Legislator Case Law & Legislation
1965/2009 AI generated

1965/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1965/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1965/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ήτοι των αναιρεσιβλήτων) και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 2159/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκπλειστηριάσθηκε στις 9-4-2003....ένα ακίνητο του οφειλέτη των επισπευδόντων- και του Ελληνικού Δημοσίου-... ... Επετεύχθει πλειστηρίασμα 76.010 ευρώ... Στη διαδικασία του πλειστηριασμού αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του συνολικού ύψους 9.805.403,39 ευρώ....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τους Προϊσταμένους των ΔΟΥ Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευγενία Βελώνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Γκαγκάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3154/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 477/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 19-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 31 Ν 1545/1985: " Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., κατατάσσονται και οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ., γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Κατά τη διάταξη αυτή ως "ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού" νοείται εκείνη που για πρώτη φορά αυτός ορίσθηκε με βάση της ίδια επιταγή προς εκτέλεση και κατασχετήρια έκθεση, με την οποία τελικά και διενεργήθηκε (ΑΠ 1101/2006). Εκ τούτου συνάγεται περαιτέρω ότι - σε περίπτωση που τελικά ο πλειστηριασμός δεν έγινε με επίσπευση του πιστωτού που επέβαλε την αρχική κατάσχεση και προκάλεσε τον ορισμό της πρώτης ημερομηνίας για την διεξαγωγή του, αλλά με επίσπευση άλλου πιστωτού- για να είναι ορισμένη η κατά τον πίνακα κατατάξεως ανακοπή, που έχει ως βάση την αμφισβήτηση της ορθότητας του χρόνου που ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καθόρισε ως " ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού", πρέπει στο οικείο δικόγραφο να αναφέρεται αν ο τελικώς επισπεύσας αυτόν πιστωτής είχε επιδώσει προς τον οφειλέτη δική του επιταγή προς εκτέλεση και αν είχε επιβάλει αυτοτελή κατάσχεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στην από 27-5-2003 ανακοπή του κατά των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που είχαν καταταγεί στον επίμαχο πίνακα διανομής πλειστηριάσματος για εργατικές απαιτήσεις, ανέφερε τα ακόλουθα: " Με επίσπευση αρχικώς της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", κατόπιν δε της υπ' αρ. 29115/22-1-2003 δηλώσεως συνεχίσεως πλειστηριασμού που δεν πραγματοποιήθηκε, των τριών πρώτων από τους καθών (σημ:

ήτοι των αναιρεσιβλήτων) και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 2159/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκπλειστηριάσθηκε στις 9-4-2003....ένα ακίνητο του οφειλέτη των επισπευδόντων- και του Ελληνικού Δημοσίου-... ... Επετεύχθει πλειστηρίασμα 76.010 ευρώ... Στη διαδικασία του πλειστηριασμού αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του συνολικού ύψους 9.805.403,39 ευρώ....

Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα...δεν επαρκούσε για ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα...με τον οποίο, αφού αφαίρεσε...ποσό ύψους 9.262,15 ως έξοδα της εκτέλεσης, κατέταξε στο απομένον πλειστηρίασμα ύψους 66.747,85 ευρώ τους: (α) Ψ1 για 22.345,89 (β) Ψ2 για ευρώ 16.759,47 (γ) ...

για ευρώ 16.759,47 (δ) ... για ευρώ 784,62 (ε) ... για ευρώ 5.303,11 (στ) ... για ευρώ 4.795,29... Τον παραπάνω πίνακα κατάταξης ανακόπτουμε νόμιμα.....για τους παρακάτω λόγους..... Επειδή αρνούμαστε την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων των τριών πρώτων αντιδίκων έναντι του καθ'ού η εκτέλεση.....Άλλως, οι ως άνω απαιτήσεις τους, προς εκτέλεση των οποίων επέσπευσαν την αναγκαστική εκτέλεση που οδήγησε στον ανακοπτόμενο πίνακα, δεν είναι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας...

πρόκειται για απαιτήσεις....προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (ψυχικής οδύνης) που υπέστησαν λόγω θανάτου συγγενικού τους προσώπου... Επικουρικά, ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οι απαιτήσεις των επισπευδόντων είναι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, αυτές δεν καλύπτονται από το προνόμιο της διάταξης του άρθρου 975§3 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι αυτές δεν προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Πιο συγκεκριμένα: οι πιο πάνω απαιτήσεις των τριών πρώτων αντιδίκων προέκυψαν (γεννήθηκαν) στις 7-7-1999, όταν δηλαδή συνέβη το γενεσιουργό γεγονός της απαίτησης, ο θάνατος του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δευτέρου και τρίτου από αυτούς. Ο πλειστηριασμός δε ορίσθηκε με την υπ' αρ. 493/2003 περίληψη συνέχισης κατασχετήριας έκθεσης...

και έλαβε χώρα στις 9-4-2003...Μη νόμιμη η κατάταξη του εργαζόμενου ... ... Μη νόμιμη η κατάταξη του ... .... Μη νόμιμη η κατάταξη του ... ....". Ζητούσε δε το ανακόπτον "αφού αποβληθούν από τις κατατάξεις τους" τα ανωτέρω πρόσωπα "να καταταγεί οριστικά και προνομιακά το Ελληνικό Δημόσιο". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 3154/2005 απόφασή του: (α) Κρίνοντας ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων δεν ήσαν "απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας" κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος της που απευθυνόταν κατ' αυτών, και διέταξε "την αποβολή τους από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης". (β) Απέρριψε την ανακοπή κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά των τριών άλλων καταταγέντων πιστωτών (εργαζομένων), των οποίων οι απαιτήσεις είχαν προκύψει κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999 κρίνοντας ότι " οι ανωτέρω είχαν απαιτήσεις που γεννήθηκαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η 20-10-1999 και όχι η 9-4-2003, που ορίσθηκε μετά τη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού εκ μέρους των τριών πρώτων των καθών....όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το ανακόπτον".

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της που αφορούσε τους αναιρεσιβλήτους, κρίνοντας, ότι οι ένδικες απαιτήσεις αυτών "προέρχονται και έχουν ως βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που υφίστατο μεταξύ του θανόντος και του παραπάνω οφειλέτη, προέκυψαν δε εντός της τελευταίας διετίας πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (9-4-2003), αφού η απόφαση που τις επιδίκασε τελεσίδικα δημοσιεύθηκε στις 26-6-2002 και μέχρι τότε αυτές (απαιτήσεις) ήταν απροσδιόριστες".

Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ., δεχθέν ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων προέκυψαν με την τελεσίδικη δικαστική αναγνώρισή τους, ενώ κατά νόμον αυτές "γεννήθηκαν στις 7-7-1999, οπότε έλαβε χώρα το γενεσιουργό γεγονός του θανάσιμου τραυματισμού (σε εργατικό ατύχημα) του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δευτέρου και τρίτου εξ αυτών".

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ρηθείς λόγος προβάλλεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 562§2 Κ.Πολ.Δ., διότι, αν και έχει ως βάση τον προβληθέντα με σχετικό λόγο της άνω ανακοπής ισχυρισμό, ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων δεν προέκυψαν εντός της τελευταίας διετίας πρό της ημερομηνίας ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, ως τέτοιας θεωρούμενης της ημερομηνίας που ορίσθηκε με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων (9-4-2003) και όχι εκείνης που είχε αρχικώς ορισθεί με επίσπευση της "Εμπορικής Τράπεζας" (20-10-1999), εντούτοις στο δικόγραφο της ανακοπής δεν αναφέρεται αναγκαίο, για τη διαδικαστική πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αυτής, στοιχείο, ήτοι ότι οι αναιρεσίβλητοι, με επίσπευση των οποίων διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, είχαν επιδώσει στον οφειλέτη δική τους επιταγή προς εκτέλεση και είχαν επιβάλει αυτοτελή κατάσχεση.

Επομένως και δεδομένου ότι το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε τον λόγο αυτόν της ανακοπής ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία αυτή με την ως άνω αιτιολογία της παρούσας αποφάσεως, ότι δηλαδή ο κρίσιμος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 477/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ