Legislator Case Law & Legislation
1965/2019 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against conviction for lack of specific and reasoned justification regarding evidence.

Case Number 1965/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by two defendants against a criminal conviction for forest protection violations. The defendants argued the lower court failed to provide specific and reasoned justification for its findings, as required by the Constitution and the Code of Criminal Procedure. The court agreed, noting the judgment omitted references to the evidence considered, thereby violating the statutory requirement for a reasoned decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment must contain specific and reasoned justification covering both the facts and the evidence relied upon, and its absence constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
lack of reasoned justification specific and reasoned justification evidence evaluation criminal appeal Code of Criminal Procedure forestry violation retrial after annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2), (3) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(1), (2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 178 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 71(1) of Law 998/1979

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού Εισηγήτρια και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Κ. Λ. του Δ. και 2)Π. Κ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καϊμακάμη, για αναίρεση της υπ'αριθ.971/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.6767/18-6-2019 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 980/19.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 14-6-2019 (με αρ.ττρωτ.6767/18-6-2019) δήλωση των κατηγορουμένων Κ. Λ. του Δ. και Π. Κ. του Δ. συζ. Κ. Λ. που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ανωτέρω ημερομηνία για αναίρεση της υπ' αριθμ.971/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ως περιέχουσα μοναδικό λόγο την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. (άρθρα 473 παρ.2, 3, 474 παρ. 1,2 και 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή, δηλαδή, στην αναφορά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη.

Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενόψει του ότι η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ" αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για την πράξη της παράβασης του άρθρου 71 παρ.1 ν.998/1979 (προστασία δασών- δασικών εκτάσεων) από κοινού και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ανέστειλε δε την εκτέλεση της ανωτέρω ποινής φυλάκισης επί τρία έτη.

Όπως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση παρέλειψε παντελώς να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του για να οδηγηθεί στην καταδικαστική του κρίση.

Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ούτε κατά γενικό προσδιορισμό, ως προς το είδος τους, αφού παραλείπεται ακόμη και το τυπικό προοίμιο του αιτιολογικού, στο οποίο κατά κανόνα αναφέρονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα.

Και ενώ, από την ίδια επισκόπηση προκύπτει, ότι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δύο μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης αντίστοιχα, επιπλέον δε αναγνώστηκαν έγγραφα. Δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι αυτά τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν όλα στο σύνολο τους, αφού δεν μνημονεύονται καθόλου, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού, ούτε στο κυρίως περιεχόμενο αυτού.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και η παράλειψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττει τις προϋποθέσεις αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων που έχουν τεθεί από τις παραπάνω διατάξεις και ως εκ τούτου, η ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 519 Κ.Π.Δ., πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου, από δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.971/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ