1964/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). προκύπτουν τα ακόλουθα: με την από 23-7-1994 αγωγή αναιρεσίβλητου, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, κατά της αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου Ε. Φ. ιστορούσε ότι, με υπόδειξη και κατόπιν ενεργειών της αναιρεσείουσας μέσω των υπαλλήλων της, στο υποκατάστημά της στην ..., είχε αγοράσει έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, αξίας 50.000.000 δρχ.
Legislator headnote
AI generated1964/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που έληγαν στις 31-12-1992 και αξίας 10.300.000 δρχ. που έληγαν στις 31-12-1993. Όλα τα γραμμάτια ανωτέρω γραμμάτια ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, είχε παρακαταθέσει προς φύλαξη στην αναιρεσείουσα στο ως άνω υποκατάστημά της, και καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως Ε.Γ.Ε.Δ. που αυτή διατηρούσε, η ανάληψη δε αυτών θα γινόταν με αντίστοιχη υπογραφή του δικαιούχου επί του ειδικού βιβλίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1964 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1964/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Μιχαήλ Αυγουλέα και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", όπως αυτή εξομοιώθηκε λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση με την καθολική διάδοχο ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Δουβή και Ιωάννη Χατζηαντωνίου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουλίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/1996 μη οριστική, 67/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 219/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1328/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (219/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Δωδεκανήσου εξέδωσε την 112/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 29 Αυγούστου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-8-2012 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 112/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). προκύπτουν τα ακόλουθα: με την από 23-7-1994 αγωγή αναιρεσίβλητου, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, κατά της αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου Ε. Φ. ιστορούσε ότι, με υπόδειξη και κατόπιν ενεργειών της αναιρεσείουσας μέσω των υπαλλήλων της, στο υποκατάστημά της στην ..., είχε αγοράσει έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, αξίας 50.000.000 δρχ.
που έληγαν στις 31-12-1992 και αξίας 10.300.000 δρχ. που έληγαν στις 31-12-1993. Όλα τα γραμμάτια ανωτέρω γραμμάτια ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, είχε παρακαταθέσει προς φύλαξη στην αναιρεσείουσα στο ως άνω υποκατάστημά της, και καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως Ε.Γ.Ε.Δ. που αυτή διατηρούσε, η ανάληψη δε αυτών θα γινόταν με αντίστοιχη υπογραφή του δικαιούχου επί του ειδικού βιβλίου.
Ότι στις 26-11-1992, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος και συγκεκριμένα ταμίας της πρώτης εναγόμενης, εκμεταλλευόμενος τη θέση του στην τράπεζα, καθώς και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί κατά το παρελθόν, μεταξύ αυτού και του ενάγοντα, παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει όλο το ανωτέρω ποσό του κεφαλαίου του με επωφελείς γι' αυτόν όρους και συγκεκριμένα με επιτόκιο 45% ετησίως στην Τράπεζα Πίστεως και ότι αυτή θα εξέδιδε σε διαταγή του ενάγοντα και προς εξασφάλισή του αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.
Ότι ο ενάγων, λόγω της απειρίας του στις τραπεζικές συναλλαγές, αλλά και της εμπιστοσύνης του στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου, με τον οποίο πραγματοποιούσε μέχρι τότε τις περισσότερες από τις συναλλαγές του στο ανωτέρω υποκατάστημα, καθότι αυτός ήταν χρόνια υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης, πείσθηκε να υπογράψει, λόγω των ανωτέρω διαβεβαιώσεων, διάφορα έγγραφα που του έδωσε ο 2ος εναγόμενος, τα οποία εμφάνισε ως δήθεν νομιμοποιητικά για την πραγματοποίηση της ανωτέρω συναλλαγής.
Ότι ο ενάγων πείσθηκε να υπογράψει αυθημερόν στο ως άνω βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως των Ε.Γ.Ε.Δ. ήτοι στις 26-11-1992, μια φορά ενιαία δίπλα από τα αναφερόμενα στην αγωγή έντοκα γραμμάτια, χωρίς όμως να αντιληφθεί ότι η υπογραφή του είχε την έννοια της παραλαβής των αντίστοιχων γραμματίων. Εξάλλου υπέγραψε αυθημερόν και μια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, η οποία ήταν ασυμπλήρωτη ως προς το περιεχόμενο και την ημερομηνία.
Ότι στη συνέχεια, ο δεύτερος εναγόμενος έχοντας πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο του υποκαταστήματος, εντός του οποίου φυλάσσονταν το ανωτέρω βιβλίο και παρόλο που αυτό τηρούνταν αποκλειστικά από το διευθυντή του υποκαταστήματος, επέτυχε να το πάρει στην κατοχή του και να πλαστογραφήσει την υπογραφή του ενάγοντα, θέτοντας αυτή σε άλλα δύο σημεία του ως άνω βιβλίου, στα οποία είχαν καταγραφεί τα υπόλοιπα, ως άνω, Ε.Γ.Ε.Δ., ενώ παράλληλα έθεσε ως ημερομηνία δίπλα από κάθε υπογραφή την 26-11-1992.
Ότι ο 2ος εναγόμενος, συμπλήρωσε και την ως άνω λευκή, κατά περιεχόμενο και ημερομηνία, υπεύθυνη δήλωση, στην οποία είχε υπογράψει ο ενάγων, αναφέροντας σ' αυτήν ως περιεχόμενο ότι ο ενάγων του παρέδωσε όλα τα προαναφερόμενα Ε.Γ.Ε.Δ. προκειμένου να προεξοφλήσει και να διαχειριστεί αυτά, έθεσε δε ως ημερομηνία σ' αυτήν την 1η-10-1992.
Ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε αφαιρέσει προγενέστερα της 26ης-11-1992 από την κατοχή της πρώτης εναγόμενης και είχε ιδιοποιηθεί τα επίδικα Ε-Γ-Ε-Δ. ορισμένα από τα οποία είχε προεξοφλήσει και εισπράξει είτε ο ίδιος, είτε μέσω τρίτων των προσώπων, όπως ειδικότερα στις 10-11-1992 που ο ανωτέρω είχε ήδη λάβει στην κατοχή του και προεξοφλήσει τα υπ' αριθ. ...
συνολικής ονομαστικής αξίας 10.000.000 δραχμών και στις 25-11-1992 που ο πατέρας του είχε ήδη προεξοφλήσει αντίστοιχα τα υπ' αριθ. ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. Ότι ο ενάγων κανένα από τα επίδικα γραμμάτια δεν είχε παραλάβει από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης και κανένα από αυτά δεν είχε ο ίδιος προεξοφλήσει και εισπράξει την αξία τους.
Με την εκδοχή δε ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως θεματοφύλακας και επικουρικά αδικοπρακτικά με βάση τις διατάξεις για την πρόστηση, εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος, ως υπάλληλος αυτής, τελούσε υπό τις οδηγίες και διαταγές της, κατά το χρόνο εκείνο και η πράξη του τελέστηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του ζήτησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη (για την οποία και μόνο ερευνάται η υπόθεση) να του καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 60.300.000 δρχ.
τότε, και ήδη 176.962,58 ευρώ, νομιμοτόκως. Το Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθ. 219/2006 οριστική απόφασή του δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που είχε δεχθεί την αγωγή αυτή την οποία αφού εξαφάνισε, μόνο ως προς την εκκαλούσα αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ' ουσία ως προς την αναιρεσίβλητη με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές: "Ο ενάγων από το 1980 περίπου ήταν καταθέτης διαφόρων χρηματικών ποσών, βάσει συμβάσεων ανώμαλης παρακαταθήκης (αρθρο 830 εδ.
α ΑΚ) στα υποκαταστήματα της πρώτης εναγόμενης Τράπεζας στη Ρόδο και συγκεκριμένα αρχικά στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, εν συνεχεία επί της οδού ... στην πόλη της Ρόδου και από το έτος 1986 στο ιδρυθέν νέο υποκατάστημα της στην Ιαλυσό. Λόγω της μακρόχρονης συναλλαγής του με τα ανωτέρω υποκαταστήματα της πρώτης εναγόμενης Τράπεζας, γνώριζε χωρίς να έχει ιδιαίτερες σχέσεις μαζί τους, διάφορους υπαλλήλους της, που ετύγχανον της απολύτου εμπιστοσύνης του, μεταξύ των οποίων και τον δεύτερο εναγόμενο που υπηρετούσε αρχικά στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Παλιά Πόλη της Ρόδου και από το 1986, που - ιδρύθηκε το νέο υποκατάστημα της τελευταίας στην ..., μετακινήθηκε στο υποκατάστημα Ιαλυσού.
Μετά ατό σύσταση υπαλλήλων της πρώτης εναγόμενης του υποκαταστήματος της στην Ιαλυσό, ο ενάγων συνήνεσε όπως με το σκοπό επωφελέστερης απόδοσης των καταθέσεων του που είχε σ' αυτήν, αγορασθούν έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, και έτσι με συμψηφισμούς με χρήματα από το βιβλιάριο του καταθέσεων αγοράσθηκαν από το εν λόγω υποκατάστημα Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης για λογαριασμό του ετήσια έντοκα ανώνυμα γραμμάτια στον κομιστή του Ελληνικού Δημοσίου έκδοσης 31-12-1991 και λήξης 31-12-1992 συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 δραχμών και έκδοσης 30-9-1992 και λήξης 30-9-1993 συνολικής ονομαστικής αξίας 10.300.000 δραχμών.
Ειδικότερα αγοράστηκαν...(ακολουθεί εξειδίκευση των γραμματίων, κατ' αριθμό και ποσό)...Αρμόδιος για την αγορά εντόκων γραμματίων από το υποκατάστημα Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης, ήταν μόνο διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος. Για να κάποιος έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου έκανε αίτηση στο διευθυντή, γινόταν η προεγγραφή, κατατίθεντο τα χρήματα, γινόταν αυθημερόν η παραγγελία και σε διάστημα 40 ημερών περίπου, έρχονταν τα έντοκα γραμμάτια στον κομιστή ανώνυμα. 'Οταν έρχονταν τα γραμμάτια ο διευθυντής ειδοποιούσε τον πελάτη αγοραστή για παραλαβή.
Ο πελάτης πήγαινε στο ως άνω υποκατάστημα, της πρώτης εναγομένης και τα παραλάμβανε ή τα άφηνε στην Τράπεζα προς φύλαξη. Στην περίπτωση που τα γραμμάτια τα κρατούσε η Τράπεζα προς φύλαξη, ο διευθυντής τα καταχωρούσε σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο αναγράφοντο το ονοματεπώνυμο του αγοραστή, οι αριθμοί των γραμματίων, η ονομαστική αξία εκάστου γραμματίου, ημερομηνία έκδοσης και ημερομηνία λήξης, το οποίο βιβλίο εφυλάσσετο με ευθύνη του διευθυντή στο χρηματοκιβώτιο του υποκαταστήματος αυτού.
Το κλειδί του χρηματοκιβωτίου το είχαν μόνο ο διευθυντής και ο κεντρικός ταμίας του υποκαταστήματος. Διευθυντής του συγκεκριμένου υποκαταστήματος Ιαλυσού ήταν από της ίδρυσης του 1986 μέχρι και το Μάρτιο 1992 ο Κ. Σ. του Ι., και από τον Απρίλιο 1992 μέχρι Σεπτέμβριο 1998 ο Π. Ε. του Ρ. και κεντρικός ταμίας ήταν ο Ι.
Σ. Τα έντοκα ανώνυμα αυτά γραμμάτια στον κομιστή, μπορούσε να τα πάρει και πριν τη λήξη τους ο αγοραστής δικαιούχος, ανά πάσα στιγμή που θα τα ζητούσε ο ίδιος η αντιπρόσωπος του με ειδική εξουσιοδότηση. Ο ενάγων τα προαναφερόμενα έντοκα γραμμάτια που αγόρασε, τα άφησε προς φύλαξη στο ανωτέρω υποκατάστημα Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης.
Ο δεύτερος εναγόμενος υπηρετούσε στο παραπάνω υποκατάστημα Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης, ως απλός ταμίας στο Τ. Ρ ταμείο ασχολούμενος μόνο ταμειακές συναλλαγές, δηλαδή καταθέσεις-αναλήψεις και ως εκ της θέσης του αυτής, ποτέ δεν είχε αναλάβει τη διαχείριση των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, των οποίων γραμματίων τη διαχείριση είχε πάντοτε αποκλειστικά και μόνο ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
Την 26-11-1992 ο δεύτερος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη σχέση της απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί από το παρελθόν μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, παρέστησε ψευδώς στον τελευταίο ότι, λόγω του ποσού της επένδυσης του, είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί "πακέτο" το σύνολο των καταθέσεών του με το οποίο ήδη είχε αγοράσει έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, με επωφελέστερη απόδοση και συγκεκριμένα με επιτόκιο 45% ετησίως σε άλλη Τράπεζα και δη στην Τράπεζα Πίστεως, η οποία προς εξασφάλισή του θα εξέδιδε εις διαταγή του αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.
Ο ενάγων λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης του που είχε από το παρελθόν στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου, με τον οποίο πραγματοποιούσε μέχρι τότε τις περισσότερες από τις συναλλαγές του κατάθεσης και ανάληψης διαφόρων χρηματικών ποσών, πείσθηκε και αυθημερόν ο ίδιος, ζήτησε και παρέλαβε από τον Ν. Κ., που αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα τότε λόγω κανονικής άδειας διευθυντή Π.
Ε. του Ρ., του υποκαταστήματος Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης, τα παρακάτω έντοκα γραμμάτια υπ' αριθ. ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δρχ. έκαστο), ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δρχ. έκαστο) και ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δρχ.
έκαστο), τα οποία γραμμάτια ο ίδιος ο ενάγων τα παρέδωσε στο δεύτερο εναγόμενο. Την ίδια ημέρα 26-11-1992 ο ενάγων πείσθηκε και υπέγραψε έγγραφο που του έδωσε ο δεύτερος εναγόμενος, το οποίο εμφάνισε ως δήθεν νομιμοποιητικό για την πραγματοποίηση της παραπάνω επένδυσης. Συγκεκριμένα υπέδειξε στον ενάγοντα να υπογράφει υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/1986 που ήταν ασυμπλήρωτη κατά το κείμενό της και απέσπασε την υπογραφή του, λέγοντας του ότι θα συμπληρωθεί από την Τράπεζα Πίστεως, όπου θα επένδυε "πακέτο" το χρηματικό ποσό των καταθέσεων του, που ήδη είχε επενδύσει, με την αγορά των παραπάνω εντόκων γραμματίων, ενώ στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε ο ενάγων εν λευκώ, ανέγραψε ο δεύτερος εναγόμενος ότι ο ενάγων του παρέδωσε την 1-10-1992 όλα τα πιο πάνω έντοκα γραμμάτια, που είχε αγοράσει συνολικά ονομαστικής αξίας 60.300.000 δραχμών, προκειμένου αυτός (δεύτερος εναγόμενος) να τα προεξοφλήσει και το εισπραττόμενο χρηματικό ποσό να το διαχειριστεί αυτός, καταβάλλοντάς του, 45% επί της ονομαστικής αξίας των εντόκων γραμματίων, με εξασφάλιση παραδίδοντας του επιταγές έκδοσης του.
Σε εκτέλεση δε της ως άνω συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου, ο τελευταίος την ίδια ημέρα 26-11¬-1992 παρέδωσε στον πρώτο έξι μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πίστεως, συνολικού ποσού 95.000.000 δραχμών, έκδοσης του ίδιου, εις διαταγήν του ενάγοντος. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ' αριθ. ...
και ... ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δυο 31-12-1993, τις υπ' αριθ. ... και ... ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δυο 31-12-1994 και της υπ' αριθ. ... και ... ποσού 25.000.000 δρχ. εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δύο 31-12-1994 εις χρέωση του υπ' αριθ. ...
προσωπικού λογαριασμού του. που διατηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως Ρόδου. Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος προέβη στην προεξόφληση όλων των αγορασθέντων ως άνω εντόκων γραμματίων του ενάγοντος είτε ο ίδιος είτε δι' άλλων δικών του προσώπων, εισπράττοντας το αντίστοιχο προς αυτά ποσό, το οποίο δεν επένδυσε στην Τράπεζα Πίστεως, ούτε απέδωσε στον ενάγοντα.
Το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενάγων) είχε πεισθεί από τις αληθείς παραστάσεις του δευτέρου εναγόμενου των προαναφερομένων γεγονότων, περί επωφελέστερης επένδυσης των χρημάτων των καταθέσεων του, πού είχε ήδη επενδύσει με την αγορά των εντόκων γραμματίων σε άλλη Τράπεζα, και δη στην Τράπεζα Πίστεως με επιτόκιο 45% ετησίως, προκύπτει και από την ενέργεια του ιδίου (ενάγοντος), που τις δύο από τις πιο πάνω επιταγές που έφεραν ημερομηνία 31-12-1993 ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη τις εμφάνισε ο ίδιος στο υποκατάστημα Ρόδου της πληρώτριας Τράπεζας Πίστεως προς εξόφληση τους την 10-1-1994, οι οποίες ήταν ακάλυπτες και σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως αυτό προκύπτει από τα σώματα των δύο αυτών επιταγών σε φωτοαντίγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη εναγομένη Τράπεζα.
Μετά απ' αυτά, αφού η προδιαληφθείσα ζημιογόνος συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου (Ε. Φ.), εις βάρος του ενάγοντος δεν απέρρευσε από αιτία σχετική προς την ανατεθείσα σ' αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) υπηρεσία από την πρώτη εναγομένη Εμπορική Τράπεζα του απλού ταμία στο υποκατάστημα της Ιαλυσού Ρόδου, ούτε εξ αφορμής της ως άνω υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτόν, αλλά απέρρευσε από τη φιλική και εξωτραπεζική μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου συναλλαγή, που αφορούσε την επωφελέστερη, "πακέτο" απόδοση των χρημάτων των καταθέσεων του ενάγοντος, που ήδη είχε επενδύσει με την αγορά των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου συνολικής ονομαστικής αξίας 60.300.000 δραχμών, σε άλλη τράπεζα και δη στην Τράπεζα Πίστεως με επιτόκιο 45% ετησίως, η πρώτη εναγομένη δεν ευθύνεται, για την όποια ζημία υπέστη ο ενάγων από την προπεριγραφόμενη εξωτραπεζική ζημιογόνο συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, γι' αυτό η αγωγή ως προς αυτή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή γι' αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσίβλητος την από 31-10-2006 αίτηση αναιρέσεως. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η 1328/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Η τελευταία πιο πάνω απόφαση δέχθηκε τα εξής: "...Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πιο πάνω βασικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι: "Η απώλεια της κατοχής των ένδικων εντόκων γραμματίων από το χώρο της φύλαξής τους στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης είχε συντελεσθεί πριν από 26-11-1992, που φέρεται ότι καταρτίσθηκε η πιο πάνω ιδιωτική εξωτραπεζική συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης δεύτερου αρχικά εναγομένου, ο οποίος αφού πλαστογράφησε τις δύο από τις τρεις υπογραφές του αναιρεσείοντος στο βιβλίο κινήσεως της αναιρεσίβλητης και έθεσε ως ψευδή χρονολογία αναλήψεως των ένδικων εντόκων γραμματίων, την 26-11-1992 προεξόφλησε από τα πιο πάνω ένδικα έντοκα γραμμάτια στις 10-11-1992 στην Τράπεζα Πίστεως τρία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 12.000.000 δρχ.
και στις 25-11-1992 δύο έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 2.000.000 δρχ.". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις πιο πάνω παραδοχές της για να καταλήξει στο αποδεικτικό του απορριπτικό πόρισμα για την άμεση σχέση μεταξύ της εξωτραπεζικής συναλλαγής και της απώλειας των έντοκων γραμματίων του αναιρεσείοντος συνέδεσε αποκλειστικά τη λήξη της σύμβασης παρακαταθήκης των ένδικων έντοκων γραμματίων με την κατάρτιση στις 26-11-1992 της πιο πάνω συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, και έθεσε ως αφετήριο χρονικό σημείο για τις εκ μέρους του ίδιου υπαλλήλου ή συνεργατών του μεταγενέστερες προεξοφλήσεις των ένδικων έντοκων γραμματίων την ίδια χρονολογία της 26-11-1992.
Με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασής του όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αναφερόμενα ως "πράγματα" στην αγωγή του αναιρεσείοντος κρίσιμα γεγονότα των συγκεκριμένων κατά χρόνο δύο προεξοφλήσεων των έντοκων γραμματίων, πριν από την 26-11-1992 αλλά και την πλαστογράφηση - νόθευση του βιβλίου κινήσεως του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, καθόσον αφορά την δήθεν υπογραφή του αναιρεσείοντος ως αναλαβόντος κατά τη δήθεν χρονολογία της 26-11-1992, που δεν αντέκρουσε (το Εφετείο) σαφώς εκ των πραγμάτων ούτε με τις υπόλοιπες παραδοχές του, και ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος".
Στη συνέχεια με την απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος αναίρεσε στο σύνολό της την τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε προς νέα εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Το Εφετείο Δωδεκανήσου, με την 112/2012 απόφασή του, έκρινε ότι η προηγούμενη απόφασή του είχε αναιρεθεί στο σύνολό της και στη συνέχεια αφού ερεύνησε την αγωγή, την δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο των 176.962,58 ευρώ (57.383.435 δρχ.).
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν δέχτηκε, παρά το νόμο, τη μη ύπαρξη δεδικασμένου και δεν υπέπεσε, στην από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, η οποία του αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, αφού όπως προαναφέρθηκε η προηγούμενη απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και όχι μόνο, όσον αφορά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τα έντοκα γραμμάτια αξίας 12.000.000 δρχ.
που προεξοφλήθηκαν πριν από τις 26-11-1992. Περί αυτών είναι σαφής η διατύπωση, στην 1328/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως το περιεχόμενο της πιο πάνω αναλυτικά αναφέρεται, για το ότι τα Εφετείο, με την προηγούμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν αφαιρεθεί από τον υπάλληλό της, το σύνολο των εντόκων γραμματίων που είχε στο χρηματοκιβώτιό της η αναιρεσείουσα, ως θεματοφύλακας, από τα οποία, μέχρι την ημερομηνία αυτή ο τελευταίος είχε προεξοφλήσει μέρος μόνο αυτών.
Επομένως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 822, 823, 827, 829, 830, 330, 333 και 335 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο ένας από τους συμβαλλομένους (θεματοφύλακας) παραλαμβάνει από τον άλλο (παρακαταθέτη) κινητό πράγμα με την υποχρέωση να το φυλάει και να του το αποδώσει, όταν το ζητήσει, στον τόπο που έχει συμφωνηθεί.
Αν ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να παραδώσει αυτούσιο το πράγμα που παρέλαβε για φύλαξη, έχει, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, την υποχρέωση να αποζημιώσει τον παρακαταθέτη, καταβάλλοντος την αξία του πράγματος, επερχόμένης αλλοιώσεως του αντικειμένου της ενοχής, χωρίς να αποκλείεται και η υποχρέωση του προς αποζημίωση του τελευταίου και για κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο παρακαταθέτης ζητεί αποζημίωση, για το λόγο ότι ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να του αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, για τη θεμελίωση της αγωγής του πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει τη σύμβαση παρακαταθήκης και την αξία του πράγματος, όχι όμως και την υπαιτιότητα του θεματοφύλακα για την αδυναμία του προς αυτούσια απόδοση του πράγματος.
Ο τελευταίος, για να απαλλαγεί της σχετικής υποχρεώσεως του προς αποζημίωση, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 336 του ΑΚ, ότι δηλαδή η αδυναμία απόδοσης του πράγματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Την ίδια ως άνω ευθύνη έχει ο θεματοφύλακας και στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε να ιδιοποιηθεί το κατατεθέν πράγμα.
Τούτο διότι, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος του θεματοφύλακα, η εναντίον του, όμως, ενοχική αξίωση του καταθέτη παραμένει άθικτη. Περαιτέρω, καθόσον αφορά το μέτρο της ευθύνης του θεματοφύλακα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 330 και 332 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 822 και 823 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν για τη φύλαξη του πράγματος συμφωνήθηκε αμοιβή, αυτός (θεματοφύλακας) ευθύνεται για κάθε πταίσμα του ιδίου αλλά και των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, αποκλεισμός δε της ευθύνης του αυτής για πταίσμα του οφειλόμενο σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του με συμφωνία από πριν δεν επιτρέπεται και η σχετική συμφωνία είναι άκυρη (άρθρο 332 εδ.
α" ΑΚ). Περίπτωση ευθύνης του θεματοφύλακα για αθέτηση της υποχρέωσης του για φύλαξη από βαρεία αμέλεια του, ορισμός της οποίας δεν δίδεται από υφιστάμενη διάταξη, συντρέχει κάθε φορά που η αθέτηση της υποχρέωσης του αυτής συνιστά εκτροπή ιδιαίτερα μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή της απαιτούμενης από τους κανόνες των συναλλαγών επιμέλειας (ΑΠ 92/2005, 189/2002, 1346/1989).
Παράλληλα, όμως, αν ο παρακαταθέτης είναι και κύριος του πράγματος, που δίδεται για παρακαταθήκη και ο θεματοφύλακας, από αμέλεια, βλάψει το πράγμα, που παρακατατέθηκε, ή απωλέσει τούτο, τότε η ευθύνη του θεμελιώνεται και στο άρθρο 914 ΑΚ, δηλ. πρόκειται περί συρροής αξιώσεων. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι για τη γέννηση ευθύνης από αδικοπραξία, προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να υπάρχει:
α) ανθρώπινη συμπεριφορά παράνομη και υπαίτιο, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιζήμιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου, Από τις διατάξεις αυτές, ενόψει και των ορισμών των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι, παράνομη είναι κάθε, χωρίς δικαίωμα, συντελούμενη προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου, που προστατεύονται από το νόμο.
Η εν λόγω παράνομη συμπεριφορά έναντι του άλλου, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι ήταν υποχρεούμενος σε θετική πράξη αντίστοιχης παρεμπόδισης από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή οπό την αρχή, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία αρχή, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιο άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού (προστηθέντος), της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεως του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.
Τέλος, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του.
3. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ακόμη, ο λόγος αυτός (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται, όταναν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει την καθιέρωση αντίστοιχου αναιρετικού λόγου.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση τι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: " Ο ενάγων ήταν από πολλών ετών πελάτης της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, αρχικά στο κατάστημα της Παλαιάς Πόλης της Ρόδου και μεταγενέστερα σε αυτό της Ιαλυσού, όπου ο δεύτερος εναγόμενος υπηρετούσε ως υπάλληλός της.
Με σκοπό την επωφελέστερη απόδοση των καταθέσεών του στην πρώτη εναγόμενη, ο ενάγων συναίνεσε και αγοράστηκαν από αυτήν για λογαριασμό του Έντοκα Γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) και έτσι κατέστη κύριος των με αριθμ. ... έως ... έως ..., ... έως ..., ... έως ... και ... έως ... ΕΓΕΔ έκδοσης της Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 δραχμών με έκδοση την 31-12-1991 και λήξη την 31-12-1992, καθώς και τα με αριθμούς ...
έως ..., ... έως ... έως ... και ... ΕΓΕΔ συνολικής ονομαστικής αξίας 10.300.000 δραχμών, έκδοσης την 30-09-1992 και λήξης την 30-09-1993, τα οποία ο ενάγων τα παρακατέθεσε προς φύλαξη στην πρώτη εναγόμενη Τράπεζα και μάλιστα στο υποκατάστημα της Ιαλυσού, καταχωρήθηκαν δε αυτά στο ειδικό βιβλίο αγοραστών και παράδοσης ΕΓΕΔ που αυτή διατηρούσε και το οποίο φυλασσόταν με αποκλειστική ευθύνη του Διευθυντή του καταστήματος στο χρηματοκιβώτιο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν ταμίας της πρώτης εναγομένης στο κατάστημα της Ιαλυσού, όπου εφυλάσσοντο τα ανωτέρω ΕΓΕΔ του ενάγοντος, εκμεταλευόμενος την θέση του στην Τράπεζα, καθώς και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί κατά το παρελθόν μεταξύ αυτού και του ενάγοντα, παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει όλο το ανωτέρω ποσό του κεφαλαίου του με επωφελείς γι' αυτόν όρους και συγκεκριμένα με επιτόκιο 45% ετησίως στην Τράπεζα Πειραιώς και ότι αυτή θα εξέδιδε σε διαταγή του ενάγοντος και προς εξασφάλισή του αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.
Ο ενάγων λόγω της απειρίας του στις τραπεζικές συναλλαγές και την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου με τον οποίο πραγματοποιούσε μέχρι τότε τις περισσότερες από τις συναλλαγές του στο ανωτέρω κατάστημα, πείσθηκε να υπογράψει λόγω των ανωτέρω διαβεβαιώσεων διάφορα έγγραφα που του έδινε ο δεύτερος εναγόμενος, τα οποία εμφάνισε ως δήθεν νομιμοποιητικά έγραφα για την πραγματοποίηση της ανωτέρω συναλλαγής.
Ειδικότερα ο ενάγων πείσθηκε να υπογράψει αυθημερόν, ήτοι 26-11-1992 στο ως άνω βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως των ΕΓΕΔ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ήταν της αποκλειστικής ευθύνης του Διευθυντή του καταστήματος και φυλασσόταν στο χρηματοκιβώτιο, στο οποίο όμως είχε πρόσβαση ο δεύτερος εναγόμενος, αφού ως ταμίας είχε χρήματα σε αυτό από τη λειτουργία του ταμείου του, δίπλα από τα με αριθμ. ...
έως ..., ... έως ... και ... έως ... ΕΓΕΔ, χωρίς όμως να αντιληφθεί ότι η υπογραφή του είχε την έννοια της παραλαβής των αντίστοιχων γραμματίων, ενώ έθεσε στις σελίδες 31¬12-1992 και 20-09-1992 του βιβλίου αυτού κατ7 απομίμηση την υπογραφή του δίπλα από τα αντιστοιχούντα σε κάθε υπογραφή και μνημονευόμενα στο ως άνω βιβλίο έντοκα γραμμάτια με ημερομηνία 26-11-1992 και ειδικότερα:
α) στα με αριθμούς ... έως ... συνολικής αξίας 4.00.000 δρχ. και ... έως ... συνολικής αξίας 40.000.000 δρχ. μία υπογραφή που περιλάμβανε τα ανωτέρω ΕΓΈΔ εν είδει αγκύλης και β) στα με αριθμ. ... έως ... συνολικής αξίας 300.000 δρχ., στα με αριθμ. ... έως ... συνολικής αξίας 3.000.000 δρχ., στα με αριθμ. ... έως ... συνολικής αξίας 2.000.000 δρχ.
και στο με αριθμ. ... αξίας 5.000.000 δρχ. μία υπογραφή περιλαμβάνουσα ως αγκύλη τα ανωτέρω ΕΓΈΔ. Εξάλλου ο ενάγων υπέγραψε αυθημερόν και μία υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, η οποία ήταν ασυμπλήρωτη ως προς το περιεχόμενο και την ημερομηνία, την οποία συμπλήρωσε ο δεύτερος εναγόμενος κατά το περιεχόμενο της αναφέροντας σε αυτήν ότι ο ενάγων του παρέδωσε όλα τα προαναφερόμενα ΕΓΕΔ προκειμένου να προεξοφλήσει και να διαχειριστεί αυτά, έθεσε δε ως ημερομηνία σε αυτήν την 1-10-1992.
Ο τελευταίος προέβη στις ανωτέρω ενέργειες προκειμένου να εμφανίσει ότι όλα τα επίδικα ΕΓΕΔ είχε παραλάβει και είχε παραδώσει σ' αυτόν ο ίδιος ο ενάγων, πράγμα όμως που ουδέποτε συνέβη, αφού αποδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε αφαιρέσει προγενέστερα από την κατοχή της πρώτης εναγομένης και είχε ήδη ιδιοποιηθεί τα επίδικα ΕΓΕΔ, κάποια από τα οποία είχε ήδη προεξοφλήσει και εισπράξει είτε ο ίδιος είτε μέσω τρίτων προσώπων πλην των με αριθμ. ..., ... , ...
ΕΓΈΔ συνολικής ονομαστικής αξίας 3.000.000 δραχμών, τα οποία προεξόφλησε ο ίδιος ο ενάγων στις 26-11-1992 στο κατάστημα Ιαλυσού της πρώτης εναγομένης, η οποία και του κατέβαλε το ποσό των 2.916.565 δραχμών ( βλ. την προσκομιζόμενη από 18-01-1994 επιστολή της πρώτης εναγομένης προς τον ενάγοντα σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 26-11-1992 ένταλμα πληρωμής της ίδιας προς τον ενάγοντα).
Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι στις 10-11-1992 ο δεύτερος εναγόμενος είχε ήδη λάβει στην κατοχή του και προεξοφλήσει ΕΓΕΔ του ενάγοντα συνολικής ονομαστικής αξίας 12.000.000 δραχμών (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμ. 505/27-05-1994 επιστολή της Τράπεζας Πίστεως) ενώ στις 25-11-1992 ο πατέρας αυτού είχε ήδη προεξοφλήσει αντίστοιχα ΕΓΕΔ συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (βλ.
την προσκομιζόμενη με αριθμ. 32/18-01-1994 επιστολή της πρώτης εναγομένης). Πλήρως λοιπόν αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω αποδειχθείσα υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, από την οποία ο δεύτερος εναγόμενος υπάλληλος της με αξιόποινες πράξεις αφαίρεσε τα ανωτέρω ΕΓΈΔ του ενάγοντος, πλην εκείνων τα οποία αποδείχθηκε ότι προεξόφλησε ο ίδιος, και όχι από εξωτραπεζική συναλλαγή μεταξύ του δεύτερου εναγόμενου και του ενάγοντος η πρώτη εναγομένη βρέθηκε σε αδυναμία να προβεί ως θεματοφύλακας στην απόδοση των ΕΓΕΔ αυτών στον ενάγοντα κατά τη λήξη της σύμβασης παρακαταθήκης με αποτέλεσμα ο ενάγων να ζημιωθεί το ποσό της ονομαστικής τους αξίας συνολικού ύψους 57.383.435 δραχμών (60.300.000-2.916.565) ή 168.403,30 ευρώ".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε εν όλω ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων. Στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση των 57.383.435 δρχ.
ή 168.403,30 ευρώ, ισόποση της αξίας των ΕΓΕΔ, τα οποία είχε αναλάβει να φυλάττει αυτή (αναιρεσείουσα) και υπεξαιρέθηκαν από τον υπάλληλό της Ε. Φ. Το Εφετείο, με το να δεχθεί, με τις πιο πάνω σκέψεις, την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 822, 823,827,829, 830, 330, 334, 335, 336, 914 και 922 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της ευθύνης, ως θεματοφύλακος της αναιρεσείουσας, με συνθήκες συνιστώσες αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, για την οποία, ως προστήσασα αυτούς, ευθύνεται και ή ίδια και συνακόλουθα δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του παρακαταθέτη αναιρεσίβλητου.
Με τις προεκτεθείσες δε, παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες αυτές, με σαφήνεια, προκύπτει ότι: 1) η αναιρεσείουσα ανέλαβε με σύμβαση παρακαταθήκης, να μεριμνά για τη φύλαξη των ΕΓΕΔ, που της είχε παραδώσει ο αναιρεσίβλητος, με παρεπόμενη υποχρέωση να παρεμποδίζει τρίτους να τα αφαιρέσουν, 2) για την τεκμαιρομένη υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, δια των αρμοδίων στη διαχείριση αυτών (ΕΓΕΔ) υπαλλήλων της, από την ατελή φύλαξη αυτών, από αδιαφορία για τα συμφέροντα του αναιρεσίβλητου, αφού επέτρεπαν σε άλλους αναρμόδιους, στην διαχείριση αυτών, συναδέλφους τους να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο χώρο της φύλαξής τους αλλά και να διαχειρίζονται και τα βιβλίο που ήταν καταχωρημένα, στο οποίο προέβαιναν σε εγγραφές, που αφορούσαν τα έντοκα γραμμάτια 3) για την συντρέχουσα ευθύνη της αναιρεσείουσας και με βάση τις από την αδικοπραξία διατάξεις, ως προστήσασας τον υπάλληλο Ε.
Φ., που αφαίρεσε παρανόμως τα ως άνω έντοκα γραμμάτια, ο οποίος έπραξε τούτο επ' ευκαιρία της υπηρεσίας και κατάχρηση αυτής, ενώ από τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως υπάρχει πράγματι εσωτερική συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος υπαλλήλου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, αφού αυτή δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, και ορθώς απέκλεισε ότι η ενέργεια αυτή ήταν προϊόν εξωτραπεζικής συναλλαγής, μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του ως άνω υπαλλήλου της.
Ο τελευταίος χρησιμοποίησε τη δυνατότητά του αυτή και ειδικότερα την ευχέρεια να έχει πρόσβαση στο χώρο φυλάξεως αυτών από όπου αφαίρεσε το μεγαλύτερο μέρος αυτών (αντίστοιχης αξίας 55.383.435 δρχ. από το σύνολο των 60.300.000 δρχ.) πολύ πριν από τις 26-11-1992. Οι παραπλανητικές και αξιόποινες ενέργειες του, την τελευταία ημερομηνία, εξαιτίας των οποίων εμφανίζεται ο αναιρεσίβλητος α) να παραλαμβάνει, μετά από υπογραφή του, καθ' υπόδειξη του υπαλλήλου αυτού (Ε.
Φ.) δήθεν, έξι από τα γραμμάτια, από τα οποία όμως του παραδόθηκαν μόνο τρία (αξίας 3.000.000 δρχ.), ενώ τα υπόλοιπα τα είχε ιδιοποιηθεί αυτός, μάλιστα δε, το ένα από αυτά, είχε προεξοφληθεί από τον πατέρα του (υπαλλήλου) την προηγουμένη (25-11-1992), και β) να παραλαμβάνει, με πλαστές υπογραφές, τεθείσες από τον ίδιο υπάλληλο, στο βιβλίο αγοραστών των γραμματίων και νοθευμένη, κατά περιεχόμενο, από τον υπάλληλο αυτό υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου, το υπόλοιπο των γραμματίων ( από τα οποία ο ίδιος υπάλληλος είχε προεξοφλήσει μέρος αυτών, αξίας 10.000.000 δρχ.
από τις 10-11-1992), μοναδικό σκοπό είχαν να συγκαλύψουν την προγενέστερη παράνομη αφαίρεση αυτών και να προσδώσουν νομιμοφάνεια στα όσα παρανόμως έπραξε, και 4) για τη ζημία του αναιρεσίβλητου από την παράνομη αφαίρεση των ΕΓΕΔ και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής (αφαίρεσης) με επιδειχθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, για την οποία ευθύνεται η τελευταία.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το 2ο και 3ο σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, η με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου αποδιδομένη πλημμέλεια, λόγω της έλλειψης παράθεσης μείζονος πρότασης και των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού οι διατάξεις αυτές είναι εκείνες που αναφέρονται πιο πάνω, και υφίστανται, ενώ δικαιολογούν όπως πιο πάνω αναφέρθηκε τις ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Εξ άλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά τις σ' αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμο ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι αυτή δεν φέρει ευθύνη για τη ζημία του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθεϊσες αναλυτικά παραδοχές της, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 4.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έλαβε υπό τους προταθέντες απ' αυτήν ισχυρισμούς της, περί του ότι, εφόσον, ο αναιρεσίβλητος στις 26-11-1992, που εμφανίστηκε στο υποκατάστημά της, δεν αμφισβήτησε την αυτούσια ανάληψη όλων των ΕΓΕΔ, από τον ίδιο, αναγνώρισε έμπρακτα ότι η ανάληψή τους ήταν νόμιμη και ότι είχε επέλθει η απόσβεση της μεταξύ τους ενοχής, κατά τα άρθρα 416, 417, 418 ΑΚ, άλλως ότι επήλθε άφεση χρέους κατ' άρθρο 454 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ενστάσεις υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού η αγωγή είχε ως βάση την αποκάσταση της ζημίας και όχι την εκτέλεση της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη, και απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς εκ του "πράγματος", αφού δέχτηκε αφενός ότι ο ενάγων δεν γνώριζε τις σε βάρος τελεσθείσες άδικες πράξεις, αφετέρου δε ότι η φερομένη ανάληψη αυτών αποτελούσε προϊόν πλαστογραφίας, που μετήλθε ο αναφερόμενος, πιο πάνω υπάλληλος της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται οποιαδήποτε έμπρακτη συναίνεσή του, στις πράξεις αυτές και συνακόλουθα να μη έχει επέλθει απόσβεση της ενοχής ή άφεση χρέους.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικο, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως ορίζεται στο διατακτικό ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-8-2012 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αρ. 112/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας, τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ