Legislator Case Law & Legislation
1964/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling the lower court's finding of acquisitive prescription is legally sound.

Case Number 1964/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Dodecanese, which rejected the appellants' claim to property ownership. The appellants argued that the respondent acquired title through usucapion (acquisitive prescription) based on ten years of open possession, while the appellants contended the title was invalid due to lack of a valid transfer agreement. The court upheld the lower court's decision, reasoning that the respondent's acquisition via derivative title and subsequent acquisitive prescription was legally established and the appeal arguments did not affect the operative part of the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1033 Civil Code; Art. 577 Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the challenged judgment is legally sound and the appeal arguments do not affect the operative part of the decision.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription usucapion property ownership inadmissible appeal derivative title good faith possession Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 1033 of the Civil Code
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1964 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1964/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ε. ή Ε. - Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ν. Φ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Φοράδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Μ. Η., το γένος Κ. και Ε. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παραπονιάρη, που ανακάλεσε την από 12-5-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2013 μη οριστική, 75/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την κρινόμενη από 8-11-2019 και με αρ. καταθ. 6/12-11-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 62/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 75/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κώ, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 24-9-2009 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου και αρνητική αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12-11-2019, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης στις 22-10-2019, όπως προκύπτει από τις με αρ. 2368Γ/22/10-2019 και 2367Γ/22-10-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σωκράτη Παπουλίδη (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 126 παρ. 1α, 128 παρ. 1, 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.- Κατά το άρθρο 1033 του Αστικού Κώδικα ο οποίος ισχύει στην Δωδεκάνησο από το έτος 1947, για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΠ 276/2025).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.

Νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί και παρουσιάζει εξωτερικά όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για το κύρος του στοιχεία (ΑΠ 191/2023).

Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 279/2024, ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 401/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1326/2022, ΑΠ 925/2021, ΑΠ 1370/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1751/2024, ΑΠ 14/2023, ΑΠ 1199/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. (ΑΠ Ολομ. 8/2013, 14/2004, ΑΠ 237/2019, 71/2019).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. (ΑΠ 1769/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1193/2020).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). (ΑΠ 575/2024, ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 180/2017).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα γήπεδο (αγροτεμάχιο), επιφάνειας 10.429 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Δύο Λισκάρια" (ειδικότερα στο όριο που χωρίζεται η εν λόγω θέση με την τοποθεσία "Παναγιά") της περιφέρειας Αλίντων της νήσου Λέρου, εκτός οικισμού, εκτεινόμενο από τον παραλιακό δρόμο (νοτιοανατολική πλευρά) έως το φυσικό όριο κρημνός (βορειοδυτική πλευρά), το βορειοανατολικό όριο του οποίου προσδιορίζεται από παλιό υπάρχοντα τοίχο από ξερολιθιά, εμφαίνεται δε τούτο (ακίνητο) στο από μηνός Οκτωβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Δ.

Π. με τα γράμματα Α,Β,Γ.......Ο1, Α και συνορεύει σύμφωνα το εν λόγω διάγραμμα, νοτιοανατολικά με υπάρχοντα παραλιακό δρόμο μέσου πλάτους 5 μέτρων επί πλευράς Α,Ο1, Ξ1, Ν1 ...,Δ1, Γ1, Β1 μήκους 124,40 μέτρων, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Κ. (υπάρχοντα παλαιό τοίχο ξηρολιθιάς) επί πλευράς Β1, Ω, Ψ.... Τ, Σ, Ρ, μήκους 80,70 μέτρων, βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου (φυσικό όριο κρημνός) επί πλευράς Θ,Ι,Κ,Λ....Ο,Π,Ρ, νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία νυν Χ., πρώην Ν.

και με Α. επί πλευράς Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ. Το επίδικο ακίνητο απέκτησε κατά κυριότητα η ενάγουσα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Λέρου Μ. Π. - Φ., νομίμως μεταγεγραμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Λέρου (κατά τον άνω τίτλο η έκταση του ακινήτου ορίζεται σε 10.965 τ,μ. και, κατά νεότερη καταμέτρηση, μετά την κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας, παραχώρηση του παραλιακού τμήματος αυτού σε κοινή χρήση, σε 10.429 τ,μ., σύμφωνα με το από 25-8-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ.

Σ.), με δωρεά από την εκ πατρός μάμμη της Ξ. χήρα Σ. Γ., το γένος Η. Κ. Σημειώνεται ότι η αναγραφή στον εν λόγω τίτλο της θέσης του άνω ακινήτου στην τοποθεσία "Παναγιές" δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με τον τοπικό προσδιορισμό του επιδίκου, καθόσον όπως ρητά αναφέρει ο παραπάνω πραγματογνώμονας αυτό (επίδικο) βρίσκεται στο όριο μεταξύ των τοποθεσιών :"Δύο Λισκάρια" και "Παναγιά", με συνέπεια να γίνεται συχνά χρήση αμφοτέρων των θέσεων αυτών.

Στην ως άνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας το επίδικο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από την μητέρα αυτής Α. χήρα Η. Ε. (ή Κ.), η οποία με την σειρά της το είχε αποκτήσει με το από 3 Απριλίου 1951 ιδιωτικό συμφωνητικό άτυπης διανομής. Ειδικότερα με το ως άνω έγγραφο οι υπογράφοντες αυτό, παρουσία δύο μαρτύρων (των Μ.

Τ. και Ν. Λ.) αδελφοί Γ. Ε., Ν. Ε., Κ. Ε. (χήρα Ν. Μ.), Α. Ε., καθώς και η Α. Ε. (σύζυγος και κληρονόμος του ετέρου αποβιώσαντος αδελφού των ανωτέρω Η. Ε.), αποφάσισαν ομόφωνα να διανείμουν τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμφωνητικό ακίνητα κτήματα, τα οποία, κατά ρητή αναφορά στο άνω έγγραφο, ανήκαν από κοινού στην μητέρα τους Π.

Ν. Ε., το γένος Σ. Ν. και την Κ. Π. Ε. ή Π., και να λάβει, εκ των διανεμητέων, η ανωτέρω Α. χήρα Η. Ε., κατά την ειδικότερη περιγραφή σ' αυτό (συμφωνητικό) "τα χωράφια εις τες Χοχλακιές πλησίον της Κ. Κ. Κ. και τα χωράφια εις τα Δυο λισκάρια από τον αιγίαλόν εως επάνω όπου είναι το κρημνάρι".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο νεμόταν από το έτος 1958 η ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας (Ξ. Η. Κ.), έχοντας, λόγω της μόνιμης διαμονής της στη νήσο Λειψοί Δωδεκανήσου, διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της τον Γ. Ν. Σ., κάτοικο ..., με την εντολή να εκμισθώνει όλα τα ακίνητα της στη Λέρο, να υπογράφει τα σχετικά ενοικιαστήρια έγγραφα να εισπράττει τα μισθώματα αυτών και γενικά να υπογράφει για λογαριασμό της οποιοδήποτε έγγραφο και να την εκπροσωπεί ενώπιον κάθε Αρχής στην Λέρο (βλ.

σχετ. την από 28-6-1958 εξουσιοδότηση, θεωρηθείσα για το γνήσιο της υπογραφής της άνω εξουσιοδοτούσας από τον Διοικητή του τότε Σταθμού Χωροφυλακής Λέρου). Η ίδια άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας το έτος 1978, καθ' υπόδειξη των ορίων της του επιδίκου από τον πολιτικό μηχανικό Ι. Α., εξουσιοδότησε τον εργάτη Κ. Η.

να οριοθετήσει την ιδιοκτησία της τοποθετώντας πασσάλους και αγκαθωτό συρματόπλεγμα επί της πλευράς του επιδίκου που συνορεύει με ιδιοκτησία Α. Χ., το οποίο (συρματόπλεγμα), μεταγενέστερα (περί το έτος 1990), αντικταστάθηκε με συρμάτινες σχάρες. Περί των ανωτέρω πράξεων νομής καταθέτουν με σαφήνεια οι μάρτυρες της ενάγουσας Ι.

Κ., Κ. Η. (εργάτης που απασχολήθηκε με την ως άνω οριοθέτηση) και Ι. Κ., ιδιοκτήτης του ευρισκομένου στην βορειοανατολική πλευρά του επιδίκου όμορου (διπλανού) ακινήτου, ο οποίος το απόκτησε από τον πατέρα του Β. Κ., ο οποίος και τον είχε πληροφορήσει πριν από πολλά έτη, περί της κυριότητας της άνω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και ακολούθως της τελευταίας στο επίδικο.

Στην άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο αποδείχθηκε ότι προέβη παράλληλα με την άνω δικαιοπάροχο της και η ενάγουσα, πριν ακόμη τούτο περιέλθει στην κυριότητα της με τον άνω νόμιμο τίτλο (δωρεά εν ζωή εκμισθώνοντας το από τον Σεπτέμβριο του έτους 1968 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1972 στον γεωργό Μ. Ν., ο οποίος αντί ενοικίου ανέλαβε, κατά το άνω χρονικό διάστημα της μίσθωσης, να επισκευάζει και να περιφράζει τα τμήματα του ακινήτου, προκειμένου να αποφευχθεί η διάβρωση αυτού (βλ.

περί των ανωτέρω το από 5-9-1968 ενοικιαστήριο έγγραφο, τα οποίο υπογράφηκε παρουσία του τότε αγροφύλακος Π. Μ.). Επίσης, αποδείχθηκε ότι το έτος 1995 η ενάγουσα, δια του πληρεξουσίου και επιβλέποντος την άνω ιδιοκτησία της Ι. Κ. (ως άνω μάρτυρας), παραχώρησε στον Δήμο Λέρου, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού, τμήμα του ανωτέρω ακινήτου της, επιφάνειας 550 τ.μ.

για την εκτέλεση του έργου διαπλάτυνσης και Ασφαλτόστρωσης της επαρχιακής οδού από Αγκυρα έως Δύο Λισκάρια, ο δε Δήμος Λέρου σε αντάλλαγμα της άνω παραχώρησης κατασκεύασε για λογαριασμό της ενάγουσας τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα επί της προσόψεως του επιδίκου στο δημοτικό δρόμο (νοτιοανατολικό άκρο) (βλ.

περί της άνω παραχώρησης την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2009 βεβαίωση του Δήμου Λέρου).

Εξάλλου, περί το έτος 2003 ο ως άνω μάρτυρας Ι. Κ., όπως καταθέτει τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί μάρτυρες της ενάγουσας, ζήτησε και έλαβε από τον αντιπρόσωπο της ενάγουσας Ι. Κ. την άδεια να εναποθέσει οικοδομικά υλικά εντός του επιδίκου, κατά την διάρκεια εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών που διενεργούνταν εντός του όμορου ακινήτου του.

Τέλος, το έτος 2007 η ενάγουσα με την από 20-9-2007 εντολή της ανέθεσε στον μεσίτη αστικών, συμβάσεων Μ. Τ. την ανεύρεση και υπόδειξη αγοραστή για το επίδικο (βλ, το από 20-9-2009 σχετικό έγγραφο, η υπογραφή της ενάγουσας επί του οποίου βεβαιώνεται από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στις Βρυξέλλες). Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι το επίδικο, τουλάχιστον από το έτος 1958 έως το έτος 1979 (που μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα) νεμόταν με διάνοια κυρίας, χωρίς ουδεμία αμφισβήτηση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων από τρίτους, η άνω άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ξ.

χήρα Σ. Γ., το γένος Η. Κ., ασκώντας επ' αυτού τις παραπάνω προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα αυτού (επιδίκου) με τα προσόντα τής έκτακτης χρησικτησίας. Την άσκηση δε πράξεων νομής στο επίδικο συνέχισε, κατά τα άνω αναφερόμενα, και η ενάγουσα, μετά την μεταβίβαση σ' αυτήν με τον ως άνω νόμιμο τίτλο (υπ' αριθμ. ...-1979 δωρητήριο συμβόλαιο), μέχρι και το Δεκέμβριο του 2008, οπότε για πρώτη φορά οχλήθηκε από τους εναγόμενους, οι οποίοι αμφισβητώντας τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα στο επίδικο, προέβησαν στις διαταρακτικές ενέργειες που θα αναφερθούν παρακάτω.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου τόσο παράγωγα (με τον ως άνω νόμιμο τίτλο αφού απέκτησε από κύριο) όσο και με τις προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε το εν λόγω ακίνητο με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας (1041 ΑΚ).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά το διάστημα από Δεκέμβριο του 2008 έως Αύγουστο του 2009, προέβησαν παράνομα και αυθαίρετα σε διαταρακτικές της κυριότητας της ενάγουσας ενέργειες και συγκεκριμένα στην τοποθέτηση πινακίδας στο επίδικο με την αναγραφή "ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ...", καθώς επίσης στη καθαίρεση της περίφραξης του επιδίκου και στο σβήσιμο από το τοιχίο αυτού του τηλεφωνικού αριθμού που είχε θέσει η ενάγουσα, για την επικοινωνία της με τους τυχόν ενδιαφερομένους αγοραστός του εν λόγω ακινήτου.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής από τον αποβιώσαντα στις 07-05-1964 κύριο, πατέρα του πρώτου και πάππου εκ μητρός του δεύτερου εξ' αυτών Ν. Ε. ή Κ. του Ν., κατά ποσοστά συγκυριότητας επ' αυτού, ήτοι 240/1200 εξ αδιαιρέτου μερίδια στο πρώτο και 40/1200 εξ αδιαιρέτου μερίδια στο δεύτερο, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι με την υπ' αριθμ. ...-2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λέρου Ε.

Χ. - Τ., νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του Δήμου Λέρου ότι στον δικαιοπάροχο τους, Ν. Ε. , είχε τούτο μεταβιβαστεί περί τις αρχές του έτους 1947 με άτυπη δωρεά από την αμφιθαλή αδελφή της, Ε. Ε. ή Κ., και ότι στην τελευταία είχε περιέλθει το παραπάνω ακίνητο εκ κληρονομιάς της αποβιωσάσης στη Λέρο, την ...-1945, αμφιθαλούς αδελφής της, Μ.

χήρας Σ. Β. ή Β., το γένος Ν. και Π. Ε. ή Κ., η οποία κατέλιπε την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../1945 δημόσια διαθήκη της. Ότι από το έτος 1947 μέχρι το θάνατό του, το έτος 1964, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ν. Ε. ή Κ., πατέρας του πρώτου και πάππους εκ μητρός του δεύτερου εξ'αυτών, εκμίσθωσε τούτο ως βοσκότοπο σε διάφορους κτηνοτρόφους για τη βοσκή αιγοπροβάτων.

Ωστόσο από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η παραπάνω αναφερόμενη απώτατη δικαιοπάροχος Ε. Ε. ή Κ. δώρισε άτυπα το ακίνητο αυτό στον αμφιθαλή αδελφό της, Ν. Ε. ή Κ. που είναι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων. Ούτε αποδείχθηκε ότι επί του επιδίκου ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ασκούσε πράξεις νομής και δη ότι το παραχωρούσε σε διάφορους κτηνοτρόφους για την βοσκή αιγοπροβάτων και τη καλλιέργεια με διάφορα δημητριακά.

Ο μάρτυρας ανταπόδειξης ουδέν περιστατικό κατέθεσε, σχετικό με την άσκηση επί του επιδίκου πράξεων νομής, από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων. Πέραν τούτου δε και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, όπως προαναφέρθηκε, έχει υπογράψει το ανωτέρω από 3-4-1951 ιδιωτικό συμφωνητικό άτυπης διανομής, το οποίο σημειωτέον δεν αμφισβητείται ως προς την γνησιότητα του από τους εναγόμενους, με το οποίο (έγγραφο) συμφωνεί ρητά και αποδέχεται την μεταβίβαση του επιδίκου την απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α.

χήρα Η. Ε.

Εξάλλου οι εκκαλούντες δεν είναι σε θέση να δώσουν πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ο δικαιοπάροχος τους Ν. Ε. δεν συμπεριέλαβε το επίδικο στην υπ'αριθμ. ...-1963 δημόσια διαθήκη του που συνετάγη ενώπιον του τέως συμβολαιογράφου Πειραιώς Ι. Β. εφόσον όπως ισχυρίζονται η κυριότητα του ανήκε σε αυτόν. Ούτε βεβαίως προέκυψε ότι τόσο η σύζυγος του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, Ν.

Ε. και μητέρα του πρώτου των εκκαλούντων, Μ. χήρα Ε. Ν. το γένος Ε. Σ.,η οποία απεβίωσε το 1980 όσο και η θυγατέρα τους Ε. συζ. Α. Φ. το γένος Ν. και Μ. Ε., μητέρα του δευτέρου των εκκαλούντων, η οποία απεβίωσε την 14η-2-1991 είχαν αποδεχθεί όσο ήταν εν ζωή το επίδικο ως κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο. Η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα ως συνταχθέντα από τον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγομένων (Ν.

Ε.) από 26-11-1960 και 8-8-1965 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία ο τελευταίος φέρεται να εκμισθώνει, μεταξύ άλλων ακινήτων, και το επίδικο στον μισθωτή Μ. Ν., καθόσον οι ανωτέρω μισθώσεις αφενός δεν ήταν νόμιμες αφού ο ανωτέρω δικαιοπάροχος τους (Ν. Ε.) ουδέν δικαίωμα κυριότητας είχε πλέον στο επίδικο, αφετέρου ο τελευταίος προέβη σ αυτές εκμεταλλευόμενος την απουσία της δικαιοπάροχου της ενάγουσας, Ξ.

Η. Κ., η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν κατοικούσε μόνιμα Λέρο. Ειδικότερα, όσον αφορά το προεκτεθέν από 8-8-1965 συμφωνητικό μισθώσεως, και το από 1-8-1970 συμφωνητικό παρατάσεως της άνω μισθώσεως, που υπεγράφη μεταξύ της Μ. Ε. και του προαναφερομένου Μ. Ν., τα οποία αφορούσαν το μεν πρώτο μίσθωση του επιδίκου από τον Αύγουστο του 1965 έως τον Αύγουστο του 1970 το δε δεύτερο παράταση της μίσθωσης από την 7η Αυγούστου 1970 έως την 30η Σεπτεμβρίου 1977, αμφότερα αυτά έρχονται σε αντίθεση με το από 5-9-1968 ενοικιαστήριο έγγραφο της ενάγουσας, που αφορούσε την εκμίσθωση του επιδίκου στον ίδιο άνω μισθωτή (Μ.

Ν.) για την περίοδο από Σεπτέμβριο του 1968 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1972, και το οποίο, σε αντίθεση, με τα προαναφερόμενα συμφωνητικά των εναγομένων, υπογράφηκε παρουσία τρίτου προσώπου το οποίο επιβεβαιώνει με την υπογραφή του την άνω συμφωνία. Ακολούθως και οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν ποτέ την κυριότητα, ούτε και τη νομή του επιδίκου κατά άνω αναφερόμενα ποσοστά.

Οι εναγόμενοι επιχειρούν να θεμελιώσουν για πρώτη φορά την με παράγωγο τρόπο κτήση της συγκυριότητα τους, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, με την επικαλούμενη υπ' αριθμ. ...-2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία σημειώνεται ότι συντάθηκε μετά από περίπου δεκαπέντε μήνες από την κατάθεση της ένδικης σε βάρος τους αγωγής (κατάθεση αυτής την 11-12-2009 και επίδοση στους εναγόμενος στις 19-1-2010), γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν φροντίσει να θεμελιώσουν τα οποιοσδήποτε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα στο επίδικο πριν την άσκηση της αγωγής.

Οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι επελήφθησαν ποτέ της κατοχής του επιδίκου με διάνοια κυρίων κατά το επικαλούμενο ποσοστό της κληρονομιάς τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους συμφωνητικά μισθώσεως που αφορούν τα έτη 1990 έως 2006, φέρονται να έχουν συνταχθεί μεταξύ του πρώτου μόνο των εναγομένων, εμφανιζομένου σ' αυτά ως αποκλειστικού κυρίου του επιδίκου (και όχι συγκυρίου κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό του) και του Φ.

Π. του Ι. (ως μισθωτή), ο οποίος, όμως, όπως αποδείχθηκε, εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος μέχρι το έτος 2000, φέρεται δε να χρησιμοποιούσε το επίδικο για την βοσκή των οικόσιτων ζώων του (αιγοπροβάτων), τα οποία (ζώα), όμως, αναφέρει ο μάρτυρας της ενάγουσας Κ. Η., η κατάθεση του οποίου, σε αντίθεση με αυτήν του μάρτυρος του εναγομένου, κρίνεται πειστική, έβοσκαν σε σημείο πολύ υψηλότερο από το επίδικο και συγκεκριμένα στο βουνό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου κατά άνω αναφερόμενα ποσοστά, αφού ο δικαιοπάροχος τους δεν κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία.". Κατόπιν το Εφετείο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με τους πρώτο , πέμπτο, έβδομο και όγδοο αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα α) του με αρ. ...-1908 προικοσυμφώνου της τέως Δημογεροντίας Λέρου (1ος και 7ος λόγοι), επικαλούμενοι ότι, με το ανωτέρω έγγραφο το επίδικο ακίνητο είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας που διανεμήθηκε άτυπα το έτος 1951 μεταξύ των συγκληρονόμων της Π. Ε. και ότι η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας ουδέποτε είχε ασκήσει επ' αυτού πράξεις νομής που να της προσδίδουν δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνακόλουθα η ενάγουσα να μην έχει καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο διότι απέκτησε από μη κύριο και να στερείται νομίμου τίτλου προς κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, β) του με αρ. ...-2012 εγγράφου του Δήμου Λέρου (5ος λόγος), γ) των από 26-11-1960 και 8-8-1965 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες (8ος λόγος), υπό τις αιτιάσεις ότι το γεγονός ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους δεν περιέλαβε το επίδικο ακίνητο στην με αρ. 4139/1963 δημόσια διαθήκη του, δεν αποδεικνύει και ότι δεν του ανήκε κατά κυριότητα αλλά ότι η βούλησή του ήταν να επέλθει ως προς αυτό εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Επικουρικά με το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του νόμου λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ο οποίος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου.

Περαιτέρω οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης και από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ως αγνοηθέντα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αρχικά από την άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, για την οποία (έκτακτη χρησικτησία) σημειωτέον δεν έχει ουσιώδη επίδραση η ύπαρξη του προικοσυμφώνου του 1908 και στη συνέχεια από την ενάγουσα με μεταβίβαση εν ζωή από κύριο δυνάμει μεταγεγραμμένου συμβολαίου και με επάλληλη αιτιολογία με πρωτότυπο τρόπο.

Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων. Με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, ένατο, δέκατο και δέκατο τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επικουρικά για την εκ του αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Κατά το δεύτερο φερόμενο ως επικουρικό σκέλος τους, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες ως προς την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τον ισχυρισμό τους ότι η από 28-6-1958 έγγραφη εξουσιοδότηση, που προσκόμισε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη , ουδέν αποδεικνύει περί της άσκησης πράξεων νομής της αμέσου δικαιοπαρόχου της Ξ.

Κ. προς κτήση δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (2ος λόγος), β) τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναφορικά με τις πράξεις περίφραξης του επιδίκου ακινήτου ως πράξεις άσκησης νομής, παραθέτοντας στο αναιρετήριο και σχολιάζοντας περαιτέρω τις μαρτυρικές καταθέσεις (3ος λόγος), γ) τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους ότι η ενάγουσα προς απόδειξη της άσκησης πράξεων νομής με την εκμίσθωση του επιδίκου και την καλλιέργεια αυτού από τους μισθωτές του, προσκόμισε μόνο ένα μισθωτήριο έγγραφο του 1968, σε αντίθεση με τους ίδιους που προσκόμισαν σωρεία μισθωτηρίων (4ος λόγος), δ) τον ισχυρισμό τους ότι ανεξαρτήτως του χρόνου της αποδοχής της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους Ν.

Ε. κατά το έτος 2011, αυτοί από τον θάνατό του το έτος 1964 υπεισήλθαν στην κληρονομία και ασκούσαν τις ίδιες πράξεις νομής επί του επιδίκου που ασκούσε και ο δικαιοπάροχός τους, διανοία κυρίου, καταστάντες κύριοι τόσο με παράγωγο τρόπο ήτοι με κληρονομική διαδοχή όσο και με πρωτότυπο δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία (9ος λόγος), ε) τον ισχυρισμό τους ότι στα προσκομιζόμενα από τους ίδιους μισθωτήρια έγγραφα συνεβλήθη μόνο ο πρώτος αναιρεσείων εξ ονόματος όμως και των λοιπών συγκληρονόμων ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν τα έλαβε υπόψη (10ος λόγος) και στ) ότι το Εφετείο αντιπαρήλθε σιγή τα σχόλια που παρέθεσαν επί του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Δ.

Π., παραθέτοντας στο αναιρετήριο τα εν λόγω σχόλια(13ος λόγος). Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι καθόσον υπό τις ανωτέρω αιτιάσεις, οι ισχυρισμοί που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε.

Ειδικότερα οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων που επικαλούνται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ότι η ενάγουσα και η δικαιοπάροχός της δεν νεμόταν και δεν κατείχαν ουδέποτε το επίδικο ακίνητο, ότι κύριοι αυτού κατέστησαν οι αναιρεσείοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ασκώντας πράξεις νομής διανοία κυρίου από το 1964 και για είκοσι έτη άλλως ότι το απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή από τον αποβιώσαντα το 1964 πατέρα τους, άλλως ότι κατέστησαν κύριοι με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, επικαλούμενοι γεγονότα σύγχρονα με αυτά της αγωγής, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής που δεν αποτελεί "πράγμα" κατά τα ήδη εκτεθέντα, περαιτέρω οι λοιποί ισχυρισμοί τους ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, στη βαρύτητα αυτών και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, το οποίο διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς.

Υπό την επίφαση δε των ρηθέντων αναιρετικών λόγων, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. Με τους ενδέκατο και δωδέκατο αναιρετικούς λόγους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας α) κατά την αξιολόγηση της κατάθεσης του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Φ.

Π., παραθέτοντας την κατάθεση αυτού (11ος λόγος) και β) κατά την αξιολόγηση των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων των αναιρεσειόντων, παραθέτοντας τις καταθέσεις αυτών, οι οποίοι είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι αφενός μεν οι λόγοι είναι αόριστοι καθόσον δεν παρατίθενται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και αφετέρου διότι πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με την επίκληση ελλείψεων στην στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων καθώς και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, κατά εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1041 ΑΚ , υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ασκώντας πράξεις νομής από το 1979 έως την άσκηση της αγωγής το 2009 δυνάμει νομίμου τίτλου και με καλή πίστη, εσφαλμένα εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη, για το λόγο ότι τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε η ενάγουσα στερούνται αποδεικτικής αξίας ως προς την ύπαρξη του υλικού στοιχείου της νομής δηλαδή της φυσικής εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου.

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του τρόπου κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί τα πράγματα, ότι κατόπιν άτυπης διανομής του 1951, για την οποία είχε συνταχθεί το από 3-4-1951 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει υπογραφές των συμμετασχόντων στην διανομή και δύο μαρτύρων, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην Α.

χήρα Η. Ε. ή Κ. η οποία το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην θυγατέρα της Ξ. χήρα Σ. Γ. το γένος Η. Κ. Ότι η τελευταία ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής όπως επίβλεψη, εκμίσθωση δι αντιπροσώπου, διανοία κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, από το έτος 1958 έως το 1979 και κατέστη κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ότι το 1979 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εγγονή της , δυνάμει του με αρ. .../1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, που μεταγράφηκε νόμιμα και η ενάγουσα συνέχισε να ασκεί επί του επιδίκου ακινήτου τις ίδιες πράξεις νομής διανοία κυρίου μέχρι το 2008, οπότε αμφισβητήθηκε και διαταράχθηκε η κυριότητά της από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες.

Ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο δυνάμει του ανωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου, αποκτώντας από κύριο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τακτική χρησικτησία, ασκώντας πράξεις νομής με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη για δέκα έτη. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα, κυρίως στον παράγωγο τρόπο και με επάλληλη αιτιολογία και στο πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας.

Η επάλληλη αιτιολογία της κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αλυσιτελώς πλήττεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, διότι τυχόν παραδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην ανεπιτυχώς πληγείσα με τους πρώτο, δεύτερο και έβδομο λόγους αιτιολογία της κτήσης της κυριότητας από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο.

Επομένως ο έκτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής που υπέβαλε με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2019 και με αρ. καταθ. 6/2019 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 62/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ