Legislator Case Law & Legislation
1965/2008 AI generated

1965/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1965/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2001 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 6/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3620/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/4/2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1965/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1965 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1965/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατρός της Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2001 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 6/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3620/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/4/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 20/10/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.

Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ., ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από την ΑΚ 928 εδ β' αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο), προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων-κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σ' εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υποχρέου διατροφής.

Έτσι λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής τους κατάστασης. Ενόψει των ανωτέρω, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 1389, 1390 και 1485 επ. ΑΚ τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν διατροφή στο σύζυγο ή τα τέκνα του ανωτέρω προσώπου και, συνακόλουθα και αποζημίωση σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά για τη λόγω της θανάτωσής του στέρηση της διατροφής (ΟλΑΠ 3/2004).

Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ, 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές, πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το κρίσιμο για την τύχη της αναίρεσης ζήτημα της αποζημίωσης της ενάγουσας και της ανήλικης θυγατέρας της λόγω της στέρησης διατροφής εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους (σύζυγος και πατέρας) κατά το ένδικο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο θανών από πενταετίας προ του θανάτου του εργαζόταν ως ασφαλιστής στην ασφαλιστική εταιρία "ΜΕΤΚ.

ΟΕΙΠΕ ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ" με μηνιαίες καθαρές αποδοχές κατά τους πρώτους μήνες του 2001, 360.000 δραχμές με τις οποίες κάλυπτε τόσο τις ατομικές όσο και τις οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης. Η πρώτη των εναγόντων ασχολείται αποκλειστικά με το καθήκον της ανατροφής και επίβλεψης της ανήλικης κόρης της Χ2, που γεννήθηκε στις 15-1-2000, παρέχοντας σ' αυτήν τις προσωπικές φροντίδες και περιποιήσεις που, λόγω της ηλικίας της, τις είχε απόλυτη ανάγκη.

Η αξία των υπηρεσιών που παρέχονται από αυτήν και η από αυτές εξοικονόμηση των αναγκαίων δαπανών αποτιμάται σε 40.000 δραχμές το μήνα. Όσον αφορά το τέκνο της, αυτό στερείται ατομικής περιουσίας και, ενόψει της ηλικίας και της ανάγκης εκπαιδεύσεώς του και των λοιπών βιοτικών αναγκών, αδυνατεί να συντηρήσει με δικά του οικονομικά μέσα τον εαυτόν του.

Από τη στάθμιση των εισοδημάτων και των πόρων των δύο γονέων, αφού από κοινού ήταν υποχρεωμένοι στη διατροφή του, σε συγκριτική αντιπαραβολή και με τις ανάγκες διαβιώσεώς του, προκύπτει το όλο πλέγμα των συνθηκών ζωής του ανήλικου παιδιού, από το οποίο κρίνονται οι ανάγκες του. Για την κάλυψή τους και συγκεκριμένα για διατροφή, εκπαίδευση, ψυχαγωγία και γενικά ορθή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του απαιτείται το ποσό των 120.000 δραχμών μηνιαίως.

Στο ποσό αυτό συναποτιμάται και η αξία των υλικών αγαθών και των ειδικότερων αναγκαίων μητρικών φροντίδων που η δαπάνη τους εξοικονομείται, με την παροχή των οποίων η πρώτη των εναγόντων καλύπτει πλήρως την υποχρέωση της ανάλογης προς τις δυνάμεις της συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικονομικών οικογενειακών αναγκών χωρίς να μπορεί να απαιτηθεί από αυτή οποιαδήποτε άλλη οικονομική συμβολή.

Επομένως, μετά απ' αυτά, πρέπει να επιδικαστεί στο ανήλικο τέκνο για τη στέρηση διατροφής το ποσό των (120.000-40.000 συμβολή της πρώτης ενάγουσας =80.000 δραχμές) 234,77 ευρώ. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως, η συνεισφορά της αυτής ενάγουσας για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών συνίστατο μόνο στην προσωπική εργασία που παρείχε στο συζυγικό οίκο για την καθαριότητα, την παρασκευή φαγητού κλπ, η οποία αποτιμάται σε 90.000 δραχμές το μήνα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συνεισέφερε κατά χρήση άνευ ανταλλάγματος την οικογενειακή της κατοικία.

Στο ποσό αυτό (90.000 δραχμές), λοιπόν, ανερχόταν το ύψος της συνεισφοράς της κατά την έννοια του άρθρου 1389 ΑΚ, ενώ το ύψος της συνεισφοράς του θανόντος, με την ίδια έννοια, ανερχόταν, κατά τα προαναφερθέντα, σε 360.000 δραχμές το μήνα. Το χρηματικό ποσό που απαιτείται για τις βιοτικές ανάγκες της πρώτης των εναγόντων, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής της ζωής, όπως διαμορφώθηκε μετά το θάνατο του συζύγου της, ανέρχεται σε 125.000 δραχμές μηνιαίως.

Με αυτά τα δεδομένα, ο θανών, του οποίου η συνεισφορά ήταν τετραπλάσια της συνεισφοράς της πρώτης των εναγόντων, όφειλε να καλύπτει τα 4/5 των διατροφικών αναγκών της συζύγου του, η οποία βαρύνεται με την ικανοποίηση του υπολοίπου 1/5 των αναγκών της.

Συνεπώς δικαιούτο, έναντι εκείνου, σε χρηματική διατροφή κατά μήνα προκαταβαλλόμενη (125.000 Χ 4/5) + 293,47 ευρώ. Στην κρίση αυτήν καταλήγει το Δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Α (μεταξύ άλλων κατέθεσε: "... ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος στην Μετρολάιφ ... Δούλευε 4 χρόνια ... Έπαιρνε 2.500 ευρώ το μήνα, ...

Έδινε 2.000 ευρώ στην οικογένειά του το μήνα. Ενοίκιο έδινε στα πεθερικά του. Ο Β έμενε στο σπίτι του πεθερού του και τα έδινε 100.000 δραχμές. Για τον εαυτό του κρατούσε 500 ευρώ ... Η κ. Χ1 δεν εργαζόταν τότε, ούτε τώρα, έχει 2 ετών παιδί"), του ..... πιστοποιητικού του Δήμου ....., του από 31-8-1999 εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ....., του .....

πιστοποιητικού της ΔΟΥ ....., του ..... εγγράφου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, του από 24-10-2002 κατασχετηρίου της εταιρείας Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ κατά Χ1, της 3691/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της 2408/2001 έκθεσης αποποίησης κληρονομιάς, και των ..... και ..... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Αντωνίου.

Τα παραπάνω ποσά (234,77 και 293,47) θα συνεισέφερε ο θανών, εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός του, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από 30-4-2001 μέχρι 31-12-2007, δεδομένου ότι ήταν μόλις 31 ετών και απόλυτα υγιής. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι για το χρονικό διάστημα πέραν της 5ετίας, οπότε το ανήλικο τέκνο της θα αρχίσει να πηγαίνει σχολείο, η πρώτη των εναγόντων θα μπορεί να αναζητήσει και αναλάβει κατάλληλη εργασία, που θα της επιτρέπει να καλύπτει πλήρως τις μηνιαίες διατροφικές της ανάγκες, αν δε αμελήσει να το πράξει, αυτό θα συνιστά αδικαιολόγητη άρνησή της που θα οφείλεται, όχι στην αδυναμία της συνεπεία της ανατροφής του τέκνου της, αλλά σε αμέλειά της και δη οικείο πταίσμα της, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, με συνέπεια να μην μπορεί να θεμελιωθεί σχετική απαίτησή της για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και δη μετά το 2005.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α

(μεταξύ άλλων κατέθεσε: ... "δούλευε 4 χρόνια ..." και το ..... πιστοποιητικό της ΔΟΥ ..... (σ' αυτό αναφέρονται τα δηλωθέντα από τον θανόντα καθαρά φορολογητέα εισοδήματα των οικονομικών ετών 1996-2000), ο Β, ο οποίος γεννήθηκε το 1970 και ήταν στις 30-4-2001 31 ετών, εργαζόταν μόνο τα τελευταία 6 έτη προ του θανάτου του και, ενόψει του ότι τα Σάββατα και οι Κυριακές ανά έτος ανέρχονται σε 104 και οι ετήσιες άδειες αυτού ανέρχονταν από 20 μέχρι 25 ημέρες, προφανώς δεν είχε πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1500 ημέρες εργασίας με συνέπεια να μην έχουν δικαίωμα για σύνταξη ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη των εναγόντων.

Σημειώνεται, αναφορικά με τα κεφάλαια της αγωγής περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής, που είναι επαρκώς ορισμένα, ότι οι εναγόμενοι θα ενέχονται μέχρι τα ποσοστά συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου(80%), δηλαδή για ποσά 187,82 και 234,77 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2001 μέχρι 31-12-2007". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο διατύπωνε παράπονο για το ύψος των ποσών, που είχε επιδικαστεί για αποζημίωση από τη στέρηση διατροφής, και αφετέρου δέχθηκε σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και καθόρισε τα ποσά της αποζημίωσης στα προαναφερόμενα ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφόσον για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, έλαβε υπόψη τον πιθανό χρόνο ζωής του θανατωθέντος υπόχρεου σε διατροφή προς την ενάγουσα και την ανήλικη κόρη της και τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής (οικονομικές και εν γένει συνθήκες), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξάλλου περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η δε αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, είναι απαράδεκτη. Επίσης, όσα άλλα αναφέρονται στο σχετικό λόγο αναίρεσης πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης κανόνος δικαίου από την εκτίμηση αυτή (άρθρο 561 ΚΠολΔ).

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης (Ι, ΙΙ, IV στο αναιρετήριο) συνεπώς από τις πλημμέλειες των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του νόμου 1329/1983, με τα οποία ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσφορά της προσωπικής τους εργασίας, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, προκύπτει, ότι θεσμοθετήθηκε με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Η συνεισφορά αυτή καλύπτεται και με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου, υποχρέωση που γεννά εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Έτσι, στην περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, δικαιούται ο επιζών σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού, αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την εκ του νόμου οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ β' ΑΚ.

Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 39/1997).

Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών.

Ειδικότερα δε δεν ανταποκρίνεται στον πιο πάνω σκοπό της ισότιμης συμβολής των συζύγων η μαθηματική μέθοδος, κατά την οποία το ποσό της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος είναι ίσο με τη διαφορά που προκύπτει, αν από το ποσό κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του δικαιούχου, αφαιρεθεί το ποσό κατά το οποίο ο δικαιούχος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του υποχρέου.

Και τούτο γιατί οδηγεί σε άδικα αποτελέσματα εις βάρος του ενός από τους δύο συζύγους (ΑΠ 1136/2003). Από τις παραδοχές του Εφετείου που αναπτύσσονται παραπάνω προκύπτει ότι αυτό καθόρισε το ύψος της αποζημίωσης (διατροφής που δικαιούνταν αυτή από τον θανόντα σύζυγό τη) της ενάγουσας με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένης υπόψη της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους στην κοινή ζωή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιήσει τον μαθηματικό υπολογισμό, που αναφέρεται στον υπό στοιχείο

ΙΙΙ του αναιρετηρίου λόγο αναίρεσης, και συνεπώς ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και αυτός ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-4-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 205/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ