Legislator Case Law & Legislation
1964/2008 AI generated

1964/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1964/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1393/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/3/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1964/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1964 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1964/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαθανάση και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1393/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/3/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 1/10/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 825/2007 γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (ΟλΑΠ 10/2004).

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων(ΑΠ 1056/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε έφεση κατά της 9/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο είχε δικάσει την από 5-1-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης για τμήμα της ιδιοκτησίας τους που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν 653/1977 και την είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον η κηρυχθείσα με την 10611509/6441/0010/1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτρίωση είχε καθ' ομολογίαν των διαδίκων συντελεστεί πριν από τη δημοσίευση του Ν 2971/2001, αφενός μεν η διαφορά κρίθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο, που ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και αφετέρου οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 εδ.

α' του Ν 2971/2001, για την ανατρεπτική προθεσμία υποβολής της αίτησης, δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και όσα υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ένα μέλος, όμως, του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Γεώργιος Πετράκης είχε την ακόλουθη γνώμη : Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 33 του Ν 2971/2001 διαδικασία της διαπίστωσης της ανυπαρξίας του κατά το άρθρο 1 του Ν 653/1977 τεκμηρίου της ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται τόσο επί συντελεσμένης, όσο και επί μη συντελεσμένης κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2971/2001 (19-1-2002) απαλλοτρίωσης.

Τούτο συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω πρώτου εδαφίου του άρθρου 37 του τελευταίου αυτού νόμου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται "και για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος συντελεστεί", ήτοι προκειμένου να οριστεί η εφαρμογή του Ν. 2971/2001 επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, χρησιμοποιείται συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", προφανώς, εξ αντιδιαστολής προς τις συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, επί των οποίων, κατά τη βούληση του νομοθέτη, κατ' αρχήν, έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος.

Η βούληση αυτή του νομοθέτη, να εφαρμόζονται δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 τόσο στις μη συντελεσμένες όσο και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, αποτυπώνονται και στην Εισηγητική 'Εκθεση του νόμου αυτού, όπου στο άρθρο 33 διαλαμβάνεται ότι ".....γ) εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης".

Η γνώμη αυτή εξυπηρετεί και το σκοπό της θέσπισης της ανωτέρω βραχυχρόνιας (δίμηνης) προθεσμίας, καθώς και των άλλων βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών, που προβλέπονται για τις επιμέρους πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), ο οποίος αφορά το δημόσιο συμφέρον και συνίσταται στην ανάγκη της άρσης της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Επίσης εξυπηρετεί και την ανάγκη εκείνου, που επιδιώκει την απαλλοτρίωση να έχει σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του, να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να εκτελέσει το έργο για το οποίο αυτή κηρύχθηκε και να μη τίθεται, με την υποβολή στο απώτερο μέλλον, διαδοχικών νέων αξιώσεών αποζημίωσης από την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, υπό αμφιβολία η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Δεν συντρέχει κανένας λόγος, που να δικαιολογεί για την εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 και την άσκηση του δικαιώματος διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου μέσα στην επίμαχη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού των συντελεσμένων κατ' αυτήν απαλλοτριώσεων.

Η μη εφαρμογή της προθεσμίας αυτής και στις εν λόγω απαλλοτριώσεις συνεπάγεται τη διατήρηση σε εκκρεμότητα των απαλλοτριώσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, αφού, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση, το δικαίωμα της διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και του καθορισμού της αποζημίωσης και για το μέρος αυτού, που καταλαμβάνει το τεκμήριο ωφέλειας θα υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση προς τους προαναφερθέντες σκοπούς της θέσπισης της επίμαχης προθεσμίας και των βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών για τις πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την πιο πάνω μειοψηφούσα γνώμη, μετά την ισχύ του Ν. 2971/2001, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε, για τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο προκειμένου και περί απαλλοτριώσεων, που έχουν συντελεστεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (19-1-2002), εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημερομηνία αυτή, ήτοι έως τις 19-3-2002.

Επομένως, το Εφετείο, κατά τα αναφερόμενα στη γνώμη που πλειοψήφησε, έκρινε αντίθετα, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία, κι' έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο, κατ' ορθή εκτίμηση από την πλημμέλεια αυτή λόγο αναίρεσης ο οποίος έπρεπε να γίνει δεκτός.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1393/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ