Legislator Case Law & Legislation
1964/2018 AI generated

1964/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1964/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1964/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του ΠΚ όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα από την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία καταδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος.

Keywords

AI generated
overpaid insurance benefits counterfeiting official revenue stamps fraudulent insurance claim legal expenses insurance professional misconduct copyright remuneration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1964 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1964/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 29347/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγων τον "...", ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα και ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ….42/29-1-2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/18.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση υπ' αριθμ. πρωτ. ..42/29.1.2018 αίτηση -δήλωση της κατηγορουμένης Ε. Ζ. του Κ. η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29.1.2018 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29347/6.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών, ανασταλείσα επί τριετία για την αξιόποινη Πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ όπως η περ. γ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, όπως το ποσό των 25.000.000 δραχμών αναπροσαρμόσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001 με την οποία προβλέπεται μετατροπή των δραχμών σε ευρώ "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται:

α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ)..." Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσες στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατ' άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής απαιτείται:

α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά τη βούληση του, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

α' του ΠΚ όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα από την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία καταδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος.

Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.

Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψης και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μία άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο όμως δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που ο υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας αλλά υπάρχει και εκεί που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto", αρμοδιότητα, το πράγμα όμως αποδίδεται σ' αυτόν ως υπάλληλο (ΑΠ 1578/2013).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 98 του Ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων) "ο Συμβολαιογράφος είναι άμισθος δικαστικός λειτουργός" και υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ταμείου Νομικών (άρθρο 7 παρ. 1 εδάφ. Α' και περ. β' κώδικα περί Ταμείου Νομικών ο οποίος κυρώθηκε με το ΝΔ 4114/1960). Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του ΝΔ 4114/1960 "1.

Οι πόροι του Ταμείου Νομικών(ΤΑΝ) αποτελούνται ... 1στ)γγ) Εκ καταβολής ποσοστού 5% (και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 1090/1980 9%) εκ των κατά τας κειμένας διατάξεις παρά των συμβολαιογράφων επί παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου εισπραττομένων αναλογικών δικαιωμάτων". Τα εν λόγω αναλογικά δικαιώματα των συμβολαιογράφων τα οποία προέρχονται από την εκ μέρους τους σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων αποδίδονται στο Ταμείο του οικείου συμβολαιογραφικού συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με το νόμο, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι εισφορές υπέρ του Ταμείου Νομικών (ΤΑΝ) που βαρύνουν τον συμβολαιογράφο.

Η παρακράτηση από τον συμβολαιογράφο των ανωτέρω αναλογικών δικαιωμάτων τιμωρείται (άρθρο 119 παρ.4 Ν.2830/2000) σύμφωνα με τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1578/2013).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση ίων διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακόπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.[Α.11.51/2017Λ.Π.384/2017, Α.Π. 584/2015, Α.Π. 415/2014].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά εχει εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟΛ.

ΑΠ 2/2011, Α.Π. 608/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, όσα δήλωσε ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης για λογαριασμό της, σε συνδυασμό και με την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, στην …, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριου του έτους 2010 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, τα οποία έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητας της.

Πλέον συγκεκριμένα, από τη συνεκτίμηση των προπαρατιθέμενων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, στον ως άνω τόπο και κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ως συμβολαιογράφος …., αν και προέβη στη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων, για τις οποίες όφειλε να αποδώσει στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑ.Ν.) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), τα αντίστοιχα ασφαλιστικά δικαιώματα της συνολικού ποσού 6.706,42 ευρώ, ήτοι ποσοστό 9% επί των εισπραχθέντων από την ίδια αναλογικών δικαιωμάτων επί παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο είχε προηγουμένως εισπράξει κατά τη σύνταξη μιας εκάστης εκ των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων, για λογαριασμό του ως άνω Ταμείου, εντούτοις δεν τα απέδωσε στο εν λόγω ταμείο, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, ως υπόλογος έναντι αυτού σύμφωνα με το βδ 6/11.9.1939 και το άρθρο 6 της ΚΥΑ 16188, ιδιοποιούμενη έτσι αυτά παρανόμως.

Σημειωτέον, δε ότι ο προβληθείς από την κατηγορουμένη αρνητικός ισχυρισμός ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. ιστ' του νδ 4114/1960 εισφορές των συμβολαιογράφων επί των εισπραττόμενων από αυτούς αναλογικών δικαιωμάτων, ποσοστού 9% προς το Ε.Τ.Α.Α. δεν αποτελούν χρήματα του εν λόγω Ταμείου, αλλά χρήματα τα οποία, αφού περιέλθουν στους ίδιους κατά κυριότητα, οφείλουν απλώς να τα καταβάλουν ακολούθως στο ίδιο ταμείο, με συνέπεια να μην υφίσταται περίπτωση υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, είναι αβάσιμος αφού, κατά τη σαφή διατύπωση του εν λόγω νόμου, οι επίμαχες εισφορές αποτελούν πόρους του Ταμείου.

Μετά ταύτα, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη για την οποία κατηγορείται, αναγνωριζομένου, ωστόσο, στο πρόσωπο της του αναγνωρισθέντος και πρωτοδίκως ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ 2 στοιχ δ' του ΠΚ". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα του ότι: "Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Φεβρουάριο του έτους 2010 έως και μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως υπάλληλος ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, που τα έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητας της και ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως συμβολαιογράφος …, αν και προέβη στη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων για τις οποίες όφειλε να αποδώσει στο Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν).

του Εννιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) τα αντίστοιχα ασφαλιστικά δικαιώματα συνολικού ποσού [6706,42] ευρώ, δηλαδή ποσοστό 9% επί των εισπραχθέντων από αυτήν αναλογικών δικαιωμάτων επί παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο είχε προηγουμένως εισπράξει κατά την σύνταξη μίας έκαστης εκ των ανωτέρω αναφερόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων, για λογαριασμό του ως άνω Ταμείου, εντούτοις δεν τα απέδωσε ως όφειλε στο εν λόγω ταμείο, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, ως υπόλογος έναντι αυτού σύμφωνα με το Β.Δ. 6/11-9-1939 και το άρθρο 6 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 16188, ιδιοποιούμενη έτσι αυτά παρανόμως." Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 375 και 258 περ.

α' του ΠΚ για πλημμεληματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία με συνολική ζημία 6.706,42 ευρώ, διότι κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου γενόμενα δεκτά, η αναιρεσείουσα ως συμβολαιογράφος, δεν απέδωσε στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών (TAN) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) ποσοστό 9% επί των εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων των αναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων τις οποίες ως συμβολαιογράφος κατήρτισε κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Φεβρουαρίου του 2010 έως και μηνός Δεκεμβρίου του 2011, συνολικού ποσού 6.706,42 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε παρανόμως στην περιουσία της| Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του Κ.Ποιν.Δ που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δεν συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα παρακρατηθέντα και μη αποδοθέντα ποσά αποτελούν πόρους του ταμείου Συμβολαιογράφων και όχι ενός εκάστου των μερών αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε και την απαιτούμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 375 και 258 περ.

α' του Π.Κ. Η ειδικότερη αιτίαση ότι το άνω συνολικό ποσό των 6.706,42 ευρώ, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν αποδοτέο στον άνω Τομέα Ασφάλισης Νομικών (TAN), του Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), δεν ήταν ξένα προς την αναιρεσείουσα, αλλά μεταβιβάστηκε σ' αυτήν κατά κυριότητα εκ μέρους των συμβαλλομένων και αποτελούσε τμήμα της συνολικής αμοιβής της, και ότι από το λόγο αυτό δεν συγκροτείται κατά τούτο υπεξαίρεση στην υπηρεσία, δεν είναι βάσιμη, διότι το ποσό των 6.706,42 ευρώ που αντιστοιχεί σε ποσοστό 9% επί των εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων υπεξαιρέθηκε σε βάρος του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (TAN) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), διότι παρακρατήθηκε από τα εισπραχθέντα αναλογικά δικαιώματα (για την ασφαλιστική της κάλυψη) ως πόρο του εν λόγω Ταμείου και περιήλθε στην αναιρεσείουσα υπό την ιδιότητα της, ως συμβολαιογράφου, παρακρατήθηκε, όμως από αυτήν όχι ως μέρος της συνολικής αμοιβής της, αλλά ευθέως για λογαριασμού του άνω Ταμείου και κατόπιν υπεξαιρέθηκε από αυτήν.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παρέστη (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, την από 29.1.2018 (αρ. πρωτ. 1042/2018) αίτηση της Ε. Ζ. του Κ. για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 29347/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ, την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ