Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding death of defendant and lack of evidence of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and ignored the death of the original defendant, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal was invalid because the death of the original defendant was already established by the parties' own submitted documents, and the lower court's reliance on other evidence did not constitute a legal error warranting retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the death of a party is already proven by documents submitted by the parties, and a claim of legal error based on evidence considered by the lower court is unfounded when that evidence was not critical to the main judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1965 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1965/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Φ. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Κόρσαββα.
Του αναιρεσιβλήτων: Τ. Κ. του Β., ο οποίος απεβίωσε στις 28-6-2010 και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση: α)Ε. συζ. Τ. Κ., το γένος Κ. Κ., β) Τ. Β. του Κ., γ)Τ. Κ. του Κ. και 2.καθού η κλήση Τ. Β. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 985/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1697/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2007 αίτησή της και με την από 17-1-2012 κλήση της.
Εκδόθηκε η 41/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 13-6-2013 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 14-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 1697/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της 41/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για την προσκόμιση εγγράφων, από τα οποία να προκύπτει τόσο ο θάνατος του αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου Κ. Τ. του Β., όσο και η ιδιότητα των τριών πρώτων των καθών η κλήση ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, και τα οποία ήδη προσκομίζονται με επίκληση.
ΙΙ) Με αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Κ. Τ. (τη δίκη του οποίου λόγω θανάτου του συνεχίζουν κατά τα άνω οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του) και Β. Τ., αυτοκινητιστές, να καταβάλλουν σ' αυτήν τα καθοριζόμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που αποτελούσαν ανεξόφλητο μέρος τιμήματος από διαδοχικές πωλήσεις προς αυτούς υγρών καυσίμων για την κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων τους.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 985/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη. Επί ασκηθεισών εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1697/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, γενομένης δεκτής της προβληθείσης από τους αντιδίκους της ένστασης εξόφλησης.
Ήδη δε με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εφετειακή απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ), σαν να είναι παρόντες και οι απολειπόμενοι καθ' ων η κλήση , οι οποίοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, με την κοινοποίηση σ' αυτούς της κλήσης προς συζήτηση αλλά και της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (όπως αυτό προκύπτει από τις με αριθμούς 6364, 6365, 6366 και 6367/20-7-2014 και 7454, 7455, 7457 και 7477/29-1-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γιαννιτσών Κ.
Κ.).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη δεύτερη περίπτωση του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκλησή τους με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης ή αντέφεσης.
Οι αποδείξεις, που παρά τον νόμο ελήφθησαν υπόψη μολονότι δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 42/2002) και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 700/2012).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, παραπονείται ότι το Εφετείο έκανε δεκτή ως βάσιμη την προβληθείσα από τους αντιδίκους της ένσταση εξόφλησης του επιδίκου χρέους, λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή, και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδοθείσες σε διαταγή της, με αριθμούς ..., ..., ...
και ..., ποσού 2.400.000 δρχ., 1.000.000 δρχ., 2.700.000 δρχ. και 800.000 δρχ. αντίστοιχα και συνολικά 6.900.000 δρχ., τις οποίες αυτοί δεν προσκόμισαν ούτε νόμιμα επικαλέστηκαν. Το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξόφλησης και όσον αφορά τις ως άνω τραπεζικές επιταγές δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, συζύγου και διαχειριστή της επιχείρησής της, ο οποίος εξέδιδε κατ' εντολή της και τα τιμολόγια που αφορούσαν τις εκάστοτε πωλήσεις καυσίμων προς τους εναγομένους , οι εναγόμενοι άρχισαν να αγοράζουν καύσιμα από το πρατήριο της ενάγουσας από το έτος 1997 με 1998 και πλήρωναν με μεταχρονολογημένες επιταγές.
Στο τέλος Οκτωβρίου του έτους 1999 έκλεισαν τον παλιό λογαριασμό , δηλαδή τις μέχρι τότε οφειλές τους από παλιότερες πωλήσεις με καταβολή μετρητών και μεταχρονολογημένων επιταγών , χωρίς όμως να διευκρινίσει το μέχρι τότε υπόλοιπο και με ποιες επιταγές εξοφλήθηκε. ........ Περαιτέρω, κατέθεσε ότι οι εναγόμενοι εξόφλησαν εντός του έτους 2000 και ενώ είχαν σταματήσει τις αγορές καυσίμων από την ενάγουσα, επιταγή ποσού 2.400.000 δρχ υπό ημερομηνία 8-4-2000 (βλ.
προσκομισθέν φωτοαντίγραφο αυτής, που του επιδείχθηκε στο ακροατήριο), επιταγή ποσού 1.000.000 δρχ. υπό ημερομηνία 8-5-2000, επιταγή ποσού 2.700.000 δρχ. υπό ημερομηνία 31-12-2000 και επιταγή ποσού 800.000 δραχμών. Οι καταβολές αυτές, τις οποίες επικαλούνται οι εναγόμενοι, ότι έγιναν με επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, που πληρώθηκαν ..., προς υποστήριξη ένστασης εξόφλησης, την οποία παραδεκτά και νόμιμα πρότειναν σε απάντηση στην ένδικη αγωγή, ανέρχονται στο ποσό των 6.900.000 δραχμών συνολικά και υπερκαλύπτουν το ποσό που φέρονται με την αγωγή να οφείλουν ........
Εξ όλων των παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα παρέδιδε μεν μετά από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεων στους εναγομένους, ποσότητες καυσίμων για τις ανάγκες των αυτοκινήτων τους από το έτος 1998 μέχρι το έτος 2000, με μικρής διάρκειας πίστωση, οι δε εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι των τιμημάτων των πωλήσεων αυτών μετρητά ή επιταγές μεταχρονολογημένες χωρίς αυτή να τις καταλογίζει σε συγκεκριμένα τιμολόγια όταν εξοφλούνταν, ούτε παρέδιδε στους εναγομένους αποδείξεις εξόφλησης συγκεκριμένων τιμολογίων, με τα διάφορα ποσά που καταβάλλονταν δια των επιταγών, όταν αυτές πληρώνονταν, για δε τις επίδικες πωλήσεις, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι οφείλεται τίμημα, πέραν της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα συζύγου της ενάγουσας, η οποία όμως αναιρείται από τις προαναφερόμενες καταβολές...
με την εξόφληση των προμνημονευομένων επιταγών, που έλαβαν χώρα μετά τις επίδικες πωλήσεις και υπερκαλύπτουν το αγωγικό ποσό που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι είναι οφειλόμενο. Κατά συνέπεια, η ένσταση εξόφλησης είναι βάσιμη". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξόφλησης, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, και στην κατάθεση του συζύγου της ενάγουσας, που αυτή πρότεινε ως μάρτυρα και ο οποίος αναφέρθηκε ειδικά στις ως άνω τραπεζικές επιταγές καταθέτοντας ότι έχουν πληρωθεί.
Το Εφετείο, συνεπώς, ουδόλως έλαβε υπόψη του τις επιταγές ως έγγραφα, ώστε να τίθεται θέμα μη προσκόμισης και μη νόμιμης επίκλησής τους, αλλά απλώς έλαβε υπόψη του την κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, έκανε λόγο και για τις επιταγές αυτές.
Συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 11 β Κ.Πολ.Δ, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι επίσης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος εκείνο που η αναιρεσείουσα, με βάση τις ίδιες παραδοχές σχετικά με τη λήψη υπόψη των ίδιων ως άνω επιταγών, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο τα παραπάνω έγγραφα (επιταγές), ενώ, όπως προεκτέθηκε, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
IV) Με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού της, ότι η πληρωμή από τους αντιδίκους της των μεταχρονολογημένων επιταγών αφορούσε εξόφληση προγενέστερων οφειλών τους προς αυτή. Από την απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Οι καταβολές αυτές, τις οποίες επικαλούνται οι εναγόμενοι, ότι έγιναν με επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, που πληρώθηκαν, ...
ανέρχονται στο ποσό των 6.900.000 δραχμών συνολικά και υπερκαλύπτουν το ποσό που φέρονται με την αγωγή να οφείλουν. Βέβαια, ως προς τις καταβολές αυτές, ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατέθεσε εντελώς αόριστα και πανομοιότυπα για όλες, ότι αφορούν "παλιότερες οφειλές" χωρίς όμως να προσδιορίσει ειδικότερα το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες οφειλές, τις πωλήσεις και τα αντίστοιχα τιμολόγια και τα οφειλόμενα αντίστοιχα ποσά αυτών των πωλήσεων ούτε εκ των προσκομισθέντων σωμάτων επιταγών προκύπτει ποιες οφειλές αφορούν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική σημείωση - αναφορά σε συγκεκριμένα τιμολόγια, ούτε προσκομίστηκαν έγγραφες αποδείξεις εκ των οποίων να προκύπτει ότι αφορούν συγκεκριμένα τιμολόγια τα καταβληθέντα με τις ως άνω επιταγές, ποσά.
Άλλωστε ο ίδιος μάρτυρας εξετασθείς και επί άλλων αγωγών της ενάγουσας του αυτού αντικειμένου, που αφορούν άλλες πωλήσεις, έχει δώσει ακριβώς την ίδια αόριστη απάντηση για εξοφληθείσες επιταγές "ότι αφορούν άλλες πωλήσεις .......... Εξ όλων των παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα παρέδιδε μεν μετά από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεων στους εναγομένους, ποσότητες καυσίμων για τις ανάγκες των αυτοκινήτων τους από το έτος 1998 μέχρι το έτος 2000, με μικρής διάρκειας πίστωση, οι δε εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι των τιμημάτων των πωλήσεων αυτών μετρητά ή επιταγές μεταχρονολογημένες χωρίς αυτή να τις καταλογίζει σε συγκεκριμένα τιμολόγια όταν εξοφλούνταν, ούτε παρέδιδε στους εναγομένους αποδείξεις εξόφλησης συγκεκριμένων τιμολογίων, με τα διάφορα ποσά που καταβάλλονταν δια των επιταγών, όταν αυτές πληρώνονταν, για δε τις επίδικες πωλήσεις, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι οφείλεται τίμημα, πέραν της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα συζύγου της ενάγουσας, η οποία όμως αναιρείται από τις προαναφερόμενες καταβολές...
Κατά συνέπεια, η ένσταση εξόφλησης είναι βάσιμη...... Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, δεν έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται τίμημα των αγωγικών πωλήσεων, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζονται υπό της ενάγουσας με την έφεσή της και ως εκ τούτου ελέγχεται αυτή απορριπτέα".
Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι οι καταβολές αφορούσαν το επίδικο χρέος και όχι προγενέστερες οφειλές, δεν υπέπεσε, στην παραπάνω πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V) Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ,: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, παραπονείται ότι το Εφετείο "με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την ένσταση εξοφλήσεως" είναι αόριστος διότι δεν διαλαμβάνει περαιτέρω οτιδήποτε σχετικά με το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα.
VΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης " αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης". Ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έκδοση προδικαστικής απόφασης, καθόσον η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με αυτή. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (Α.Π 1710/2012).
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης από 1-1-2002 (άρθρα 14 ν. 2915/2001 και 15 ν. 2943/2001) , οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, συντρέχει πλέον, μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ: "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή". Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής εκείνο που πράγματι δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.
Μόνο δε αν ο δανειστής (ενάγων) - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα, ο δε οφειλέτης να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ (ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 892/2011).
Όπως, όμως, σε κάθε ένσταση, έτσι και από αυτόν που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που κατά νόμο την θεμελιώνουν και μάλιστα κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα να αμυνθεί.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι, αν και ήταν υποχρέωση των αντιδίκων της να αποδείξουν ότι οι καταβολές από αυτούς χρηματικών ποσών αφορούσαν το επίδικο χρέος, εφόσον επικαλέστηκαν εξόφληση, μετακύλησε σ' αυτή (αναιρεσείουσα) το βάρος ότι οι καταβολές αφορούσαν προηγούμενες οφειλές τους προς αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ώστε να τίθεται θέμα κατανομής βάρους απόδειξης και οι διάδικοι προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά τους μέσα, με βάση τα οποία, αλλά και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του.
Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω ένστασης εξόφλησης, δέχθηκε τα εξής: ".... Οι καταβολές αυτές, τις οποίες επικαλούνται οι εναγόμενοι, ότι έγιναν με επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, που πληρώθηκαν... προς υποστήριξη ένστασης εξόφλησης, την οποία παραδεκτά και νόμιμα πρότειναν σε απάντηση στην ένδικη αγωγή, ανέρχονται στο ποσό των 6.900.000 δραχμών συνολικά και υπερκαλύπτουν το ποσό που φέρονται με την αγωγή να οφείλουν.
Βέβαια, ως προς τις καταβολές αυτές, ο ίδιος ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε εντελώς αόριστα και πανομοιότυπα για όλες, ότι αφορούν "παλιότερες οφειλές" χωρίς όμως να προσδιορίσει ειδικότερα το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες οφειλές, τις πωλήσεις και τα αντίστοιχα τιμολόγια και τα οφειλόμενα αντίστοιχα, ποσά αυτών των πωλήσεων ......".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν προέκυψαν με σαφήνεια από τις αποδείξεις οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα παλαιότερες οφειλές των εναγομένων προς αυτή, δεν μετέθεσε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης με το να δεχθεί στη συνέχεια ότι οι γενόμενες από τους εναγόμενους καταβολές (σε μετρητά και με την πληρωμή των επιταγών) αφορούσαν το επίδικο χρέος, χωρίς να ερευνήσει αν αυτοί καθόρισαν ότι οι καταβολές αφορούσαν το συγκεκριμένο από τα περισσότερα χρέη.
Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τέτοια υποχρέωση θα υπήρχε σε περίπτωση που αποδεικνυόνταν από την αναιρεσείουσα η ύπαρξη προγενέστερων μη εξοφλημένων χρεών.
VΙI) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 128/2013).
Επίσης, για την θεμελίωση του λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009).
Τέλος, στα έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα (βλ. σχετικώς ΑΠ 31/1999, ΑΠ 701/1991). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχόμενου των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτές.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι έγγραφες προτάσεις, που είναι διαδικαστικό έγγραφο, δεν αποτελούν "έγγραφο" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, παραπονείται ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. ...
επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 2.700.000 δρχ, πληρώθηκε στις 31-12-2000 και όχι στις 31-1-2000, όπως το τελευταίο προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων των εναγομένων, αλλά και από το σχετικό έγγραφο που προσκόμισαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (εκτυπωμένο έγγραφο - απόσπασμα από το αρχείο που τηρείται στο μηχανογραφικό σύστημα της άνω Τράπεζας).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον για να ιδρυθεί θα πρέπει ο Άρειος Πάγος να διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, γεγονός το οποίο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό, κατά τα ως άνω, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
VΙII) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη μολονότι δεν προσκομίσθηκαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη παρά το ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002) και δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 700/2012).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι: α) δεν έλαβε υπόψη του την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτή με αρ. κατ. 321/2005 αγωγή των αντιδίκων εναντίον της, που άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών και β) ότι έλαβε υπόψη του, ενώ δεν έπρεπε, την υπ' αριθμ. ...
επιταγή καθώς και εκτυπωμένο απόσπασμα από μηχανογραφικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας. Όμως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα που έχουν επαναπροσκομισθεί με επίκληση είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεπώς και την επικαλουμένη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό 321/2005 αγωγή , χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική γι' αυτό μνεία.
Όσον δε αφορά το επικαλούμενο απόσπασμα από μηχανογραφικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας, όπως προκύπτει από την απόφαση το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως αναφέρεται σ' αυτό.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το άνω μέρος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση για τη λήψη υπόψη παρά τον νόμο της υπ' αριθμ. ... επιταγής (προσκομίσθηκε μόνον η πρόσθια όψη, χωρίς την οπισθία όψη της με την επ' αυτής σχετική σημείωση περί μη εξόφλησης ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων), ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς αφού η επιταγή αυτή περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο πρώτο λόγο αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, διότι οι καθ' ων η κλήση - αναιρεσίβλητοι, λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2007 αίτηση της Φ. συζ. Ι. Π. για αναίρεση της 1697/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ