωση ασκείται μόνο σε περίπτωση πρόκλησης βλάβης λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, κατά δε την άποψη που το Δικαστήριο τούτο ακολουθεί ως ορθότερη, μεταξύ των στοιχείων που απαιτείται να περιέχονται στην αγωγή για να είναι αυτή ορισμένη ως προς την άνω αξίωση του άρθρου 932 Α.Κ.

είναι... η έκταση της υλικής βλάβης που υπέστη το παθόν-ενάγον (η οποία αποτελεί στοιχείο ουσιώδες για την ελεύθερη από το Δικαστήριο εκτίμηση του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί σε αυτό για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τυχόν θα είχε υποστεί), η οποία, όπως προεκτέθηκε, ελλείπει από την αγωγή...

το παρόν Δικαστήριο... είναι υποχρεωμένο... να προβεί αυτεπαγγέλτως στην έρευνα της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού... Πλην όμως, για τη νομική βασιμότητα της βάσης αυτής, ενόψει του ότι ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσης από την αδικοπραξία, θα έπρεπε να γινόταν στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ανυπαρξίας των με την ανωτέρω κυρία βάση ασκουμένων αξιώσεων των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η οποία, όμως, δεν γίνεται από το ενάγον, το οποίο, αντιθέτως, θεμελιώνει τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνει και την κυρία εξ αδικοπραξίας αγωγική βάση. Πρέπει, επομένως, η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη...

θα ήταν και πάλι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αφού δεν μνημονεύεται σ' αυτήν κατά τρόπο συγκεκριμένο η απαραίτητη για το ορισμένο της μετακίνησης από την περιουσία του ενάγοντος σε αυτήν της εναγομένης, ήτοι ο πλουτισμός της τελευταίας, λόγω μη προσδιορισμού, μέσω μαθηματικού υπολογισμού του τρόπου με τον οποίο η εκ μέρους της εναγομένης ιδιοποίηση από την περιουσία του ενάγοντος, 142,90 ευρώ το μήνα επί συνολικά εβδομήντα επτά (77) μήνες, προκάλεσε σε αυτό υλική ζημία συνολικού ύψους 22.294,67 ευρώ και ισόποσο αυτής πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία...".

Κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε τόσον την κύρια βάση της αγωγής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσον και την επικουρική τοιαύτη ως νόμω αβάσιμη, άλλως, ως αόριστη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 904 του Α.Κ.

Και τούτο διότι: α) ως προς την κύρια βάση της αγωγής, από το προεκτεθέν περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν τη σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την υπαιτιότητα αυτής σε βαθμό δόλου, τη ζημία, την οποία υπέστη το ενάγον-αναιρεσείον (παθόν εκ της αδικοπραξίας) και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αδικοπραξίας της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και της προκληθείσας ζημίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, εναπόκειται δε στη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγικής αξίωσης και, συνακόλουθα, η διάγνωση του ύψους της προκληθείσας θετικής ζημίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με βάση τις αποδείξεις.

Περαιτέρω, ως προς την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής εκτίθενται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για το ορισμένο της αξίωσης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., δηλαδή, το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη (παράλειψη) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που την προκάλεσε, η υπαιτιότητα της τελευταίας, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος, χωρίς να είναι απαραίτητη, για το ορισμένο της αξίωσης αυτής, η επίκληση των ειδικότερων προσδιορισμών, όπως της έκτασης της βλάβης και δη της ακριβούς τοιαύτης, της βαρύτητας του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, οι οποίες θα προκύψουν από τις αποδείξεις, β) ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της υπό την ενδοδιαδικαστική επικουρικότητα βάσης της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γίνεται επίκληση των απαραίτητων για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής στοιχείων, ήτοι του πλουτισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς νόμιμη αιτία.

Αξιώνοντας, λοιπόν, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την επίκληση της ανυπαρξίας των αξιώσεων εκ της αδικοπραξίας και τον ορθό, κατά την κρίση του, υπολογισμό του πλουτισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ., καθόσον για τη νομική επάρκεια της ως άνω αγωγικής αξίωσης, απαίτησε την επίκληση στοιχείων περισσότερων από όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη για τη θεμελίωση του εξ αυτής δικαιώματος.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά παραδοχή ως βάσιμου του οικείου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως δε εκ της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως (άρθρ. 30 παρ. 1 και 2 του ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ. β' του ν. 2556/1997, σε συνδ. με το άρθρο 61 παρ. 3 του ν. 4194/2013, Α.Π. 62/2022, Α.Π. 233/2021, Α.Π. 18/2020), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 334/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχει η Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ