Legislator Case Law & Legislation
1964/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil law violation grounds due to lack of evidence of document distortion.

Case Number 1964/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment in a divorce property dispute. The appellant argued the lower court erred by relying on a specific document that allegedly contained distorted information regarding the respondent's assets. The court found the appeal inadmissible because the lower court did not base its finding solely on that document but considered it alongside other evidence, making the alleged distortion unproven.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law based on erroneous assessment of facts is inadmissible if the lower court's decision was not based exclusively on the contested document but considered it as part of a broader evidentiary assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation erroneous fact assessment divorce property division evidentiary distortion

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1964 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1964/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. - Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στέλλα Κλίκα - Σαρικλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4880/2018 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 2918/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 96/2021 τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τις από 5-12-2019 και 2-12-2019 εφέσεις των διαδίκων, νυν αναιρεσείοντος-ενάγοντος και αναιρεσίβλητης - εναγομένης, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4880/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε δεχθεί την από 28-12-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 557.540, 44 ευρώ, όπως αυτό εν τέλει διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2918/2019 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, και στη συνέχεια, αφού διακράτησε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή του κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.

δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα της ελεύθερης συμβίωσής τους, που συντελέστηκε με την απασχόλησή του στο γραφείο της, έγινε από ελευθεριότητα χωρίς να αποβλέπει σε οικονομικό αντάλλαγμα υπό τον όρο της συνέχισης της ως άνω συμβίωσής τους και της τέλεσης του γάμου τους που έγινε το έτος 1999, καθώς και ότι το Εφετείο δεν συνυπολόγισε στην τελική περιουσία της εναγομένης τα ποσά των 130.000 ευρώ και 10.000 ευρώ που αντιστοιχούν σε αγορά απ' αυτήν δύο ακινήτων, όπως περιγράφονται, και τα εταιρικά κέρδη συνολικού ύψους 222.129,41 ευρώ από τη συμμετοχή της κατά ποσοστό 50% στις εταιρείες ...

και ... για τον υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα του γάμου τους, ο οποίος λύθηκε λόγω διαζυγίου το έτος 2012, αφενός, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 904 και 1400 ΑΚ, και, αφετέρου, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή του ως ουσία αβάσιμη αντιφατικές αιτιολογίες, κρίνονται απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι.

Τούτο δε διότι, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, ειδικότερα ο πρώτος αναιρετικός λόγος υπό την επίκληση της παραβίασης των άρθρων 904 και 1400 ΑΚ πλήττει απαραδέκτως την ουσία της υπόθεσης, ενώ ως προς τον δεύτερο λόγο δεν εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνον αποσπασματικά, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.

οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1326/2011).

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και της από 5-2-2019 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 4880/2018 οριστικής απόφασης προκύπτει ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της ελεύθερης συμβίωσής του με την εναγομένη από το έτος 1990 και μέχρι το γάμο τους το έτος 1999 και στη συνέχεια μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού το έτος 2014 συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τα αναφερόμενα εκεί πραγματικά περιστατικά, το ύψος της οποίας ανερχόταν κατά τον ως άνω χρόνο σε 2085.006 ευρώ και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 908.002,09 ευρώ και επικουρικώς το ποσό των 695.002, 09 ευρώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1400, 904 ΑΚ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τις ως άνω βάσεις της και αφού συνυπολόγισε στην υπόλοιπη περιουσία της εναγομένης και το ποσό των 289.000 ευρώ από κέρδη που αυτή θα εισπράξει από τη συμμετοχή της 50% ως ομόρρυθμος εταίρος στην κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία Α. Μιμίκου και Σία ΟΕ από μη πωληθέντα ακόμη ακίνητα κυριότητας της εταιρείας, όταν αυτά θα πωληθούν στο μέλλον, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσία και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 557.540,44 ευρώ, όπως τελικώς αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2918/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Με την ασκηθείσα έφεσή της η εναγομένη - αναιρεσίβλητη προσέβαλε την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επικαλούμενη εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή ως προς το ως συνυπολογισμό του ποσού των κερδών των 289.000 ευρώ στην τελική περιουσία της κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους και την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εν γένει.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσία τον ως άνω προταθέντα λόγο έφεσης της εναγομένης κρίνοντας με επάλληλη αιτιολογία ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνυπολόγισε στην περιουσία της εναγομένης το ως άνω κονδύλιο και στη συνέχεια δικάζοντας επί της ουσίας όλη την υπόθεση απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν.

Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενοι ως εντασσόμενοι στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ως άνω λόγο έφεσης, δίχως να έχει προταθεί από την εκκαλούσσα - εναγόμενη και ότι αντίθετα δεν έλαβε υπόψη του τον αντίθετο ισχυρισμό του ότι έπρεπε το ως άνω ποσό να συνυπολογιστεί στην αξία της συνολικής περιουσίας αυτής είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ταύτα δε ανεξάρτητα από το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα και το παραδεκτό της αγωγής λόγω του κατά το άρθρο 522 μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ανεξάρτητα και από την επίκληση σχετικού λόγου από τον εκκαλούντα, με συνέπεια να μην συντρέχει και εδώ ο αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 2/2008).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Εξ άλλου, προσαπαιτείται, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέου (ΑΠ 926/2007, ΑΠ 679/2005). Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους.

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 154/2004). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 454/2016, 1677/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο το λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα α) τα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων των διαδίκων των ετών 2001-2014, β) την κατάθεση του μάρτυρός του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γ) την από Απριλίου 2018 έκθεση εκτίμησης ακινήτων του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Ρ., και δ) την δικαστική ομολογία της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί του ύψος των καθαρών κερδών της από τη συμμετοχή της στις κατασκευαστικές εταιρείες και από το ατομικό της επάγγελμα (507.882,51 ευρώ και 247.290, 14 ευρώ αντίστοιχα), προκειμένου να υπολογιστεί η αξία της περιουσίας της εναγομένης κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων.

Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων και οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και οι επικαλούνται οι διάδικοι" και επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Ως προς δε την επικαλούμενη δικαστική ομολογία της εναγομένης που αναφέρεται στις πρωτόδικες προτάσεις που παραδεκτώς επισκοπούνται, αυτή αναφέρεται μόνο στο ύψος των επί μέρους κερδών κατά τα έτη 1990 - 2012 από τις ως άνω αιτίες και όχι στο εάν τα ποσά αυτά υπήρχαν στην περιουσία της κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους.

Επομένως, ο ως άνω πέμπτος λόγος της ένδικης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ομοίως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με το ότι αυτή έλαβε υπ' όψη της τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε η εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δίχως να τα επικαλείται ρητά και νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των προτάσεών της αυτή τα επικαλείται και τα προσκομίζει.

Τέλος, ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη ότι κατά παράβαση του άρθρου 352 ΚΠολΔ δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία της εναγομένης σχετικά με τα προαναφερθέντα κέρδη της από τη συμμετοχή της σε εταιρείες συμφερόντων της και την ύπαρξη των αναφερόμενων εκεί ακινήτων (διαμερίσματος επί της οδού Γρ.

Λαμπράκη αρ. 82 και αγροτεμαχίου στον Πόρο έκτασης 1067,20 τ.μ.), καθότι κατά το πρώτο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι αντιφατικός (μη προτεινόμενος επικουρικώς) με τον προαναφερθέντα πέμπτο λόγο αναίρεσης, εφόσον με αυτόν ο αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η ως άνω δικαστική ομολογία της εναγομένης, ενώ τώρα επικαλείται ότι δεν προσέδωσε τη νόμιμη αποδεικτική δύναμη σ' αυτήν, δηλ.

προϋποθέτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη. Κατά δε το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνυπολόγισε τα ως άνω ακίνητα στην περιουσία της εναγομένης. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν "έγγραφο", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από τους διαδίκους από Μαΐου 2017 έκθεσης ελέγχου της περιουσιακής του κατάστασης του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης εκλαμβάνοντας εσφαλμένως ότι αυτή "αφορά ελεγχόμενο χρονικό διάστημα 2001-2011 και δεν γίνεται καμία αναφορά σε χρηματικά ποσά ή τραπεζικά προϊόντα της εναγομένης που να υφίστανται τον κρίσιμο χρόνο γέννησης της αξίωσης (17-1-2014)....

ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω έκθεση ελέγχου συντάχθηκε τον Μάϊο 2017 και αναφέρεται σε τραπεζικές καταθέσεις και λογαριασμούς της αντιδίκου που αναμφισβήτητα ελέγχθηκαν και συνεπώς υφίσταντο μετά τη χορήγηση της εντολής από το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών της Δημόσια Διοίκησης για τη διενέργεια ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης ως δημοσίου υπαλλήλου δοθείσας στις 15-4-2013, όπως προκύπτει από τους επισυναπτόμενους σε αυτήν πίνακες που συμπεριλαμβάνουν και ολόκληρο το έτος 2013".

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν εκθέτει τα αναφερόμενα στοιχεία στη μείζονα σκέψη και διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, είναι και αβάσιμος εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, διότι τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε (αποτίμηση περιουσίας της εναγομένης κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου), και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Απεναντίας μάλιστα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης με επάλληλη αιτιολογία, η οποία απαραδέκτως δεν προσβάλλεται με το αναιρετήριο, δέχεται ότι " και εάν ακόμη υπήρχαν τα εταιρικά κέρδη και οι τραπεζικές καταθέσεις της εναγομένης κατά το χρόνο του γάμου των διαδίκων είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού ενδιάμεσες αυξομειώσεις στην περιουσία του υπόχρεου συζύγου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της τελικής του περιουσίας".

Επομένως, αφού απορριφθεί και ο ένατος λόγος από τους αρ. 1 και 9 αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε παρά το νόμο τις διατάξεις των άρθρων 179 και 183 ΚΠολΔ, επιβάλλοντας μέρος της δικαστικής δαπάνης των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του ενάγοντος με βάση το άρθρο 178 ΚΠολΔ, και δίχως να υποβληθεί από την εναγομένη σχετικό αίτημα, ως απαράδεκτος κατά το πρώτο σκέλος του, διότι ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 άρθρου 559 προϋποθέτει εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του ως αβάσιμος, εφόσον τέτοιο αίτημα επιδίκασης των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ενάγοντος έχει υποβληθεί από την εναγόμενη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του εφετήριου και των προτάσεών της εφεσιβλήτου.

Συνεπώς, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2021 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡEYΟYΣA Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ