1965/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1965/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1965 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Μ.. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται μερικώς από το δικόγραφο της από 28-2-2013 αίτησης αναίρεσης, μόνο όσον αυτή αφορά στο σκέλος το οποίο βάλλει κατά της υπ' αριθμ. 181/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Σ. του Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Ε. Γ. δήλωσε στο ακροατήριο ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον ίδιο, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και από τον Δ. Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, Ε. Γ. και οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2006 αγωγή της αρχικής διαδίκου Π. Σ. του Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 20-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62§1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 573§1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή (εκούσια ή αναγκαστική) της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις εκτός της τυχόν εκδιδόμενης αποφάσεως, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζητήσεως αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης.
Συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, ενώ όταν απευθύνονται κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 26-4-2006 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί κυρίως μεν άκυρη ως εικονική, επικουρικά δε ότι η υποκρυπτόμενη, υπό την εικονικώς συναφθείσα πώληση, δωρεά προς τον αναιρεσείοντα του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου έχει ανακληθεί νομίμως εξαιτίας αχαριστίας του και να υποχρεωθεί αυτός να της το αναμεταβιβάσει.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την υπ' αριθμ. 181/2011 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση και το Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθμ. 145/2013 απόφασή του απέρριψε τις εκατέρωθεν ασκηθείσες εφέσεις. Η κρινόμενη τώρα από 28-2-2013 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 24-3-2014 με σύνταξη της 7/24-3-2014 πράξεως καταθέσεως της οικείας γραμματέα, απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης Π.
Σ., ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία όμως διάδικος αποβίωσε στις 21 Φεβρουαρίου 2014, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου της Δ.Ε. Πεταλούδων του Δήμου Ρόδου, που προσαρτάται στα υπ' αριθμ. 24/2014 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ρόδου (περί δημοσιεύσεως δημόσιας διαθήκης), ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και πριν την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ε. Γ., ο οποίος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε δυνάμει δημόσιας διαθήκης από τον ίδιο και τον Δ.
Γ., τον οποίο και εκπροσωπεί, αμφότεροι δε έλαβαν μέρος στη συζήτηση χωρίς να προβάλουν ισχυρισμό για γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα του θανάτου της αναιρεσίβλητης κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα. Επομένως, εν όψει όλων αυτών είναι έγκυρη και ισχυρή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, παρόλο που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής.
Σημειώνεται επίσης ότι η συζήτηση της αιτήσεως γίνεται παραδεκτά, μετά την εν μέρει παραίτηση του αναιρεσείοντος όσον αφορά την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 181/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση, κατά τη σχετική βεβαίωσή του, "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν νομοτύπως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.....και όλων ανεξαιρέτως των προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους εγγράφων", δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τα θιγόμενα με την αναίρεση ζητήματα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
προσυμφώνου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνας Δενδρινού-Κουτσούκου, η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] συμφώνησε με τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] να πωλήσει προς αυτόν ένα διαμέρισμα κυριότητάς της, αντί τιμήματος 5.500.000 δραχμών, με την ειδικότερη συμφωνία ότι το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας θα υπογραφόταν έως τις 29-11-1992.
Σύμφωνα δε με τους 2°, 4° και 5° όρους του ανωτέρω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου: α) το συνολικό τίμημα των 5.500.000 δραχμών καταβλήθηκε, κατά δήλωση των συμβαλλομένων σε μετρητά, εκτός του γραφείου της πιο πάνω συμβολαιογράφου, β) η παράδοση του διαμερίσματος γίνεται με την υπογραφή αυτού (προσυμφώνου) και γ) η επί του ακινήτου εγγεγραμμένη, υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού εννιακοσίων δέκα οκτώ χιλιάδων (918.000) δραχμών υποθήκη βαρύνει την πωλήτρια.
Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως εγγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, η ενάγουσα φέρεται να μεταβιβάζει στον εναγόμενο, λόγω πωλήσεως ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό πίνακα ... αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα και WC, επιφανείας 75,80 τ.μ., που βρίσκεται στη …και δη στη συνοικία "..." και επί της πλατείας ..., αρ.
…με κτηματολογικά στοιχεία τόμος οικοδομών…, φύλλο…, μερίδα ... και φάκελος … του Κτηματολογίου Ρόδου. Η ενάγουσα, ηλικίας 89 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ζει μόνη της χωρίς καμία συντροφιά και ως εκ τούτου της έχει δημιουργηθεί ανασφάλεια και την περαιτέρω επιβίωσή της, την οποία έχει καταστήσει εντονότερη η μοναχική της διαβίωση, δεδομένου ότι δεν έχει αποκτήσει δική της οικογένεια.
Ο εναγόμενος είναι ανεψιός της ενάγουσας, και συγκεκριμένα υιός της αδελφής της Τ. χήρας Κ. Σ. και μαζί με την οικογένειά του, ήταν οι μόνοι συγγενείς, που η ενάγουσα είχε στη Ρόδο και εκείνο το χρονικό διάστημα την επισκεπτόταν συχνά, εκδήλωναν ενδιαφέρον γι' αυτήν και της παρείχαν διαβεβαιώσεις, ότι θα την φρόντιζαν στο μέλλον.
Προκειμένου λοιπόν να τον ευχαριστήσει, συμφώνησε με τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου της άνευ ανταλλάγματος, αλλά με τον τύπο της πωλήσεως ακινήτου. Η ανωτέρω όμως σύμβαση πωλήσεως μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου είναι εικονική και, επομένως, άκυρη, διότι δεν συνομολογήθηκε στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, αφού δεν υπήρχε αληθινή βούληση ούτε της ενάγουσας να πωλήσει, ούτε του εναγομένου να αγοράσει το ανωτέρω ακίνητο.
Στην πραγματικότητα, αυτό το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες στην ανωτέρω σύμβαση και καλύφθηκε κάτω από την εικονική αυτή σύμβαση πωλήσεως, ήταν η συμφωνία τους να μεταβιβάσει η ενάγουσα στον εναγόμενο το παραπάνω ακίνητο της, χωρίς κανένα αντάλλαγμα από την πλευρά του εναγομένου, υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβιώσεως αυτής (ενάγουσας) και χωρίς ο τελευταίος (εναγόμενος) να έχει την απόλαυση των δωρηθέντων.
Εν όψει τούτων και δεδομένου ότι κατά τα προαναφερθέντα, η παραπάνω εικονική σύμβαση πωλήσεως περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβλήθηκε σε μεταγραφή, ενώ παραλλήλως, συμφώνησαν για όλα τα ανωτέρω οι διάδικοι, η κάτω από αυτή (εικονική) σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου είναι έγκυρη.
Οι ως άνω διάδικοι συμφώνησαν να γίνει πώληση και όχι δωρεά, για φορολογικούς λόγους, αλλά και για λόγους εξασφάλισης του εναγομένου, ενώ περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξακολούθησε και μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου να κατοικεί στο δωρηθέν ακίνητο ακόμη και έως τώρα. Δήλωσε δε σε αυτό (πωλητήριο συμβόλαιο) ότι παραιτείται από κάθε δικαίωμά της να προσβάλλει αυτή την σύμβαση αγοραπωλησίας για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αιτία καθώς επίσης και για τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 178, 179 και 388 Α.Κ.
Κατά τον ως άνω χρόνο που έλαβε χώρα η ως άνω δωρεά, η ενάγουσα ηλικίας 70 ετών περίπου (γεννηθείσα το έτος 1922) και άτεκνη, καθώς δεν είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια, προέβη στην ως άνω ενέργεια, προκειμένου να συντελέσει, μετά τον θάνατό της, στην οικονομική ενίσχυση του εναγομένου, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος και η οικογένειά του της συμπαραστεκόταν και επικοινωνούσαν προσωπικά μαζί της.
Όλα έβαιναν ομαλά μέχρι τα μέσα του έτους 1997, όταν, εξ αιτίας της οικονομικής-επαγγελματικής διαφοράς μεταξύ της αδελφής του εναγομένου, Μ. συζύγου Ν. Μ., το γένος Σ. και του δικηγόρου Αθηνών Μ. Γ., υιού της ανιψιάς της ενάγουσας, Μ. συζύγου Ν. Γ., η ενάγουσα συνέστησε στον εναγόμενο να μην εκφράζεται υποτιμητικά και εξυβριστικά για τον άνω δικηγόρο και να "μη ρίχνει λάδι στη φωτιά", διότι η αδελφή του Μ., ενδέχεται να είναι υπερβολική απέναντι στον ως άνω συγγενή της δικηγόρο, καθόσον, με την οικογένεια της μητέρας του τελευταίου, υπήρχε πάντοτε στενός συγγενικός και ψυχικός δεσμός.
Παρά ταύτα, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με την επιθυμία της ενάγουσας, οπότε εξ αυτού του γεγονότος ψυχράνθηκαν οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και σταδιακά επήλθε πλήρης αδιαφορία του εναγομένου για το πρόσωπο και τις ανάγκες της ενάγουσας, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της και την παντελή μοναξιά της και παρά το ότι είχε προηγηθεί, κατά τα ανωτέρω η ένδικη προς αυτόν δωρεά αιτία θανάτου, συμπεριφορά αντιβαίνουσα προς τους κανόνες δικαίου και τις αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.
Κατόπιν τούτου η ενάγουσα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης ανακλήσεως δωρεάς αιτία θανάτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας - Γαλάτειας Κάλλη-Μπενάρδου, ανακάλεσε την υποκρυπτόμενη στη φαινομενικώς καταρτισθείσα, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνας Δενδρινού - Κουτσούκου, σύμβαση πωλήσεως, δωρεά αιτία θανάτου, επικαλούμενη ως λόγο ανάκλησης την αχαριστία που επέδειξε έναντι της ο εναγόμενος.
Πράγματι, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από τα μέσα του έτους 1997 και εντεύθεν επέδειξε αχάριστη και προσβλητική συμπεριφορά προς την ενάγουσα, καθόσον αν και γνώριζε ότι ζούσε μόνη της και σε μεγάλη ηλικία δεν της συμπαραστάθηκε ηθικά και υλικά, όπως όφειλε, ουδέποτε της προσέφερε οποιαδήποτε βοήθεια, διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της, ακόμη και τηλεφωνική και εκφραζόταν υβριστικά και περιφρονητικά για το πρόσωπο της.
Οι ενέργειες αυτές του εναγομένου, οι οποίες αποτελούν βαρύ παράπτωμα, συνιστούν κατά την κοινή αντίληψη εντόνως αποδοκιμαστέα κοινωνικώς συμπεριφορά, που αποδεικνύει έλλειψη σεβασμού και συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την ενάγουσα, διότι αντιβαίνουν στις κρατούσες στη κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας που στοιχειοθετούν την κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, η δε γενομένη ανάκληση ανταποκρινόταν προς την αληθινή βούληση της ενάγουσας και δεν ήταν υποβολιμαία, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, συντελέστηκε δε με την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής, καθόσον δεν προέκυψε ότι έγινε επίδοση στον εναγόμενο της ως άνω συμβολαιογραφικής ανακλήσεως.
Η όλη δε αυτή συμπεριφορά του εναγομένου αποτελείται από συνδυασμένες μεταξύ τους πράξεις και παραλείψεις (αδιαφορία, έλλειψη κάθε επικοινωνίας προσωπικής και τηλεφωνικής, μη συνεισφορά σε διατροφή, ύβρεις), οι οποίες συνιστούν τον λόγο της αχαριστίας και έλαβαν χώρα εξακολουθητικά, αποτελώντας ένα ενιαίο σύνολο μεταξύ τους, εξ αιτίας δε του άρρηκτου αυτού δεσμού μεταξύ τους, που συνιστά διηνεκή, καταφρονητική και αποδοκιμαστέα κοινωνική συμπεριφορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει τελευταίο γεγονός, από την πάροδο του οποίου να παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους ως την ανάκληση της δωρεάς, αλλά η προθεσμία θεωρείται ότι αρχίζει από την τέλεση του ενιαίου παραπτώματος, το οποίο στη προκειμένη περίπτωση συνέβαινε από το μέσον του έτους 1997 έως την ανάκληση και συνεχίστηκε και μετά από αυτήν....
Περαιτέρω ο ισχυρισμός και λόγος έφεσης του εναγομένου περί αποσβέσεως του δικαιώματος ανάκλησης της δωρεάς εκ μέρους της ενάγουσας, λόγω άπρακτης παρέλευσης της ετήσιας προθεσμίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αχάριστη συμπεριφορά του τελευταίου και η παράλειψή του να φροντίζει και να σέβεται την ενάγουσα ήταν εξακολουθητική και συνεχίζονταν και μέχρι τις 2-5-2006, οπότε του κοινοποιήθηκε η ένδικη αγωγή, με την οποία συντελείται η ανάκληση της δωρεάς.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η υποκρυπτόμενη υπό τον τύπο της πωλήσεως δωρεά αιτία θανάτου ανακλήθηκε νομίμως εξαιτίας αχαριστίας του, το δικαίωμα προβολής της οποίας δεν είχε αποσβεστεί και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί τα αυτά. Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανακλήσεως της δωρεάς εκ μέρους της ενάγουσας, λόγω αοριστίας οι οποίες στηρίζουν το πόρισμά του, το οποίο επίσης είναι σαφές δεν ήταν δε αναγκαίο να περιληφθούν και άλλες αιτιολογίες ως προς τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ώστε να καταδειχθεί η αχαριστία του.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα.
ΙΙΙ. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι εφέσεως.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιούντων αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση της αγοραπωλησίας είχε ρητά παραιτηθεί του δικαιώματός της για προσβολή της ως εικονικής και άκυρης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο ρητώς απέρριψε τον ισχυρισμό του, δεχόμενο επί λέξει ότι "το γεγονός ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε του δικαιώματος προσβολής της ένδικης συμβάσεως κατά την κατάρτισή της και ως εκ τούτου στερείται του δικαιώματος να ζητεί τώρα την ακύρωσή της... ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, εφ' όσον αυτή (σύμβαση) αποδείχθηκε εικονική, η δε κρυπτόμενη δωρεά αιτία θανάτου ανακαλείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 - 508 ΑΚ".
IV. Επειδή, κατά τις διατάξεις των αριθ. 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αφενός αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αφετέρου αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ως πράγματα, κατά τη διάταξη του αριθ. 10 νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού, ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Ο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμον, αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.
Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δε είναι τα δημόσια έγγραφα, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, τα σ' αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, δεν ελέγχεται, όμως, η in concreto κρίση περί του περιεχομένου του εγγράφου, αφού αυτά εκτιμώνται ελευθέρως, εξαιρουμένης βεβαίως της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, βλ.
ΑΠ 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβιάσεως από το άρθρο 559 αρ.10 και 12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις α) ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, που είχε ως βάση τον ισχυρισμό της περί ανακλήσεως της δωρεάς του επίδικου ακινήτου λόγω του ότι αυτός (αναιρεσείων) επέδειξε προς αυτήν αχαριστία, αν και οι εξετασθέντες και κατονομαζόμενοι μάρτυρες δεν επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό αυτόν και β) ότι απέδωσε μείζονα αποδεικτική δύναμη σε μια μαρτυρική κατάθεση, αυτήν του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης από ένα δημόσιο έγγραφο, δηλ.
το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό κατέληξε στην κρίση του, ότι η άνω αναιρεσίβλητη ανεκάλεσε νομίμως τη δωρεά του ακινήτου λόγω αχαριστίας του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και δεν ήταν υποχρεωμένο να αξιολογήσει μία προς μία τις μαρτυρικές καταθέσεις.
Εξ άλλου το συμβολαιογραφικό έγγραφο παράγει πλήρη απόδειξη μόνο σχετικά με όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτό συμβολαιογράφο ή ότι εγιναν ενώπιόν του, όχι δε και ως προς τις περιεχόμενες σ' αυτό δηλώσεις των συμβαλλομένων, ως προς τις οποίες εκτιμάται τούτο ελεύθερα. Επομένως ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος.
V. Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνας Δενδρινού- Κουτσούκου, διότι "δεν λήφθηκαν υπόψη τα όσα αληθή αναφέρονται σ' αυτό, ενώ αντιθέτως έγιναν δεκτά γεγονότα προκύπτοντα από αποδεικτικά μέσα έχοντα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτό".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου (το οποίο επίσης δεν προσδιορίζεται) με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος (βλ.
ΑΠ 333/2011). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των καθολικών διαδόχων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2013 αίτηση του Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καθολικών διαδόχων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2017 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ