Legislator Case Law & Legislation
1965/2018 AI generated

1965/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1965/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1965/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees remuneration of bankruptcy trustee unauthorized representation fraudulent bankruptcy lack of shareholder standing economic offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Τζαβάρα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Π. του Α., κάτοικο ... που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28-8-2017 αίτησή του καθώς και στους από 2-3-2018 πρόσθετους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1408/2017.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ'αριθμ εκθ. Καταθ. Στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών 72/28/2017 αίτηση του Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ... (οδ. ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 276/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κέρκυρας η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α του Κ.ΠοινΔ. βιβλίο στις 26 Ιουλίου 2017 και οι από 2/3/2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ.1,2 και 3, 509 παρ.1 εδ.

α και 2 Κ.Π.Δ και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων τους, σαν να είναι παρούσα και η πολιτικώς ενάγουσα Μ. Π. παρά την απουσία της αφού αυτή κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 513 παρ.1 εδ.γ' 155 περ 1εδ.α, 1ββ ΚΠΔ όπως προκύπτει από το 16/11/2017 αποδεικτικό επίδοσης του Γ.

Α., κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου στις 23/1/2018 οπότε είχε ορισθεί να συζητηθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και κατά την οποία κατόπιν αιτήματος εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αλλά αυτή δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της (αρ.515 παρ.1 εδ.α Κ.Π.Δ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ιδία πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Ως "τρίτος", κατά την έννοια του νόμου μπορεί να είναι το δικαστήριο η δικαστική αρχή, όπως ο ανακριτής και ο εισαγγελέας(ΑΠ 1271/16).

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη.

Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλει την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος, απαιτείται, έκτος των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές.

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δεν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή τη τέλεση της πράξης με τον σκοπό πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως εν διάθεση βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο ως καταμήνυσης και των διαδοθέντων ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενεργείας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, συμφωνά με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη ή σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση περιστατικών (ΑΠ 5/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 276/2016 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κέρκυρας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων,(καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορούμενου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στην .....

την 23-12-2008 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας και του Γραμματέα αυτού την από 22-12-2008 έγκλησή του, μεταξύ άλλων, και σε βάρος της εδώ εγκαλούσας Μ. Π. του Α., η οποία έλαβε αριθμό ΒΜΓ 2008/5541 και στην οποία ανέφερε για την εγκαλούσα μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...η κ. Π. αντί της τρίτης εξ ημών (Μ.

Λ.] που ήταν ταμίας του Δ.Σ., κρατούσε πεισματικά στην κατοχή της και παρά τις επανειλημμένες συστάσεις, παραινέσεις και διαμαρτυρίες μου, το ταμείο του Συλλόγου (Εξωραϊστικός πολιτιστικός σύλλογος ...) σε μετρητά χρήματα ποσού περίπου 15.000 ευρώ, τα οποία παρότι ο Σύλλογος μας τηρεί σε συγκεκριμένο λογαριασμό τραπέζης, ουδέποτε μου παρέδωσε, αλλά από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε προέβη στην κατάθεση αυτών στον άνω λογαριασμό, αλλά ούτε και καθ' οιονδήποτε χρόνο, τουλάχιστον μέχρις της εκλογής του νέου Δ.Σ., από όσο είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε, είχε λογοδοτήσει ή ενημερώσει οποιονδήποτε σχετικά με δαπάνες, έσοδα και έξοδα ήτοι παρότι αυτή και ουχί η τρίτη εξ ημών (Μ.

Λ.), η "εν τοις πράγμασι ταμίας", ουδέποτε είχε ενημερώσει τους λοιπούς του Δ.Σ. περί του πως διαχειριζόταν τα χρήματα και εν γένει τις υποθέσεις του Συλλόγου μας

η κ. Π., γραμματεύς του προηγούμενου Δ.Σ., απερχόμενη, ουδέποτε παρέδωσε οποιαδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία του Συλλόγου μας είχε στην κατοχή της, μεταξύ των οποίων και το ταμείο του Συλλόγου και ως εκ θαύματος έρχεται τώρα, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, να αναζητήσει τα όσα η ίδια κατείχε και ουδέποτε απέδωσε...".

Τα καταγγελθέντα όμως δια της εγκλήσεως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 9/27-1-2007 πρακτικό Δ.Σ. του Εξωραϊστικού συλλόγου ..., κατόπιν αρχαιρεσιών Πρόεδρος του Συλλόγου εκλέχθηκε ο κατηγορούμενος, Α' Ταμίας η Μ. Λ., Β' Ταμίας η Ε.

Χ. και Γραμματέας η Μ. Π. - εγκαλούσα, η οποία με το υπ' αριθ. 5/19-11-2006 πρακτικό του άνω συλλόγου είχε ορισθεί, προ των αρχαιρεσιών αυτών, και προσωρινή ταμίας, έχοντας παραλάβει το ταμείο του συλλόγου από τον απερχόμενο ταμία, την 1-12-2006, συντασσομένου σχετικά και του με ίδια ημεροχρονολογία σχετικού Πρωτοκόλλου Παράδοσης - Παραλαβής Ταμείου.

Κατόπιν των νέων αρχαιρεσιών και την τοποθέτηση στη θέση του Α' και Β' ταμία του συλλόγου της Μ. Λ. και της Ε. Χ., η εγκαλούσα, Μ. Π., στις 3-3-2007, παρουσία και των λοιπών μελών του ΔΣ του Συλλόγου, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, παρέδωσε στις άνω ταμίες το ταμείο του συλλόγου που προσωρινά της είχε ανατεθεί μαζί με τα μπλοκ αποδείξεων, δύο βιβλία ταμείου και δύο φακέλους με παραστατικά, όπως τούτο προκύπτει από το με ίδια χρονολογία Πρωτόκολλο Παράδοσης - Παραλαβής Ταμείου, που ενσωματώνεται στο αριθ. 18/3-3-2007 πρακτικό του ΔΣ του Συλλόγου, σύμφωνα με το οποίο η εγκαλούσα, Μ.

Π., παρέδωσε στις άνω ταμίες του Συλλόγου το συνολικό ποσόν των 3.421,29 ευρώ που αποτελούσε ολόκληρο το ποσόν που περιείχε το ταμείο, και μάλιστα, χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη από τις ταμίες του Συλλόγου που το παρέλαβαν. Κατόπιν τούτων το ταμείο του συλλόγου από τότε τηρούνταν από την Μ.

Λ., τακτική ταμία και την Ε. Χ., αναπληρωματική ταμεία, η δε εγκαλούσα εκτελούσε αποκλειστικά χρέη γραμματέως, ως άλλωστε τα καθήκοντά τους αυτά, προκύπτουν εκ της ιδιότητος που τους ανατέθηκε κατά την συγκρότηση του νέου Δ.Σ. του Συλλόγου υπό την προεδρία του κατηγορουμένου. Η εγκαλούσα στις 30-6-2008 απέστειλε ομού μετά της Ε.

Χ., αναπληρωματική ταμία, την από 30-6-2008 εξώδικη δήλωση - παραίτηση - διαμαρτυρία, με την οποία υπέβαλε-' την παραίτησή της από τη θέση της γραμματέως του συλλόγου, η οποία παρελήφθη από τον κατηγορούμενο, στις 3-7- 2008 (οράτε σχετικά την με αριθμό ...81/3-7-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Π.

Ν.). Στις 4-8-2008 δε ορίσθηκε προσωρινή διοίκηση του συλλόγου με την υπ' αριθ. 1820/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από τον κατηγορούμενο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε στις 18-8-2008, κατά τη συγκρότηση σε σώμα του νέου Δ.Σ. και απεστάλη σ' αυτόν, ως και στους λοιπούς απολιπομένους - Λ.

Μ. και Χ. Μ. - δια δικαστικού επιμελητή (οράτε με αριθμό ...01/29-8-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Α. Τ.), το πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. του Συλλόγου, με το οποίο ορίσθηκε ως πρόεδρος ο Γ. Μ.. Ακολούθως, στις 19-8-2008 η εγκαλούσα, ως απερχόμενη ήδη από τις 30-6-2008 γραμματέας του συλλόγου, παρέδωσε στον προσωρινό πρόεδρο, Γ.

Μ., όλα τα αναφερόμενα στο από 19-8-2008 πρακτικό παράδοσης - παραλαβής έγγραφα που είχε στην κατοχή της, ως εκ της ιδιότητος της αυτής, στα οποία βεβαίως δεν περιλαμβάνονται/το ταμείο και τα σχετικά με αυτό έγγραφα, αφού αυτά τηρούσαν οι άνω ορισθείσες ταμίες, Μ. Λ. και Ε. Χ.. Τούτο προκύπτει και από τα πρακτικά συνεδριάσεως του ΔΣ του Συλλόγου, με πρόεδρο τον κατηγορούμενο, τα οποία φέρουν ημερομηνίες 26-6-2007, 28-7-2007, 10-11-2007 και 24-11-2007, και με τα οποία εξουσιοδοτούνται οι άνω ταμίες του Συλλόγου να αναλάβουν χρηματικά ποσά από τον τραπεζικό λογαριασμό του Συλλόγου που τηρούνταν στην ΑΤΕ, δεδομένου ότι με το από 22-2-2007 πρακτικό του Δ.Σ.

του Συλλόγου, τα εν λόγω πρόσωπα, ήτοι η Λ. Μ., ως τακτικός ταμίας, και η Ε. Χ., ως αναπληρωματικός ταμίας, ήταν και αυτά που εξουσιοδοτήθηκαν να ανοίξουν τον τραπεζικό λογαριασμό του Συλλόγου στην ....., οι δε αναλήψεις ποσών από το λογαριασμό αυτό μόνον με παροχή ειδικής εξουσιοδοτήσεως από το Δ.Σ. του Συλλόγου θα μπορούσε να λάβει χώρα.

Περαιτέρω, όσον αφορά το ποσόν των 15.000 ευρώ, που, σύμφωνα με την επίδικη έγκληση του κατηγορουμένου/ είχε στην κατοχή της η Μ. Π., ως "εν τοις πράγμασι ταμίας" του Συλλόγου και δεν έδιδε στον τελευταίο, αυτό, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του κατηγορουμένου, προερχόταν' από τις εισπράξεις του Συλλόγου σε πανηγύρι που είχε οργανώσει το μήνα Αυγούστου 2007, με προσκεκλημένη την τραγουδίστρια, Έ.

Θ.. Τα έσοδα δε του πανηγυριού, με βάση τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, παρεδόθησαν, κατόπιν απαιτήσεως της εγκαλούσας, στην ίδια, η οποία μετά την εξόφληση των δαπανών, δεν απέδωσε αυτά στο ταμείο ως όφειλε. Ωστόσο, σύμφωνα με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της Λ. Κ., μιας εκ των τεσσάρων ταμιών του ως άνω πανηγυριού, τα έσοδα από αυτό ουδέποτε ανήλθαν στο ποσό των 15.000 ευρώ, αυτή δε ως ταμίας εισέπραξε το ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε στον κατηγορούμενο, που έφυγε από το πανηγύρι, έχοντας στην κατοχή τη σακούλα με το εν λόγω ποσόν.

Κατόπιν τούτου, σε συνδυασμό, με το γεγονός ότι η εγκαλούσα Μ. Π. δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ταμίας του Συλλόγου, οι καταθέσεις των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως ότι είχε αυτή υπεξαιρέσει το ανωτέρω ποσό των 15.000 ευρώ του Συλλόγου, δεν κρίνονται πειστικές, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν είχαν ίδια αντίληψη περί αυτού, αλλά μετέφεραν πληροφορίες από τρίτους που δεν κατονόμασαν.

Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως των 15.000 ευρώ, κατέθεσε την ανωτέρω ψευδή έγκληση, ισχυριζόμενος τα ως άνω ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της Μ.ς Π., εν γνώσει του ότι ήταν ψευδή, ενώπιον τρίτων, και δη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και του Πταισματοδίκη Κέρκυρας, που διενήργησε την προανάκριση και των Γραμματέων τους.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων: 1] της ψευδούς καταμηνύσεως και 2] της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εκτίθενται- ειδικότερα κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία, στο διατακτικό της παρούσας".

Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην .....την 23-12-2008 με μία πράξη του τέλεσε πλείονα του ενός αδικήματα και συγκεκριμένα, Α] εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας και του Γραμματέα αυτού κατέθεσε την από 22-12-2008 έγκλησή του μεταξύ άλλων και σε βάρος της Μ.

Π. του Α., η οποία έλαβε αριθμό ΒΜΓ 2008/5541 και στην οποία ανέφερε για την εγκαλούσα μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...η κ. Π. αντί της τρίτης εξ ημών (Μ. Λ.) που ήταν ταμίας του Δ.Σ., κρατούσε πεισματικά στην κατοχή της και παρά τις επανειλημμένες συστάσεις, παραινέσεις και διαμαρτυρίες μου, το ταμείο του Συλλόγου (Εξωραϊστικός πολιτιστικός σύλλογος ...) σε μετρητά χρήματα ποσού περίπου 15.000 ευρώ, τα οποία παρότι ο Σύλλογος μας τηρεί σε συγκεκριμένο λογαριασμό τραπέζης, ουδέποτε μου παρέδωσε, αλλά από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε προέβη στην κατάθεση αυτών στον άνω λογαριασμό, αλλά ούτε και καθ' οιονδήποτε χρόνο, τουλάχιστον μέχρις της εκλογής του νέου Δ.Σ., από όσο είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε, είχε λογοδοτήσει ή ενημερώσει οποιονδήποτε σχετικά με δαπάνες, έσοδα και έξοδα ήτοι παρότι αυτή και ουχί η τρίτη εξ ημών (Μ.

Λ.), η "εν τοις πράγμασι ταμίας", ουδέποτε είχε ενημερώσει τους λοιπούς του Δ.Σ. περί του πως διαχειριζόταν τα χρήματα και εν γένει τις υποθέσεις του Συλλόγου μας

η κ. Π., γραμματεύς του προηγούμενου Δ.Σ., απερχόμενη, ουδέποτε παρέδωσε οποιαδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία του Συλλόγου μας είχε στην κατοχή της, μεταξύ των οποίων και το ταμείο του Συλλόγου και ως εκ θαύματος έρχεται τώρα, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, να αναζητήσει τα όσα η ίδια κατείχε και ουδέποτε απέδωσε...".

Τα καταγγελθέντα όμως δια της εγκλήσεως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους καθόσον στην πραγματικότητα η εγκαλούσα υπό την ιδιότητα της γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου του Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου ... ουδέποτε έλαβε στην κατοχή της τα χρήματα του ταμείου, ούτε κα ενεργούσε οποιεσδήποτε διαχειριστικές πράξεις.

Στην ως άνω πράξη του ο κατηγορούμενος προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης και Β] ισχυρίστηκε εγγράφως ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τα δε ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδή και συγκεκριμένα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας και του Γραμματέα αυτού κατέθεσε την από 22-12-2008 έγκλησή του σε βάρος της Μ.

Π. του Α., η οποία έλαβε αριθμό ΒΜ Γ2008/5541 και στην οποία ανέφερε για την εγκαλούσα όσα αναλυτικά αναφέρονται στην υπό στοιχεία (Α) πράξη. Πάντα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Τα προαναφερθέντα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, διότι την παρουσίαζαν να ενεργεί παρανόμως, να διαπράττει αξιόποινη πράξη και ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής της αξιοπρέπειας, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, του Γραμματέα αυτού, του Πταισματοδίκη Κέρκυρας που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση και του Γραμματέα αυτού." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο επέβαλε στον αναιρεσείοντα, ο όποιος ήταν παρών κατά την ενώπιον του ακροαματική διαδικασία και αποχώρησε εκπροσωπηθείς δια του πληρεξούσιου πριν από την εκφώνηση της απόφασης, συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και καθόρισε το ποσό αυτής (μετατροπής) σε (10) δέκα ευρώ για κάθε μέρα φυλάκισης.

Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτ6έρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης , για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27,94, 222 παρ.1,2 363-362ΠΚ.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος έχει διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης των ανωτέρω εγκλημάτων ήτοι, αναφέρονται, σε αντίθεση μεταγωγής των όσων ο αναιρεσείων κατέθεσε εις βάρος της εγκαλούσας στις 23-123-2008 όποτε κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας την και εναντίον της από 22-12-2008 έγκλησή του τα αληθή γεγονότα, ότι δηλαδή η εγκαλούσα δεν ήταν "εν τοις πράγμασι ταμίας" του Εξωραϊστικού Συλλόγου ...

αλλά εκτελούσα αποκλειστικά χρέη γραμματέως "έως άλλωστε τα καθήκοντα της αυτά, προκύπτουν εκ της ιδιότητος που τους ανατέθηκε κατά την συγκρότηση του νέου Δ.Σ του συλλόγου υπό την προεδρία του κατηγορούμενου" καθώς και ότι η εγκαλούσα ως "μη εν τοις πράγμασι ταμίας" ουδεμία σχέση είχε να με τα έσοδα του συλλόγου από το πανηγύρι που είχε οργανώσει (σύλλογος) το μήνα Αύγουστο του 2007 με προσκεκλημένη την τραγουδίστρια Έ.

Θ.. Αιτιολογείται επίσης ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για την ως άνω αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση) με την παραδοχή της κατάθεσης αρμοδίως της εις βάρος της ως άνω μήνυσης του και παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ως άνω μήνυση, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της (εγκαλούσας) αφού σύμφωνα μ' αυτό παρουσιάζετο ως άτομο που ενεργεί αξιόποινη πράξη.

Ωσαυτώς αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος αυτού δόλος ήτοι η γνώση της αναλήθειας των προαναφερθέντων που αυτός διέλαβε στην από 23-12-2008 έγκληση του εις βάρος της εγκαλούσας θεμελιούμενη (η γνώση του), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων το περιεχόμενο της παραπάνω μήνυσης και τις παραδοχές της προσβαλλομένης "όπως προκύπτει από το υπ'άρ. 9/27/1/2007 πρακτικό Δ.Σ του εξωραϊστικού συλλόγου ..., κατόπιν αρχαιρεσιών πρόεδρος του Συλλόγου εκλέχθηκε ο κατηγορούμενος, Α ταμίας η Μ.

Λ., Β' ταμίας η Ε. Χ. και γραμματέας η Μ. Π.-εγκαλούσα, η οποία με το υπ'αριθμ. 5/19-11-2006 πρακτικό του άνω συλλόγου είχε ορισθεί, προ των αρχαιρεσιών αυτών, και προσωρινή ταμίας, έχοντας παραλάβει το ταμείο του συλλόγου από τον απερχόμενο ταμία, την 1/12/2006, συντασσόμενου σχετικό και του με την ιδία ημεροχρονολογία σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής ταμείου.

Κατόπιν των νέων αρχαιρεσιών και την τοποθέτηση στη θέση του Α' και Β' ταμία του Συλλόγου της Μ. Λ. και της Ε. Χ., η εγκαλούσα Μ. Π., στις 3-3-2007, παρουσία και των λοιπών μελών του ΔΣ του Συλλόγου, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, παρέδωσε στις ως άνω ταμίες το ταμείο του Συλλόγου που προσωρινά της είχε ανατεθεί μαζί με τα μπλοκ αποδείξεων, δύο βιβλία ταμείου και δύο φακέλους με παραστατικά, όπως τούτο προκύπτει από το με ίδια χρονολογία πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής ταμείου, που ενσωματώνεται στο υπ'αρ. 18/3/32007 πρακτικό του ΔΣ του συλλόγου, σύμφωνα με το οποίο η εγκαλούσα, Μ.

Π., παρέδωσε στις ως άνω ταμίες του συλλόγου το συνολικό ποσό των 3421, 29 ευρώ που αποτελούσε ολόκληρο το ποσόν που περιείχε το ταμείο και μάλιστα, χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε αντίρρηση η επιφύλαξη από τις ταμίες του συλλόγου που το παρέλαβαν. Κατόπιν τούτου το ταμείο του συλλόγου από τότε τηρούνταν από την Μ.

Λ., τακτική ταμία και την Ε. Χ. αναπληρωματική ταμεία, η δε εγκαλούσα εκτελούσε αποκλειστικά χρέη γραμματέως, ως άλλωστε τα καθήκοντα τους αυτά, προκύπτουν εκ της ιδιότητος που τους ανατέθηκε κατά τη συγκρότηση του νέου Δ.Σ του Συλλόγου υπό την προεδρία του κατηγορούμενου" σε προσωπική του πεποίθηση και ιδία αυτού αντίληψη, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Εξάλλου, για την κατάσταση της ενοχής του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν υπήρχε δε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων αλλ' αντιθέτως τα έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το προσκομισθέν απ' αυτόν και αναγνωσθέν έγγραφο καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του αιτιολόγησε δε με την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια την μη σύμφωνη μ αυτές, (καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης), κρίσης του, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις αυτού, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης.

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ Κ.Π.Δ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και μοναδικός πρόσθετος λόγος με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε ή διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 82-84 και 87 ΚΠΔ, νομιμοποιείται να παραστεί ως πολικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τοιούτος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ, εκείνος ο οποίος ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη.

Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωση του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδιασμό με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.ε του Κ.Π.Δ, κατά την οποία ''το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρόν ο πολιτικώς ενάγων'', σαφώς συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος νομοτύπως, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός δεν εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή εμφανίσθηκε χωρίς να δηλώσει και πάλι παραίτηση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή και αυτός εξετάζεται ως μάρτυς(αρθρ.221 περ.δ Κ,ΠΔ), κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 510/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι πρόεκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε, Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. (Ολ.ΑΠ 3/2008).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η Κ.Π.Δ θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό τη θετική και αρνητικής της μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, όπως στην π[περίπτωση με στοιχ.δ' της εν λόγω διάταξης κατά την οποία "καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση έγκληση", ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Στη προκείμενη περίπτωση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του αλλά πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε η εγκαλούσα Μ. Π. η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του παραπάνω κατηγορούμενου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης και ότι ζητεί να υποχρεωθεί να ης καταβάλει ο κατηγορούμενος ευρώ 44,00 για τη χρηματική της ικανοποίηση, με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα της στα πολιτικά δικαστήρια.

Επίσης, δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους τους, τους παρόντες δικηγόρους Κέρκυρας.... Οι οποίοι.. και προσκόμισαν το υπ'αρ. 2729176 σειρά Α παράβολο Δημοσίου από το οποίο προκύπτει ότι πληρώθηκε το νόμιμο τέλος πολιτικής αγωγής". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο με περιλαμβανόμενη στην υπ' άριθμ. 759/2015 απόφαση του διάταξη υποχρέωσε τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44.00) ευρώ. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Η πολιτικώς ενάγουσα δεν εμφανίσθηκε στο ως άνω δικαστήριο κρίνοντος μεταξύ άλλων : "Στο δε Εφετείο, κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ.τελ του ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή ερευνάται αυτεπαγγέλτως και επιδικάζεται ποσό, αν είχε επιδικασθεί στον πρώτο βαθμό και αν ακόμη απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων ή αι όταν εμφανίζεται ως μάρτυρας, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, ανεξαρτήτως αν επαναλαμβάνει η όχι τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, εκτός αν δηλώσει ότι παραιτείται απ' αυτήν" ,με την προσβαλλόμενη απόφαση του υποχρέωσε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα Μ. Π. το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44,00) ευρώ.

Συνακόλουθα των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφαση του. Α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 117 και 368 παρ.1 Π.Κ με τη πρώτη από τις οποίες ορίζεται " Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε...." παρ. 2 το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης" και με την δεύτερη, " στις περιπτώσεις των άρθρων 361,362,363,364 και 365 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση" χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου" καθόσον μάλιστα ο αναιρεσείων ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του προβάλλει περιοριζόμενος μόνον στην αναφορά του περιεχομένου τους.

Β) με τις σχετικές με την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας παραδοχές του δεν υπερέβη την εξουσία του, καθόσον η μη εμφάνιση της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του, δεν ισοδυναμεί με παραίτηση από τη υποβληθείσα έγκληση εκ μέρους της καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης η δε σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη.

Κατά συνεπείαν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε και Η στοιχ. δ' Κ.Π.Δ , δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης της εξουσίας του λόγω μη υποβολής της απαιτουμένης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης έγκλησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε...είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως" Κατά την παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου που έχει τίτλο (άρθρο) "Δικαιώματα σε δίκαιη δίκη" "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του".

Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12-2010. Κατά συνέπεια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 510 ΚΠΔ, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβίασης του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, ο οποίος όμως θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες αβάσιμες και ήδη απορριφθείσες πλημμέλειες.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος του δικογράφου της αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι δια ίδιου δικογράφου πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την με αρ.εκθ. 72/28/8/2017 στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών αίτηση του Χ. Μ. του Δ. και β) τους από 2/3/2018 με ξεχωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 2/3/2018 πρόσθετους λόγους αυτού για αναίρεση της υπ'άριθμ. 276/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και του πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ